Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 06, 2007

10.000€ αποζημίωση για sms υποψηφίων χωρίς συγκατάθεση

Πολλά γράφονται αυτές τις μέρες για το κατά πόσον επιτρέπεται ή όχι η αποστολή sms από υποψήφιους κατά την προεκλογική περίοδο. Όταν με ρωτούν σχετικά, πάντα απαντάω ότι στον τομέα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων επιτρέπονται (σχεδόν) τα πάντα, εφόσον τηρηθούν συγκεκριμένοι όροι και προϋποθέσεις.

Για την γενική περίπτωση της άμεσης επικοινωνίας υποψηφίων με τους εκλογείς, υπάρχει η απόφαση 11/2001 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων, η οποία αναφέρει ότι επειδή «η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για τις ανάγκες του δημοκρατικού πολιτεύματος (επικοινωνία μεταξύ υποκειμένων του ενεργητικού και του παθητικού εκλογικού δικαιώματος), δεν απαιτείται συγκατάθεση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων», ενώ «ευνόητο είναι ότι η συλλογή των ως άνω προσωπικών δεδομένων μπορεί να γίνεται μόνο από δημόσια προσβάσιμες πηγές και ότι απαγορεύεται η διάθεση σε τρίτους των εν λόγω αρχείων των βουλευτών και των υποψηφίων για το βουλευτικό αξίωμα.». Στην ίδια απόφαση, όμως, η Αρχή αναφέρει ότι επιβάλλεται οι υποψήφιοι να έχουν γνωστοποιήσει τα αρχεία τους προηγουμένως στην Αρχή, όπως επιβάλλει το άρθρο 6. [Σημειωτέον, ότι τα πολιτικά κόμματα δεν απαιτείται να γνωστοποιήσουν αρχείο για τα δεδομένα των μελών τους, όταν τα έχουν λάβει με συγκατάθεσή τους – άρθρο 7Α§1 περ. γ Ν.2472/1997].

Πιο πρόσφατα, μετά την ευρεία τροποποίηση του δικαίου προστασίας προσωπικών δεδομένων στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών με το Ν.3471/2006, όταν ο Ελεύθερος Τύπος (4.9.2007, σελ. 33) ρώτησε αν οι περιορισμοί που ισχύουν για την άμεση διαφήμιση προϊόντων και υπηρεσιών –που θέτουν πιο αυστηρές προϋποθέσεις, ιδίως για την αποστολή μηνυμάτων με ηλεκτρονικά μέσα- ισχύουν και για την πολιτική επικοινωνία, η Αρχή απάντησε στη εφημερίδα «από το περιεχόμενο του εγγράφου ερωτήματος που μας υποβάλατε σχετικά με τη μαζική αποστολή sms από υποψήφιους βουλευτές και τις τηλεφωνικές κλήσεις στα σπίτια ψηφοφόρων, προκύπτει ότι διατελείτε εν γνώσει τόσο του περιεχομένου των ρυθμίσεων του Ν.3471/2006 [...] όσο και τις θέσεις που έχει λάβει στο παρελθόν η Αρχή. Κατόπιν τούτου, δεν κρίνεται απαραίτητη οποιαδήποτε άλλη διευκρίνιση». Δηλαδή: ήξεις αφήξεις ουκ εν τω πολέμω θνήξεις. Συγχαρητήρια στην Αρχή - Πυθία.

Ενώ η εφημερίδα ρώτησε αν οι γενικοί περιορισμοί για την άμεση εμπορική μη ζητηθείσα τηλεπικοινωνιακή διαφήμιση προϊόντων ισχύουν και στην πολιτική επικοινωνία με sms, η Αρχή ουσιαστικά δ ε ν απαντά.

Ας προσπαθήσουμε να απαντήσουμε εμείς.

Πρώτ’ απ’ όλα, είναι κρίμα που η Αρχή μάλλον δεν γνωρίζει (γιατί αλλιώς θα το ανέφερε στην απάντησή της στον Ελεύθερο Τύπο) ότι το ζήτημα έχει απασχολήσει το 27ο Διεθνές Συνέδριο Επιτρόπων Προστασίας Δεδομένων και Ιδιωτικότητας του 2005. Σε αυτή τη συνδιάσκεψη, οι Αρχές Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων από όλο τον κόσμο εξέδωσαν μια άκρως διαφωτιστική Διακήρυξη για το θέμα της άμεσης πολιτικής επικοινωνίας (Resolution on the Use of Personal Data for Political Communication) και τους όρους που επιτρέπεται η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων σε αυτό το πλαίσιο .

[Σ.σ. η ελληνική Αρχή δεν θεωρεί σκόπιμο να συμμετέχει σε τέτοια διεθνή συνέδρια και να συνδιαμορφώνει ρυθμίσεις. Η συγκεκριμένη Διακήρυξη ήταν Πρωτοβουλία της Ιταλικής Επιτροπής Προστασίας Δεδομένων με την υποστήριξη της Ομοσπονδιακού Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων της Ελβετίας, του Ομοσπονδιακού Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων της Γερμανίας, της Γενικής Επιθεωρητή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων της Πολωνίας και του Επίτροπου Προστασίας Δεδομένων του Βερολίνου. Πέρσι πήγα στο Διεθνές Συνέδριο για τις Διεθνείς Διαβιβάσεις Προσωπικών Δεδομένων στις Βρυξέλλες και ενώ εκπροσωπούνταν οι πάντες ήμουν ο μόνος έλληνας – ιδιώτης, φυσικά. Υπήρχαν οι Αρχές από όλο τον κόσμο – αλλά όχι και η ελληνική.]

Πιο κάτω, μεταφράζω στα ελληνικά αυτή τη Διακήρυξη:



27ο Διεθνές Συνέδριο
των Επιτρόπων Προστασίας Δεδομένων και Ιδιωτικότητας




Montreaux (Ελβετίας), 14-16 Σεπτεμβρίου 2005


Διακήρυξη για τη Χρήση Προσωπικών Δεδομένων στην Πολιτική Επικοινωνία

Το Συνέδριο

Επειδή η πολιτική επικοινωνία είναι θεμελιώδης συνιστώσα της συμμετοχής των πολιτών, των πολιτικών δυνάμεων και των υποψηφίων στο δημοκρατικό βίο και η σημασία του ελεύθερου πολιτικού λόγου αναγνωρίζεται ως ένα θεμελιώδες δικαίωμα.

Επειδή η ιδιότητα του πολίτη προϋποθέτει το δικαίωμα των πολιτών να συλλέγουν πληροφορίες και να ενημερώνονται ικανοποιητικά κατά τη διάρκεια πολιτικών και [αυτό]διοικητικών εκλογικών εκστρατειών. επειδή αυτά τα δικαιώματα αφορούν επίσης άλλα ζητήματα, γεγονότα και πολιτικές θέσεις χρήσιμες για την συνειδητή επιλογή σε άλλες περιστάσεις της πολιτικής ζωής –δημοψηφίσματα, επιλογή υποψηφίων, πρόσβαση στις πληροφορίες των πολιτικών οργανισμών ή των εκλεγμένων αντιπροσώπων .

Επειδή οι πολιτικές δυνάμεις και γενικά οι πολιτικοί οργανισμοί, όπως και οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι χρησιμοποιούν ποικίλα μέσα επικοινωνίας και χρηματοδότησης, πηγές πληροφοριών και νέες τεχνολογίες, προκειμένου να επιτύχουν ευθεία και προσωπική επαφή με ευρείς κατηγορίες υποκειμένων δεδομένων.

Επειδή σε έναν αυξανόμενο αριθμό χωρών υπάρχει μία τάση για την αύξηση της θεσμικής επικοινωνίας από εκλεγμένους υποψήφιους και φορείς, συμπεριλαμβανομένων αυτών που διεξάγονται σε τοπικό επίπεδο ή μέσω ηλεκτρονικής διακυβέρνησης,. καθώς αυτή η δραστηριότητα ορισμένες φορές, προϋποθέτοντας την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, αντιστοιχεί σε δικαιώματα των πολιτών για ενημέρωση για την δραστηριότητα των παραπάνω εκλεγμένων .

Επειδή σε αυτό το πλαίσιο, συλλέγεται διαρκώς μεγάλη ποσότητα προσωπικών δεδομένων από πολιτικούς οργανισμούς και σε μερικές περιπτώσεις αυτά τυγχάνουν επεξεργασίας με επιθετικές μεθόδους, με εφαρμογή ποικίλων τεχνικών, συμπεριλαμβανομένων των ερωτηματολογίων, συλλογών διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μέσω λογισμικών / μηχανών αναζήτησης, αστικής κλίμακας σφυγμομετρήσεων ή τύπους διαμόρφωσης πολιτικών αποφάσεων μέσω διαδραστικής τηλεόρασης, αρχείων προσδιορισμού ψηφοφόρος. επειδή αυτά τα δεδομένα μερικές φορές περιλαμβάνουν (πέραν των ταχυδρομικών διευθύνσεων, των αριθμών τηλεφώνων, των λογαριασμών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, των πληροφοριών σχετικών με επαγγελματικές δραστηριότητες και οικογενειακές σχέσεις) ευαίσθητα δεδομένα σχετικά με αληθείς ή υποτιθέμενες δεοντικές και πολιτικές πεποιθήσεις ή δραστηριότητες, ή με εκλογικές δραστηριότητες.
Επειδή διεξάγεται επιθετική καταγραφή χαρακτηριστικών από πολλά πρόσωπα που κατηγοριοποιούνται –μερικές φορές ανακριβώς ή στη βάση μιας επιφανειακής επαφής- ως συμπαθούντες, υποστηρικτές, οπαδοί ή μέλη κομμάτων, προκειμένου να ενισχυθεί η προσωπική επικοινωνία με ομάδες πολιτών.

Επειδή αυτές οι δραστηριότητες πρέπει να διεξάγονται με νόμιμο και ορθό τρόπο .

Επειδή είναι απαραίτητο να προστατευθούν τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων και να προληφθούν, με κατάλληλα μέτρα, μη δικαιολογημένες επεμβάσεις, βλάβες και έξοδα για τα υποκείμενα των δεδομένων, ιδιαίτερα αρνητικά αποτελέσματα και πιθανές διακρίσεις στην προσωπική τους σφαίρα, όπως επίσης και η αποχή τους από κάποιους τύπους πολιτικής συμμετοχής.

Επειδή ο σκοπός της προστασίας μπορεί να επιτευχθεί αν ληφθούν υπόψη τα σχετικά δημόσια συμφέροντα που αναφέρονται σε κάποιες πολιτικές επικοινωνιακές δραστηριότητας, όπως επίσης και οι επαρκείς μέθοδοι και διασφαλίσεις για τις εσωτερικές επικοινωνίες που απευθύνονται σε μέλη κομμάτων ή σε απλούς πολίτες .

Επειδή με αυτήν την προοπτική, η υπεύθυνη προώθηση μπορεί να ενθαρρυνθεί χωρίς περιορισμό της διακίνησης των ιδεών και των πολιτικών προτάσεων και, παρόλο που η πολιτική επικοινωνία μερικές φορές έχει πολλά κοινά με τη διαφημιστική δραστηριότητα, έχει ορισμένα χαρακτηριστικά που την διαχωρίζουν από την εμπορική προώθηση.

Επειδή το δίκαιο της προστασίας δεδομένων εφαρμόζεται ήδη στην πολιτική επικοινωνία σε πολλές δικαιοδοσίες.

Επειδή υπάρχει ανάγκη να διασφαλιστεί ο σεβασμός των αρχών της προστασίας δεδομένων και να αναπτυχθεί ένα διεθνές ελάχιστο πρότυπο που θα μπορούσε να συμβάλει στην εναρμόνιση των επιπέδων της προστασίας των υποκειμένων των δεδομένων, με τη χρήση εθνικών και διεθνών κωδίκων συμπεριφοράς ως μια βάση και λαμβάνοντας υπόψη συγκεκριμένες λύσεις και κανόνες που έχουν παρατηρηθεί σε διάφορες χώρες.

Επειδή η οι υπάρχοντες επίτροποι προστασίας δεδομένων και ιδιωτικότητας μπορούν να παίξουν αυξανόμενα σημαντικό ρόλο στο σχεδιασμό συντονισμένων ενεργειών σε συνεργασία με άλλες εποπτικές αρχές που είναι αρμόδιες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, της πληροφορίας, των δημοσκοπήσεων και των εκλογικών δραστηριοτήτων.

θεσπίζει
την ακόλουθη διακήρυξη


Κάθε πολιτική επικοινωνιακή δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένων αυτών που δεν σχετίζονται με εκλογικές εκστρατείες, η οποία προϋποθέτει την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, πρέπει να σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες των ενδιαφερομένων προσώπων, καθώς και το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων και θα πρέπει να ακολουθεί τις καθιερωμένες αρχές προστασίας προσωπικών δεδομένων και ειδικά:

Aρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων

Τα προσωπικά δεδομένα θα πρέπει να τυγχάνουν επεξεργασίας μόνον όταν είναι απαραίτητα για τους σκοπούς που έχουν συλλεχθεί ειδικώς.

Νόμιμη και θεμιτή συλλογή

Τα προσωπικά δεδομένα πρέπει να συλλέγονται νόμιμα από γνώριμες πηγές και πρέπει να τυγχάνουν θεμιτής επεξεργασίας. Θα πρέπει να επιβεβαιώνεται ότι, σύμφωνα με το νόμο, μερικές πηγές είναι δημόσια προσβάσιμες ή μπορεί να χρησιμοποιηθούν για ειδικούς σκοπούς ή με συγκεκριμένους όρους ή για περιορισμένες περιστάσεις ή χρονικές περιόδους.

Ειδική προσοχή πρέπει να δοθεί στην περίπτωση των επιθετικών τακτικών επαφής με τα υποκείμενα των δεδομένων.

Ποιότητα των δεδομένων

Κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας θα πρέπει να γίνονται σεβαστές και οι άλλες αρχές για την ποιότητα των δεδομένων. Ειδικότερα, τα δεδομένα θα πρέπει να είναι ακριβή, σχετικά, όχι υπερβολικά και επικαιροποιημένα σε συνάρτηση με τους ειδικούς σκοπούς για τους οποίους έχουν συλλεχθεί, ιδιαίτερα όταν η πληροφορία σχετίζεται με τις κοινωνικές ή πολιτικές ή δεοντικές πεποιθήσεις του υποκειμένου των δεδομένων.

Αρχή του σκοπού

Προσωπικά δεδομένα που έχουν εξαχθεί από ιδιωτικές ή δημόσιες πηγές γνώσης, οργανισμούς ή ενώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν για πολιτική επικοινωνία όταν η περαιτέρω επεξεργασία τους είναι συμβατή με τους σκοπούς για τους οποίους έχουν συλλεχθεί και είναι εκ των προτέρων γνωστή στα υποκείμενα των δεδομένων, ιδιαίτερα όταν τα δεδομένα είναι ευαίσθητα. Οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι πρέπει να σέβονται αυτές τις αρχές όταν χρησιμοποιούν για πολιτική επικοινωνία προσωπικά δεδομένα που έχουν συλλεχθεί κατά την ενάσκηση των θεσμικών τους λειτουργιών.

Προσωπικά δεδομένα που αρχικά συλλέχθηκαν για δραστηριότητες προώθησης με ενημερωμένη συγκατάθεση μπορούν να χρησιμοποιηθούν, εάν ο σκοπός της πολιτικής επικοινωνίας έχει αναφερθεί ειδικώς στην διακήρυξη της συγκατάθεσης.

Αναλογικότητα

Τα προσωπικά δεδομένα μπορούν να τύχουν επεξεργασίας μόνο με μεθόδους και ενέργειες που βρίσκονται σε αρμονία με τους σκοπούς, ιδίως στην περίπτωση που τα δεδομένα αφορούν πιθανούς ψηφοφόρους ή στην περίπτωση συσχέτισης δεδομένων που έχουν εξαχθεί από διαφορετικά αρχεία ή τράπεζες δεδομένων.

Τα προσωπικά δεδομένα, ιδιαίτερα αυτά που έχουν αποθηκευθεί ύστερα από την ευκαιρία με την οποία συλλέχθησαν, μπορούν να τύχουν περαιτέρω επεξεργασίας εάν οι σκοποί πολιτικής επικοινωνίας περιλαμβάνονται στο πλαίσιο στο οποίο αποκτήθηκαν.

Ενημέρωση των Υποκειμένων των Δεδομένων

Πριν τη συλλογή των δεδομένων από το υποκείμενο, πρέπει να παρέχεται στους αποδέκτες έγγραφη ενημέρωση, αντίστοιχη με το επιλεχθέν μέσο επικοινωνίας, αναφέροντας την ταυτότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας (μεμονωμένοι υποψήφιοι. εξωτερικός διαχειριστής εκστρατείας. τοπική ομάδα υποστηρικτών ή τοπικοί ή περιφερειακοί σύλλογοι . το κόμμα ως σύνολο κλπ) και τα είδη των ροών δεδομένων που θα πρέπει να είναι αναμενόμενα από τέτοιους φορείς.

Το υποκείμενο των δεδομένων θα πρέπει να είναι ενημερωμένο, όταν τα δεδομένα δεν έχουν αποκτηθεί από αυτό, τουλάχιστον σε περίπτωση που τα δεδομένα δεν είναι αποθηκευμένα μόνο σε προσωρινή βάση.

Συγκατάθεση

Θα πρέπει να εξακριβώνεται ότι η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων βασίζεται στην συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων ή σε άλλη νόμιμη βάση που προβλέπεται από το δίκαιο. Η επεξεργασία θα πρέπει να σέβεται συγκεκριμένους κανόνες που ισχύουν σε κάθε χώρα, ανάλογα με τις πηγές ή τα μέσα επικοινωνίας που χρησιμοποιούνται, ιδιαίτερα στην περίπτωση των διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, των αριθμών τηλεομοιοτυπίας, των σύντομων μηνυμάτων κινητής τηλεφωνίας ή άλλων μηνυμάτων κειμένου/εικόνας/κινούμενης εικόνας και προ-μαγνητοφωνημένων τηλεφωνικών μηνυμάτων.

Αποθήκευση των δεδομένων και μέτρα ασφαλείας

Κάθε υπεύθυνος επεξεργασίας – πολιτικός φορέας ή μεμονωμένος υποψήφιος – πρέπει να λαμβάνει όλα τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα ασφαλείας για να εξασφαλίζει την ακεραιότητα των συλλεχθέντων πληροφοριών και να αποτρέψει την απώλεια και/ή την χρήση των δεδομένων από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα ή φορείς.

Δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων

Τα υποκείμενα των δεδομένων θα πρέπει να απολαμβάνουν τα δικαιώματα πρόσβασης, διόρθωσης, κλειδώματος ή/και διαγραφής καθώς και το δικαίωμα αντίταξης σε ανεπιθύμητη επικοινωνία και να ζητούν την -ανέξοδη και με απλά μέσα- μη λήψη επιπλέον μηνυμάτων στο μέλλον. Η ύπαρξη αυτών των δικαιωμάτων θα πρέπει να αναφέρεται στην γραπτή ενημέρωση των υποκειμένων των δεδομένων.

Σε περίπτωση παραβίασης αυτών των δικαιωμάτων θα πρέπει να προβλέπονται κατάλληλες προσφυγές και κυρώσεις.


Σύμφωνα, λοιπόν με αυτή τη Διεθνή Διακήρυξη δεν υπάρχει γενική απαγόρευση για την πολιτική επικοινωνία με τη χρήση sms, αν ακολουθηθούν οι προϋποθέσεις που αναφέρονται σε αυτή και οι οποίες αντιστοιχούν στο γενικό δίκαιο για την προστασία προσωπικών δεδομένων.

Θα πρέπει, ωστόσο, να εξεταστούν και οι εθνικές διατάξεις για την άμεση διαφήμιση με τηλεπικοινωνιακά μέσα. Ας δούμε, λοιπόν, τι λέει ο περίφημος Ν. 3471/2006.

Άρθρο 11
Μη ζητηθείσα επικοινωνία

1. Η χρησιμοποίηση αυτόματων συστημάτων κλήσης, ιδίως με χρήση συσκευών τηλεομοιοτυπίας (φαξ) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και γενικότερα η πραγματοποίηση μη ζητηθεισών επικοινωνιών με οποιοδήποτε μέσο ηλεκτρονικής επικοινωνίας, με ή χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για κάθε είδους διαφημιστικούς σκοπούς, επιτρέπεται μόνο αν ο συνδρομητής συγκατατεθεί εκ των προτέρων ρητώς.

2. Δεν επιτρέπεται η πραγματοποίηση μη ζητηθεισών επικοινωνιών για τους ανωτέρω σκοπούς, εφόσον ο συνδρομητής έχει δηλώσει προς τον φορέα παροχής διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ότι δεν επιθυμεί γενικώς να δέχεται τέτοιες επικοινωνίες. Ο φορέας υποχρεούται να καταχωρίζει δωρεάν τις δηλώσεις αυτές σε ειδικό κατάλογο συνδρομητών, ο οποίος είναι στη διάθεση κάθε ενδιαφερομένου.

3. Τα στοιχεία επαφής ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αποκτήθηκαν νομίμως, στο πλαίσιο της πώλησης προϊόντων ή υπηρεσιών ή άλλης συναλλαγής, μπορούν να χρησιμοποιούνται για την απευθείας προώθηση παρόμοιων προϊόντων ή υπηρεσιών του προμηθευτή ή για την εξυπηρέτηση παρόμοιων σκοπών, ακόμη και όταν ο αποδέκτης του μηνύματος δεν έχει δώσει εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του, υπό την προϋπόθεση ότι του παρέχεται κατά τρόπο σαφή και ευδιάκριτο η δυνατότητα να αντιτάσσεται, με εύκολο τρόπο και δωρεάν, στη συλλογή και χρησιμοποίηση των ηλεκτρονικών του στοιχείων, και αυτό σε κάθε μήνυμα σε περίπτωση που ο χρήστης αρχικά δεν είχε διαφωνήσει σε αυτή τη χρήση.

4. Απαγορεύεται η αποστολή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που έχουν σκοπό την άμεση εμπορική προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών, όταν δεν αναφέρεται ευδιάκριτα και σαφώς η ταυτότητα του αποστολέα ή του προσώπου προς όφελος του οποίου αποστέλλεται το μήνυμα, καθώς επίσης και η έγκυρη διεύθυνση στην οποία ο αποδέκτης του μηνύματος μπορεί να ζητεί τον τερματισμό της επικοινωνίας.

5. Οι ανωτέρω ρυθμίσεις ισχύουν και για τους συνδρομητές που είναι νομικά πρόσωπα.



Είναι σαφές ότι το άρθρο δεν έχει σχεδιαστεί λαμβάνοντας ρητά υπόψη την πολιτική επικοινωνία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η άμεση τηλεπικοινωνιακή πολιτική επικοινωνία δεν μπορεί να ενταχθεί σε ορισμένες διατάξεις του. Άλλωστε δεν αναφέρεται μόνο στην «εμπορική» διαφήμιση (προώθηση προϊόντων/υπηρεσιών), αλλά σε «κάθε είδους διαφημιστικούς σκοπούς». Άρα και στην πολιτική διαφήμιση. Είναι αμφίβολο, επομένως, κατά πόσο η απόφαση 11/2001 της Αρχής, κατά την οποία δεν απαιτείται προηγούμενη συγκατάθεση του υποκειμένου, μπορεί να αφορά και τα πολιτικά sms, γιατί το άρθρο 11 του Ν.3471/2006 εκτοπίζει ως ειδικό το άρθρο 5§2 (ε) του (γενικού) Ν.2472/1997, στο οποίο είναι βασισμένη εκείνη η απόφαση. Αυτό το συμπέρασμα δεν βρίσκεται σε αντίθεση με την Διακήρυξη του Montreaux, γιατί η Διακήρυξη παραπέμπει στην εθνική νομοθεσία στο κεφάλαιο «Συγκατάθεση», όταν πρόκειται για τηλεπικοινωνιακά μηνύματα.


Το σίγουρο είναι ότι οι «κάθε είδους διαφημιστικοί σκοποί» σαφώς περιλαμβάνουν και τα πολιτικά τηλεπικοινωνιακά μηνύματα. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τους γενικούς όρους «προώθηση προϊόντων ή υπηρεσιών». Άρα η §4 δεν δεσμεύει τους προωθούντες ηλεκτρονικώς μηνύματα πολιτικής επικοινωνίας.

Η επικοινωνία μέσω e-mail, εφόσον η διεύθυνση έχει αποκτηθεί από νόμιμη προηγούμενη επικοινωνία με τον διαφημιζόμενο πολιτικό («άλλη συναλλαγή») και δίνεται στον πολίτη το δικαίωμα να αντιταχθεί, επιτρέπεται χωρίς συγκατάθεση του πολίτη (για τα e-mail εφαρμόζεται η §3). Η ρύθμιση όμως της §3 είναι ειδική και δεν ισχύει και για τα sms. Στην περίπτωση των sms απαιτείται προηγούμενη ειδική και ρητή συγκατάθεση (§1, βλ. και Αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου). Αν ο πολίτης έχει κάνει τη γενική δήλωση ότι δεν επιθυμεί γενικώς τη μη ζητηθείσα επικοινωνία, καταχωρείται σε ειδικό μητρώο που οφείλει να λαμβάνει υπόψη ο διαφημιζόμενος ώστε να μην τον ενοχλεί καν για την λήψη συγκατάθεσης.

Ας δούμε τώρα κι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχείο του ίδιου νόμου :

Άρθρο 14
Αστική ευθύνη
1. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, κατά παράβαση του νόμου αυτού, προκαλεί περιουσιακή βλάβη υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση.
2. Η κατά το άρθρο 932 Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται, κατ’ ελάχιστο, στο ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 €), εκτός αν ζητηθεί από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό. Η χρηματική ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξάρτητα από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη. (…)



Βέβαια, για να μην ανοίγουν «ορέξεις», το minimum 10.000 που αναφέρει ο Νόμος μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο για το κατά πόσον είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25§1 του Συντάγματος) και, αν κριθεί υπερβολικό σε σχέση με την ηθική βλάβη και την οικονομική επιφάνεια του δράστη, να μειωθεί η αποζημίωση από το δικαστή. Πάντως, σε αντίστοιχες περιπτώσεις για παράνομη ταχυδρομική αποστολή διαφημιστικού υλικού επιδικάστηκε το minimum των 6.000 ευρώ που αναφέρει ο Ν.2472/1997.
Πέρα όμως από τα δικαιώματα αποζημίωσης υπάρχει άλλη μια ενδιαφέρουσα διάταξη στο νέο Ν.3471/2006:
Άρθρο 13
Αρμοδιότητες της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Αρχής Διασφάλισης
του Απορρήτου των Επικοινωνιών

1. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έχει και ως προς την τήρηση των διατάξεων του παρόντος νόμου τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από το ν. 2472/1997, όπως εκάστοτε ισχύει.
[...]
4. Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων των άρθρων 1 έως 17 του παρόντος νόμου, για την τήρηση των οποίων αρμόδια είναι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, αυτή επιβάλλει τις προβλεπόμενες από το άρθρο 21 του ν. 2472/1997 διοικητικές
κυρώσεις.
Κατά το άρθρο 21 του Ν.2472/1997 ("Κυρώσεις"¨)
1. Η Αρχή επιβάλλει στους υπεύθυνους επεξεργασίας ή στους τυχόν εκπροσώπους τους τις ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις, για παράβαση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τον παρόντα νόμο και από κάθε άλλη ρύθμιση που αφορά την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα :
α) Προειδοποίηση, με αποκλειστική προθεσμία για άρση της παράβασης.
β) Πρόστιμο ποσού από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) έως πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) δραχμές.
γ) Προσωρινή ανάκληση άδειας.
δ) Οριστική ανάκληση άδειας.
ε) Καταστροφή αρχείου ή διακοπή επεξεργασίας και καταστροφή, επιστροφή ή κλείδωμα (δέσμευση) των σχετικών δεδομένων.
[...]
Για να δούμε, λοιπόν, θα επιβάλει η Αρχή κυρώσεις σε πολιτικούς που στέλνουν sms χωρίς προηγούμενη συγκατάθεση των υποκειμένων των δεδομένων;
Θα επιβεβαιώσει η Αρχή την ανεξαρτησία της και αυτή τη φορά;

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 04, 2007

H ανακήρυξη των υποψήφιων βουλευτών από τον Άρειο Πάγο

Το πιο κομβικό ερώτημα που ανακύπτει σε θεσμικό επίπεδο είναι: τελικά πρέπει να ανακηρύσσει τους υποψήφιους βουλευτές ένα ανώτατο δικαστήριο ή μήπως θα έπρεπε αυτή η αρμοδιότητα να ανατεθεί στη διοίκηση (λ.χ. στο υπουργείο Εσωτερικών που έχει και την ευθύνη των εκλογών).

Διότι, αναθέτοντας ο νομοθέτης στον Άρειο Πάγο αυτήν την αρμοδιότητα, επιλέγει να εξαρτώνται τα ψηφοδέλτια από την απόφαση ενός δικαστηρίου, με δεδομένο ότι «οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους» (άρθρο 87§1 του Συντάγματος). Στοιχείο του συνταγματικού δικαίου είναι η άμεση εφαρμογή του από τον δικαστή, ανεξάρτητα από την νομοθετική διαμεσολάβηση που μπορεί να εξειδικεύει ή να έρχεται και σε αντίθεση με το Σύνταγμα. Επομένως, ο Άρειος Πάγος από πουθενά δεν περιορίζεται σε «τυπικό έλεγχο», ο οποίος δήθεν διακρίνεται από τον «ουσιαστικό έλεγχο». Άλλωστε, η διάκριση του τυπικού από τον ουσιαστικό έλεγχο αποτελεί διάκριση ανάμεσα σε νομιμότητα και σκοπιμότητα. Ο έλεγχος «σκοπιμότητας» ουδέποτε εκχωρήθηκε στον Άρειο Πάγο ως προς την ανακήρυξη των υποψηφίων (δεν μπορεί να πει δηλαδή «και ποια είναι αυτή η Γεννηματά που θα την ανακηρύξουμε και σε πρώτη θέση στο Επικρατείας; Ικανοποιεί μια επί πενταετία υπερνομάρχης τον συνταγματικό σκοπό συμβολικής αναγνώρισης και ανάδειξης βουλευτών Επικρατείας; Την βγάζουμε!»).

Ο δικαστικός έλεγχος νομιμότητας δεν μπορεί όμως να περιλαμβάνει μόνο την «κατοχή της ελληνικής ιθαγένειας, τη συμπλήρωση της εκλογικής ηλικίας, τη μη στέρηση του εκλογικού δικαιώματος και του δικαιώματος εκλογιμότητας και τη μη υποβολή υποψηφιότητας σε περισσότερες εκλογικές περιφέρειες», όπως αναφέρει ο Καθηγητής κ. Παπαδημητρίου. Αυτός ο περιορισμός δεν προκύπτει ούτε από το Σύνταγμα, ούτε από το νόμο, στα οποία και μόνον υπόκεινται οι δικαστές κατά την παραπάνω συνταγματική διάταξη. Ο έλεγχος νομιμότητας από τον Άρειο Πάγο σαφώς περιλαμβάνει όλους τους συνταγματικούς όρους ανακήρυξης κάποιου ως υποψηφίου στις εκλογές.

Οι κ.κ. Καθηγητές Παπαδημητρίου, Χρυσόγονος και Λοβέρδος αναφέρουν ότι ο φυσικός δικαστής μιας τέτοιας περίπτωσης είναι το Εκλογοδικείο (Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 58). Κατά το άρθρο 8 του Συντάγματος, κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος (δηλ. τον «φυσικό δικαστή»). Και στο άρθρο 58 αναφέρει ότι ο έλεγχος και η εκδίκαση των βουλευτικών εκλογών, κατά του κύρους των οποίων ασκούνται ενστάσεις που αναφέρονται είτε σε εκλογικές παραβάσεις σχετικές με την ενέργεια των εκλογών είτε σε έλλειψη των νομίμων προσόντων, ανατίθεται στο Α.Ε.Δ. του άρθρου 100. Το ίδιο το Σύνταγμα δηλαδή αναφέρει ότι όποιος έχει ενστάσεις να πάει στο Α.Ε.Δ. Δεν λέει όμως ότι ο Άρειος Πάγος δεν έχει αρμοδιότητα συνταγματικού ελέγχου να ανακηρύξει τις υποψηφιότητες. Ούτε αναφέρεται σε «αποκλειστική» αρμοδιότητα του Α.Ε.Δ., όπως, αντίθετα, λ.χ. αναφέρει το ΕΣΡ ως «αποκλειστικά αρμόδιο» για τον έλεγχο της ραδιοτηλεόρασης (άρθρο 15§2 του Συντάγματος). Η προέκταση του επιχειρήματος «μα υπάρχει το ΑΕΔ του άρθρου 58» σημαίνει κατ’ αποτέλεσμα ότι είναι αντισυνταγματική η ανακήρυξη υποψηφιοτήτων από τον Άρειο Πάγο. Όμως, η αρμοδιότητα ανακήρυξης των υποψηφιοτήτων δόθηκε στον Άρειο Πάγο με ένα προεδρικό διάταγμα (ουσιαστικό νόμο), του οποίου η συνταγματικότητα έχει εκ των προτέρων κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας και το οποίο π.δ. κωδικοποιεί νομοθεσία ψηφισμένη από τη Βουλή. Εξάλλου, ο ίδιος ο Άρειος Πάγος εφαρμόζοντας το εν λόγω διάταγμα προφανώς έκρινε ότι αυτό είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα. Δηλαδή δύο ανώτατα δικαστήρια έχουν κρίνει ότι η αρμοδιότητα αυτή είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα. Ποιοι αποτελούν το περίφημο ΑΕΔ; Οι πρόεδροι του Αρείου Πάγου, του ΣτΕ, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, 4 σύμβουλοι Επικρατείας και 4 Αρεοπαγίτες. Υπάρχει περίπτωση το ΑΕΔ, με αυτή η σύνθεση να κρίνει διαφορετικά την ουσία της απόφασης του Αρείου Πάγου; Ίσως, αν υποτεθεί ότι ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου έχει διαφορετική άποψη και μπορέσει να την επιβάλει σε δύο συναδέλφους του- προέδρους και 8 ανώτατους δικαστές άλλων δικαστηρίων…

Υπάρχουν όμως και άλλα επιχειρήματα. Πράγματι, εφόσον ο Άρειος Πάγος κρίνει ως δικαστικός σχηματισμός και όχι ως υπουργείο Εσωτερικών, έπρεπε να εφαρμόσει τις αρχές μιας δίκαιης δίκης, ακόμη κι αν δεν το ανέφερε η εκλογική νομοθεσία. Και δίκαιη δίκη σημαίνει προηγούμενη ακρόαση (οι ενστάσεις ενώπιον του ΑΕΔ δεν είναι προηγούμενη ακρόαση). Όφειλε δηλαδή, κατά αναλογική εφαρμογή των αρχών του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο Άρειος Πάγος να καλέσει τους υποψηφίους να εκθέσουν τους ισχυρισμούς τους. Ορισμένοι (βλ. υπόθεση ΔΗΚΚΙ) το έπραξαν μόνοι τους, υποβάλλοντας υπομνήματα. Εδώ εντοπίζεται πράγματι ένα σημαντικό έλλειμμα διαδικαστικών εγγυήσεων τόσο στην απόφαση όσο και στην ίδια την εκλογική νομοθεσία, το οποίο εμμέσως, αν και με άλλες αφετηρίες και συμπεράσματα, εντόπισε ο κ. Παπαδημητρίου.

Κατ’ ουσίαν όμως, τουλάχιστον στην υπόθεση Γεννηματά, ποιοι θα ήταν αυτοί οι ισχυρισμοί; Ο κ. Παπαδημητρίου αναφέρει: «η προτεινόμενη κατείχε μεν θέση ανώτερου μονοπρόσωπου οργάνου στην Τοπική Αυτοδιοίκηση του β΄ βαθμού, αλλά δεν υπέβαλε υποψηφιότητα σε βασική εκλογική περιφέρεια προς εκλογή με το σύστημα της σταυροδοσίας. Με αυτά τα δεδομένα, δεν συντρέχει στο πρόσωπό της, κατά την ορθότερη άποψη, κώλυμα, αφού από τη θέση που κατείχε δεν είναι αντικειμενικά δυνατό να επηρεάσει τους ψηφοφόρους κατά τρόπο αθέμιτο.» Την τελολογική αναφορά στην οποία προβαίνει ο Καθηγητής στην β΄ πρόταση (και στην οποία προσέφυγε και η ίδια η κ. Γεννηματά σε δήλωσή της, ότι δηλ. δεν κατεβαίνει «με σταυρό») αποκρούει το ίδιο το Σύνταγμα: στην παράγραφο 3 του άρθρου 56 αναφέρεται ότι πράγματι τα κωλύματα δεν αφορούν υποψήφιους για το ψηφοδέλτιο Επικρατείας (περίπτωση κ. Χηνοφώτη). Ωστόσο, η ρήτρα αυτή δεν αφορά την παράγραφο 1 του άρθρου 56 που προβλέπει το κώλυμα στο οποίο εμπίπτει η κ. Γεννηματά. Αν το Σύνταγμα προέκρινε την τελολογική προσέγγιση που επικαλείται ο Καθηγητής και η προταθείσα θα είχε επαναλάβει την απαλλακτική ρήτρα για το ψηφοδέλτιο Επικρατείας και στην παράγραφο 1. Ο λόγος για τον οποίο αποκλείεται η υποψηφιότητα ανώτερου μονοπρόσωπου όργανου τοπικής αυτοδιοίκησης περικλείεται στην απαγόρευση της διάταξης που αποκλείει τις έννομες συνέπειες της παραίτησης για τα όργανα αυτά, κατά τη διάρκεια της θητείας για την οποία εξελέγησαν. Το Σύνταγμα θέλει να προστατεύσει το ακέραιο της θητείας του οργάνου που αναδείχθηκε από τον εκλογικό σώμα, όχι να περιορίσει αθέμιτη επιρροή του προσώπου λόγω της θέσης που κατέχει.

Υπάρχει όμως ένα άλλο ουσιαστικό ζήτημα, το οποίο έχει συζητηθεί, αλλά θα ανοίγονταν σοβαρές νομικές αμφισβητήσεις για την κανονιστική του σημασία: είναι δίκαιο το άρθρο 56 του Συντάγματος; Είναι σωστό να απαγορεύεται στον νομάρχη να παραιτηθεί και να κατέβει στις εκλογές (παρ. 1) ενώ την ίδια στιγμή επιτρέπεται στον ανώτατο αξιωματικό των ενόπλων δυνάμεων να κατέβει στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας, ή μήπως προσκρούει σε άλλες αρχές, οι οποίες, υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να κατισχύουν και του ίδιου του Συντάγματος;

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου:

Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουσι την υποχρέωσιν όπως διενεργώσι, κατά λογικά διαστήματα, ελευθέρας μυστικάς εκλογάς, υπό συνθήκας επιτρεπούσας την ελευθέραν έκφρασιν της λαϊκής θελήσεως ως προς την εκλογήν του νομοθετικού σώματος.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει εκδώσει ορισμένες αποφάσεις καταδικάζοντας κράτη του Συμβουλίου της Ευρώπης για αποκλεισμό υποψηφίων. Από την νομολογία που είδα, οι αποκλεισμοί είχαν σχέση με αθέμιτες διακρίσεις εις βάρος των υποψηφίων, ενώ δεν εντόπισα απόφαση ΕΔΔΑ που να καταδικάζει κράτος μέλος για κώλυμα τέτοιου είδους όπως της κ. Γεννηματά. Στην υπόθεση Λυκουρέζος κατά Ελλάδας (15.6.2006) , λ.χ. το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η συνταγματική επιβολή του ασυμβιβάστου της δικηγορικής ιδιότητας του κ. Λυκουρέζου, ενώ είχε ήδη εκλεγεί βουλευτής (το 2000), αφού δεν περιείχε μεταβατικές διατάξεις και συνεπαγόταν την άμεση έκπτωσή του, παραβίασε το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου. Η υπόθεση έχει σαφώς διαφορετικά χαρακτηριστικά, ενώ περιέχει και σαφή αναγνώριση από το ΕΔΔΑ της ευρείας εξουσίας των κρατών να θεσμοθετούν ασυμβίβαστα, παρουσιάζοντας μάλιστα και έναν πλήρη κατάλογο αυτών στα ευρωπαϊκά συντάγματα.


Το ουσιαστικό ερώτημα είναι μήπως αυτή η ανισότητα στα κωλύματα που προβλέπονται από το Σύνταγμα παραβιάζει τελικά την αρχή της εκλογικής ίσης μεταχείρισης που εγγυάται το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο και αν είναι θεμιτή και δικαιολογημένη σε μια δημοκρατική κοινωνία. Γιατί δηλαδή ο αρχηγός της αεροπορίας (και μια ολόκληρη κατηγορία κρατικών λειτουργών, παρ. 3 και 2 άρθρου 56 ) να μπορεί να παραιτηθεί και να μπει στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας, ενώ η υπερνομάρχης Αττικής (και μια άλλη, επίσης μεγάλη κατηγορία κρατικών λειτουργών και υπαλλήλων, παρ. 1 άρθρου 56) να μην δικαιούται; Είναι πιο σημαντικό ο υπερνομάρχης να ολοκληρώσει τη θητεία του και να του απαγορευτεί η υποψηφιότητα ενώ λιγότερο σημαντικό να παραιτηθεί ο αρχηγός του στρατού και να κατέβει στις εκλογές;


Σε αυτό το σκεπτικό συνηγορεί και η διατύπωση των άρθρων 25 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα:

Article 25

Every citizen shall have the right and the opportunity, without any of the distinctions mentioned in article 2 and without unreasonable restrictions:

(a) To take part in the conduct of public affairs, directly or through freely chosen representatives;

(b) To vote and to be elected at genuine periodic elections which shall be by universal and equal suffrage and shall be held by secret ballot, guaranteeing the free expression of the will of the electors;

(c) To have access, on general terms of equality, to public service in his country.

Article 26

All persons are equal before the law and are entitled without any discrimination to the equal protection of the law. In this respect, the law shall prohibit any discrimination and guarantee to all persons equal and effective protection against discrimination on any ground such as race, colour, sex, language, religion, political or other opinion, national or social origin, property, birth or other status.

Περαιτέρω, το άρθρο 2 προβλέπει:


Article 2

1. Each State Party to the present Covenant undertakes to respect and to ensure to all individuals within its territory and subject to its jurisdiction the rights recognized in the present Covenant, without distinction of any kind, such as race, colour, sex, language, religion, political or other opinion, national or social origin, property, birth or other status.

2. Where not already provided for by existing legislative or other measures, each State Party to the present Covenant undertakes to take the necessary steps, in accordance with its constitutional processes and with the provisions of the present Covenant, to adopt such laws or other measures as may be necessary to give effect to the rights recognized in the present Covenant.

3. Each State Party to the present Covenant undertakes:

(a) To ensure that any person whose rights or freedoms as herein recognized are violated shall have an effective remedy, notwithstanding that the violation has been committed by persons acting in an official capacity;

(b) To ensure that any person claiming such a remedy shall have his right thereto determined by competent judicial, administrative or legislative authorities, or by any other competent authority provided for by the legal system of the State, and to develop the possibilities of judicial remedy;

(c) To ensure that the competent authorities shall enforce such remedies when granted.

Οι ανισότητες με τις οποίες αντιμετωπίζονται μεγάλες κατηγορίες δημόσιων λειτουργών και υπαλλήλων στο άρθρο 56 του Συντάγματος, μόνο και μόνο λόγω του ειδικούς status τους, δημιουργούν αναπόφευκτα ζητήματα συμβατότητας με τις παραπάνω διεθνείς και ευρωπαϊκές διατάξεις, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι ad hoc νομολογία. Aμφιβάλλω για το κατά πόσον η έκταση αυτών των ανισοτήτων εμπίπτει στο ευρύ πεδίο διακριτικής ευχέρειας που έχει αναγνωρίσει το ΕΔΔΑ ή η (τέως) Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ στα κράτη και συνεπώς θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να αχθεί αυτή η διαφορά ενώπιόν των διεθνών αυτών οργάνων (σ.σ. η Επιτροπή εχει αντικατασταθεί από το Συμβούλιο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ απο το 2006).

Στην απόφαση του Αρείου Πάγου διαβάζουμε επίσης:

«Ο µεµονωµένος υποψήφιος Αθανάσιος ∆ασκαλόπουλος θ α α ν α κη ρ υ χ θ ε ί ω ς µεµονωµένος χωρίς το δ η λ ω θ έ ν όνοµα «ΝΕΟΣ ΦΑΣΙΣΜΟΣ», γ ι α τ ί αυτό αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 37 π α ρ. 5 γ ΄ του π. δ. 96/5.6.2007, σ υνδ υα ζ όµενη µε τη δ ι ά τ αξ η του άρθρου 29 παρ. 1 τ ου Σ υ ν τ ά γµατος.»

Ωστόσο, στην αναφερόμενη διάταξη του προεδρικού διατάγματος αναφέρεται:

Απαγορεύεται η χρήση ως ονόματος και εμβλήματος ή σήματος κόμματος:
 
 α) συμβόλου θρησκευτικής λατρείας, της σημαίας της πατρίδας ή άλλου 
παρόμοιου συμβόλου ή σημείου ιδιαίτερης ευλάβειας,
 
 β) του στέμματος,
 
 γ) συμβόλων ή εμβλημάτων του δικτατορικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967 
ή φωτογραφιών προσώπων που έχουν καταδικαστεί για τη συμμετοχή τους σ' αυτό.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 29§1 εδ. (α) του Συντάγματος αναφέρεται:

Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.


Στην προκειμένη περίπτωση όμως, ο υποψήφιος ούτε χρησιμοποίησε σύμβολο ή έμβλημα του δικτατορικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, ούτε ίδρυσε ή συμμετείχε σε πολιτικό κόμμα που η οργάνωση και η δράση του αντιστρατεύεται τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Κι αυτό γιατί, όπως προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ο υποψήφιος είναι μεμονωμένος, άρα δεν ίδρυσε κόμμα και εξάλλου, απ’ ό,τι είναι γνωστό, η χούντα του ’67 δεν χρησιμοποίησε τον όρο «νέος φασισμός». Συνεπώς, είναι εντελώς ακατανόητη η εφαρμογή των άρθρων που αναφέρει η απόφαση.


Η ίδια απόφαση αφαίρεσε τον σταυρό από το έμβλημα συνδυασμό του κόμματος «ΝΕΟ ΚΟΜΜΑ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», αλλά για το ΛΑ.Ο.Σ. το έμβλημα του οποίου επίσης περιέχει έναν σταυρό και ο τίτλος του περιέχει άμεση αναφορά στην επικρατούσα θρησκεία, δεν έγινε καμία αναφορά! Κι αυτό μολονότι κατά το άρθρο 37§α ρητά απαγορεύεται η χρήση σταυρού.

Στο θέμα του ΔΗΚΚΙ, ο Άρειος Πάγος λειτούργησε σαν μια διοικητική επιτροπή σημάτων που προσπαθεί να προστατεύσει το κοινό από την πρόκληση συγχύσεων μεταξύ εμπορικών σημάτων και τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Λες και τα κόμματα είναι προϊόντα και οι εκλογείς καταναλωτές.


Αξιολογώντας συνολικά την απόφαση, αν και ο Άρειος Πάγος κινήθηκε τυπικά στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, χωρίς τόλμη πάντως, παρ’ όλο που τον κατηγορούν για το αντίθετο, δυσκολεύομαι να κατανοήσω για ποιο λόγο σε μια δημοκρατία σήμερα τίθενται τέτοιου είδους απαγορεύσεις στους υποψηφίους, είτε από το Σύνταγμα είτε από την νομοθεσία. Θα περίμενα πιο τολμηρούς δικαστές που θα έκαναν και σταθμίσεις αντλωντας επιχειρήματα από υπερσυνταγματικές έννομες τάξεις, όπως το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο, τα οποία είναι επί δεκαετίες δοκιμασμένα και αφορούν πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων.

Τελικά, όμως, το πιο σημαντικό πρόβλημα δεν είναι η ατολμία ή ο συντηρητισμός των δικαστών, αλλά ο οπισθοδρομικός νομοθέτης, κοινός και συνταγματικός, που αντιμετωπίζει το εκλογικό σώμα ως ένα ποίμνιο που πρέπει με κάθε τρόπο να το «προστατεύσει», αφαιρώντας, κατ’ αποτέλεσμα, αυταρχικά, το ατομικό και πολιτικό δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι από τεράστιες κατηγορίες φορέων του.

Τρίτη, Αυγούστου 28, 2007

Δύο καζάνια στην πλατεία Συντάγματος για τους εμπρηστές

"Είναι 2:57 τα ξημερώματα και πριν ένα λεπτό ο ΑΝΤ1 μετέδωσε τη σύλληψη ενός εμπρηστή στην περιοχή της Φλώρινας. Το κάθαρμα είχε στο πορτ-παγκάζ του αυτοκινήτου του 27 γκαζάκια (!!!!!!!!) και 4 κινητά τηλέφωνα.. Απ’ότι είπε στους αστυνομικούς, είχε πάρει χρήματα για να βάλει τη φωτιά στο δάσος της Φλώρινας..
Είναι η αρχή του τέλους για την αποκάλυψη των εμπρηστών και ελπίζω η αστυνομία να κάνει τα πάντα για να ξεράσει το κάθαρμα τα πάντα..Κάντε τον να φτύσει αίμα, τυρρανήστε τον, δε ξέρω τι θα του κάνετε, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΑΘΟΥΜΕ ΑΜΕΣΑ ΠΟΙΟΙ ΚΡΥΒΟΝΤΑΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ..
Στη συνέχεια, αφού τους ανακαλύψουμε και τους συλλάβουμε, τοποθετήστε 2 τεράστια καζάνια στην πλατεία Συντάγματος και κάψτε τους ζωντανούς για παραδειγματισμό..Μη φοβάστε γιατί δεν είναι άνθρωποι αυτοί..Αφαίρεσαν τη ζωή 65 συνανθρώπων μας και κατέστρεψαν χιλιάδες οικογένειες.."

http://sebastien20.wordpress.com/2007/08/28/oprwtospiasthke/


Αναρωτιέμαι αν αυτο λεγόταν στη τηλεόραση ή το ραδιόφωνο, τι θα λέγαμε για το επίπεδο του δημόσιου λόγου στα μέσα ενημέρωσης.
- "Παραδειγματισμός" (=χρειαζόμαστε κι άλλα αρνητικά παραδείγματα;),
- "ελπίζω η αστυνομία να κάνει τα πάντα για να ξεράσει" (=οπότε να ακυρωθεί τελικά η κατάθεσή του επειδή αποσπάστηκε με παράνομα μέσα και να μην καταδικαστεί ποτέ),
- "κάντε τον να φτύσει αίμα" (=γιατί αυτός σκότωσε τους 63 με τις φωτιές που έβαλε σε όλη την Ελλάδα),
- "τυρρανήστε τον" (με διπλό τυρρί),
- "πρέπει να μάθουμε ΑΜΕΣΑ" (= γιατί αν αργήσουμε μπορεί να μας καεί το φαγητό).

Διαβάζω επίσης σε αφίσες διαμαρτυρίας "ΚΑΨΑΝΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ". Ενώ το σωστό θα έπρεπε να είναι "κάψαΜΕ την Ελλάδα".


Γιατί, την ώρα που ετοιμάζεις την αφίσα στο computer σου, αγαπητέ διαμαρτυρόμενε που αναζητάς αλλού τις δια παραλείψεως ευθύνες, θα μπορούσες να είσαι με το ποτιστηράκι σου και να βοηθάς στο σβήσιμο της φωτιάς. Όσο κι αν έτσι έχεις λιγότερες πιθανότητες να συζητάς του χρόνου με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στην δεξίωση.

Οι διαμαρτυρόμενοι του καναπέ είμαστε όλοι συνένοχοι.

Ελπίζω να καζάνια στο Σύνταγμα να έχουν άλατα για να ανακουφιστούν και όλοι οι κουρασμένοι από την καθήλωση bloggers και τηλεθεατές που αναζητούν σε τρίτους τις ευθύνες.

Δευτέρα, Αυγούστου 27, 2007

Τα blogs υπάγονται στον νόμο περί δημοσκοπήσεων;

Σύμφωνα με το άρθρο 1 εδ. β΄ του Ν.3603/2007, αν οι δημοσκοπήσεις δεν δημοσιοποιούνται στον έντυπο ή ηλεκτρονικό τύπο, διενεργούνται χωρίς να υπάγονται στις διατάξεις αυτού του Νόμου.

Σύμφωνα όμως με την Έκθεση της επιστημονικής υπηρεσίας της Βουλής:

"Εν προκειμένω, θα ήταν ενδεχομένως σκόπιμο να διευκρινισθεί σε ποιο καθεστώς θα υπάγονται οι εν λόγω δημοσκοπήσεις στην περίπτωση που δεν δημοσιοποιηθούν στον έντυπο ή ηλεκτρονικό τύπο αλλά, επί παραδείγματι στις ιστοσελίδες των φορέων ή επιχειρήσεων που τις διενεργούν ή στις ιστοσελίδες πολιτικών κομμάτων ή υποψηφίων ή ακόμη και σε προσωπικές ιστοσελίδες ή σε "blogs"."
Έτσι από την Έκθεση φαίνεται ότι διατυπώνεται αμφιβολία για την υπαγωγή των blogs στην έννοια του τύπου. Ωστόσο ο ίδιος ο νόμος προβλέπει ότι οι δημοσκοπήσεις που διέπονται από τις ρυθμίσεις του είναι και αυτές που διενεργούνται και μέσω διαδικτύου, ενώ σε άλλο άρθρο (βλ. προηγούμενο post) αναφέρεται ότι απαγορεύεται η με κάθε μέσο διάδοσή τους.

Aπό 1η Σεπτέμβρη η απαγόρευση δημοσίευσης δημοσκοπήσεων

Σύμφωνα με την Γνωμοδότηση 1/2007 του ΕΣΡ, η απαγόρευση δημοσίευσης δημοσκοπήσεων αρχίζει από την 1η Σεπτεμβρίου 2007.

Το ΕΣΡ εκλήθη να ερμηνεύσει άρθρο 7 παρ. 1αβ του Ν. 3603/08.08.2007 κατά το οποίο δεκαπέντε (15) ηµέρες πριν από την διενέργεια των βουλευτικών εκλογών, των εκλογών για
την ανάδειξη αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και των δηµοψηφισµάτων έως και την 19:00 ώρα της ηµέρας της ψηφοφορίας, απαγορεύεται η δηµοσιοποίηση δηµοσκοπήσεων για την πρόθεση ψήφου των εκλογέων και η καθ’ οιονδήποτε τρόπο µετάδοση αποτελεσµάτων των δηµοσκοπήσεων, καθώς και η καθ’ οιονδήποτε τρόπο µετάδοση και αναµετάδοσή τους από τα µέσα ενηµέρωσης, µε οποιονδήποτε τρόπο και αν διανέµονται ή εκπέµπουν», ενώ εξάλλου απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο δηµοσιοποίηση, ή µετάδοση ή αναµετάδοση οποιασδήποτε έρευνας γνώµης, µε οποιονδήποτε τρόπο και αν διενεργείται, σχετικά µε τις πολιτικές τάσεις, απόψεις, και προτιµήσεις της κοινής γνώµης, για πολιτικά κόµµατα, πολιτικές θέσεις και πρόσωπα ή άλλα οικονοµικά και κοινωνικά ζητήµατα.
Βεβαίως, η αρμοδιότητα του ΕΣΡ αφορά μόνο τη ραδιοτηλεόραση. Αλλά σε κάθε περίπτωση, ο νόμος είναι σαφής: 15 μερες πριν.
Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πως θα κινηθούν τα ελληνικά ιστολόγια που σκοπεύουν να δημοσιεύσουν δημοσκοπήσεις και κυρίως για το αν θα παραμείνουν καλυμένοι πίσω από την διαδικτυακή ανωνυμία ή αν θα ακολουθήσουν το παράδειγμα του γάλλου μπλόγκερ, ο οποίος στις προεδρικές εκλογές εμφανίστηκε και πλήρωσε το πρόστιμο πριν προβεί στη δημοσίευση της δημοσκόπησης.

Παρασκευή, Αυγούστου 24, 2007

Κατατέθηκε αίτηση δημοσιοποίησης του Πορίσματος Ζορμπά

Σήμερα το πρωί, το e-lawyer κατέθεσε αίτηση για την χορήγηση αντιγράφου του Πορίσματος Ζορμπά με σκοπό την ανάρτησή του στο Διαδίκτυο.
Η αίτηση έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 197/24.8.2007 και υποβλήθηκε στην Εθνική Αρχή για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η οποία εδρεύει στην οδό Πειραιώς 207 και Αλκίφρονος 92 (τηλ. 210 6981890, φαξ 210 3426892), 6ος όροφος (κτίριο υπηρεσίας ειδικών ελέγχων). Από ό,τι μας ενημέρωσε ο υπάλληλος που πρωτοκόλλησε την αίτηση, δεν έχει υποβληθεί αίτημα λήψης αντιγράφου από άλλο μέσο ενημέρωσης.

Το περιεχόμενο της αίτησης που πρέπει να απαντηθεί εντός 20 ημερών έχει ως εξής:

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ
ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ


ΑΙΤΗΣΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΥ

Του ..............................., κατοίκου ...................., οδός ................... αρ. ....


Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο υπογράφων είμαι διαχειριστής του ιστολογίου (weblog) E-LAWYER, το οποίο λειτουργεί στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.elawyer.blogspot.com/ .
Οι στόχοι αυτού του ιστολογίου δηλώνονται στην κεντρική του σελίδα και συνοψίζονται στον «Σχολιασμό της Νομικής Επικαιρότητας, Κριτική Επί Αποφάσεων των Δικαστηρίων και των Ανεξάρτητων Αρχών – Ενημέρωση για Δικαιώματα και Διαδικασίες».
Στο πλαίσιο αυτών των σκοπών, έχουν αναρτηθεί και σχολιαστεί κατά καιρούς κείμενα αποφάσεων και πορισμάτων ανεξάρτητων αρχών, ήδη από το 2005, οπότε άρχισε και η λειτουργία της ιστοσελίδας.
Με την παρούσα αίτηση, ζητώ να μου χορηγηθεί αντίγραφο του Πορίσματος – Έκθεσης που συντάχθηκε από την Αρχή Σας, κατόπιν της έρευνας που διεξήγαγε, όσον αφορά ομόλογο 280 εκ. ευρώ που εκδόθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο και απασχολεί τους τελευταίους έξι περίπου μήνες τη δημόσια ζωή της Χώρας.

ΙΙ. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3 του Συντάγματος, η αρμόδια αρχή υποχρεούται να απαντά στα αιτήματα για παροχή πληροφοριών και χορήγηση εγγράφων. Κατά το άρθρο 5Α§1, καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση, όπως νόμος ορίζει.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν.2690/1999), κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα, ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων. Ως διοικητικά έγγραφα νοούνται όσα συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες, όπως εκθέσεις, πρακτικά, στατιστικά στοιχεία, εγκύκλιες οδηγίες, απαντήσεις της Διοίκησης, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις. Το δικαίωμα ασκείται με χορήγηση αντιγράφου, ενώ η χρονική προθεσμία για τη χορήγηση εγγράφων ή την αιτιολογημένη απόρριψή της είναι είκοσι (20) ημέρες.
Επίσης, σύμφωνα με το 2 του Ν.3448/2006 για την περαιτέρω χρήση εγγράφων του δημόσιου τομέα (Οδηγία 2003/98/ΕΚ), οι φορείς του δημόσιου τομέα μεριμνούν ώστε τα έγγραφα, τα οποία βρίσκονται στην κατοχή τους, να μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν για εμπορικούς ή μη σκοπούς. Ένα παράδειγμα «μη εμπορικού σκοπού» είναι η ενημέρωση από μη κυβερνητικές οργανώσεις και άλλους φορείς που δεν δραστηριοποιούνται με κερδοσκοπικές βλέψεις (Β.Σωτηρόπουλος, Περαιτέρω Χρήση Πληροφοριών του Δημόσιου Τομέα, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 34).
Όπου αυτό είναι δυνατόν, τα έγγραφα διατίθενται και με ηλεκτρονικά μέσα. Η προθεσμία για την χορήγηση και βάσει του Ν.3448/2006 είναι εικοσαήμερη, ενώ κατά της τυχόν αρνητική απόφασης του δημόσιου φορέα προβλέπεται διοικητική προσφυγή ενώπιον του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, ο οποίος κρίνει σε δεύτερο βαθμό κατά νόμο και κατ’ ουσία (άρθρο 5).

ΙΙΙ. ΕΥΛΟΓΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ
Δεδομένης του ιδιαίτερου status του Tύπου, συμβατικού και ηλεκτρονικού ως public watchdog (=φρουρού της δημόσιας ζωής), κατά την έκφραση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. απόφαση ΕΔΔΑ, υπόθεση Ρίζος και Ντάσκας κατά Ελλάδας, 27.5.2004, παραγρ. 41, Prager & Oberschlink κατά Αυστρίας, 26.4.95, παραγ. 34, επί τη βάσει του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου), ο διαχειριστής ενός ιστολογίου έχει ιδιαίτερα αυξημένο «εύλογο ενδιαφέρον» για την λήψη αντιγράφου και δημοσιοποίηση ενός Πορίσματος, το οποίο αποτελεί την αξιολόγηση από αρμόδια Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή των πραγματικών και νομικών δεδομένων μιας υπόθεσης που αναφέρεται στην έκδοση και την πορεία ενός ομολόγου ύψους 280 εκ. ευρώ που εκδόθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, με περαιτέρω προεκτάσεις για την αξιολόγηση της διαχείρισης ασφαλιστικού ταμείου, όπως έχει αναφερθεί εκτενώς στον Τύπο κατά τους τελευταίους μήνες.
Σημειωτέον ότι το Πόρισμα αυτό, αποτέλεσμα διαδικασίας ενώπιον μιας Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής, αποτελεί κείμενο με πληροφοριακή αυταξία και καρπό διοικητικής έρευνας, η οποία είναι πλήρως διακριτή από την -παράλληλα διεξαγόμενη- ανεξάρτητη εισαγγελική έρευνα και την όποια τυχόν δικαστική πορεία της ίδιας υπόθεσης του εν λόγω ομολόγου. Ως εκ τούτου, υπάρχει δικαίωμα δημοσίευσης του Πορίσματος της διοικητικής διαδικασίας, ανεξάρτητα από το αν αυτό, δευτερευόντως, αποτέλεσε, αποτελεί ή πρόκειται να αποτελέσει κείμενο που πρόκειται να αξιολογηθεί από την Δικαιοσύνη.
Επιπρόσθετα, το εύλογο ενδιαφέρον του κοινού για γνώση του περιεχομένου του Πορίσματος συνδέεται με το γεγονός ότι σε αυτό αναμένεται ότι περιέχονται αξιολογήσεις πραγματικών περιστατικών που σχετίζονται με την πολιτική του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, δεδομένα που έχουν συνταγματικό δικαίωμα (άρθρο 5Α) να λάβουν υπόψη τους οι εκλογείς πριν ασκήσουν το επίσης συνταγματικό τους εκλογικό δικαίωμα στις εθνικές εκλογές της 16ης Σεπτεμβρίου 2007.

ΙV. YΠΟΧΡΕΩΣΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΥ ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ Ή ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΠΟΡΙΣΜΑΤΟΣ

Όπως προκύπτει από τις παραπάνω νομικές διατάξεις, η χορήγηση αντιγράφου του ζητούμενου διοικητικού εγγράφου αποτελεί συνταγματική και νομοθετική υποχρέωση της Ανεξάρτητης Αρχής Σας.
Ωστόσο, στο μέτρο που τυχόν κριθεί ότι υπάρχουν τμήματα του εγγράφου τα οποία περιέχουν πληροφορίες που τυγχάνουν ειδικής νομικής προστασίας (λ.χ. δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα), η Αρχή έχει επίσης την υποχρέωση να χορηγήσει μέρος του κειμένου, προβαίνοντας στις σχετικές σταθμίσεις (βλ. Σπ. Β. Βλαχόπουλου, Διαφάνεια της κρατικής δράσης & προστασία προσωπικών δεδομένων – τα όρια μεταξύ αποκάλυψης και απόκρυψης στην εκτελεστική εξουσία).
Τα φερόμενα αποσπάσματα του Πορίσματος που δημοσιοποιήθηκαν στον ημερήσιο Τύπο περιλαμβάνουν ωστόσο και πληροφορίες για τις οποίες το συνταγματικό δικαίωμα πληροφόρησης της κοινής γνώμης βαρύνει και επί των οποίων δεν μπορεί να αντιταχθεί κανενός είδους απόρρητο (λ.χ. η πληροφορία ότι χρηματικές προμήθειες από την πώληση του ομολόγου κατέληξαν σε πολιτικό κόμμα).
Η υποχρεωτική μερική χορήγηση εγγράφου αποτελεί κανόνα που νομολογείται παγίως από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τυγχάνει εφαρμογής και στο εσωτερικό ελληνικό δίκαιο, καθώς συνιστά εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, ως κανόνα εξισορρόπησης των αντίρροπων κανονιστικών συνόλων υπέρ της διαφάνειας αφενός και υπέρ της προστασίας πληροφοριών αφετέρου. (Αποφάσεις ΠΕΚ Τ-14/98, 19.7.1999, αρ. 87 και ΔΕΚ C-353/99 P, 6.12.2001 αρ. 29, κατά τις οποίες η αρχή της αναλογικότητας και το δικαίωμα στην πληροφόρηση επιβάλλουν στο Συμβούλιο ΕΕ να εξετάζει εάν θα έπρεπε να δοθεί μερική πρόσβαση όσον αφορά τις πληροφορίες που δεν καλύπτονται από εξαιρέσεις. Η άρνηση μερικής πρόσβασης θα συνιστούσε μέτρο προδήλως δυσανάλογο για την εξασφάλιση της εμπιστευτικότητας των πληροφοριακών στοιχείων που καλύπτονται από κάποια εξαίρεση.)

V. ΑΙΤΗΜΑ


Για όλους τους παραπάνω λόγους και με την ρητή επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μου,

ΖΗΤΩ

να μου αποσταλεί εντός των παραπάνω προθεσμιών, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (vsotiropoulos@gmail.com) ή με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο, αντίγραφο του ως άνω Πορίσματος που συντάχθηκε από την Αρχή σας, προκειμένου να προβώ σε περαιτέρω μη εμπορική χρήση αυτού, δημοσιεύοντάς το στο παραπάνω ιστολόγιο E-LAWYER.

Η παρούσα αίτηση θα δημοσιοποιηθεί αυθημερόν στο παραπάνω ιστολόγιο, μαζί με τον αριθμό πρωτοκόλλου που θα λάβει από την Αρχή Σας.

Αθήνα, 24 Αυγούστου 2007
Με εκτίμηση,
.................

Πέμπτη, Αυγούστου 23, 2007

To e-lawyer υποβάλλει αίτηση χορήγησης αντιγράφου του Πορίσματος Ζορμπά

Αύριο το πρωί θα υποβληθεί ενώπιον της Αρχής Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες αίτηση για την χορήγηση αντιγράφου του Πορίσματος Ζορμπά.
Η αίτηση θεμελιώνεται στο άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν.2690/1999), τον Ν.3448/2006 (Περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα) και το άρθρο 10§3 του Συντάγματος που αναφέρει ότι η αρμόδια αρχή έχει υποχρέωση να ανταποκρίνεται σε αιτήματα πολιτών για πληροφόρηση και χορήγηση εγγράφων.

Το αίτημα είναι χορήγηση αντιγράφου του Πορίσματος προκειμένου να δημοσιοποιηθεί στο e-lawyer.

Σύμφωνα με την νομοθεσία, η αρμόδια αρχή υποχρεούται να απαντήσει εντός 20 ημερών από την υποβολή της αιτήσεως, ενώ σε περίπτωση μη τήρησης προθεσμίας ή αρνητικής απάντησης υπάρχει δικαίωμα προσφυγής στο Συνήγορο του Πολίτη καθώς, αίτησης θεραπείας ενώπιον της ίδιας Αρχής και δευτεροβάθμιας προσφυγής ενώπιον του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης.

Μετά την κατάθεσή της αίτησης, το κείμενό της θα δημοσιοποιηθεί επίσης εδώ.


Τρίτη, Αυγούστου 14, 2007

Αμφίβολης ορθότητας απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων

Με πρόσφατη απόφαση η Αρχή θεώρησε νόμιμη την διαβίβαση πειθαρχικού φακέλου υπαλλήλου από την υπηρεσία του προς την υπηρεσία στην οποία έχει υποβάλει αίτημα για μετάταξη.

Ο υπάλληλος είχε ζητήσει να μην διαβιβαστεί πειθαρχική εις βάρος του απόφαση, την οποία είχε μάλιστα προσβάλλει δικαστικά. Σημειωτέον, ότι η πειθαρχική απόφαση αφορούσε “προστίμο ίσο με το ήμισυ (½) των μηνιαίων αποδοχών του για το πειθαρχικό παράπτωμα της παράβασης του υπαλληλικού καθήκοντος της αρμόζουσας συμπεριφοράς εκτός της υπηρεσίας

Η Αρχή απέρριψε την προσφυγή του υπαλλήλου, θεωρώντας ότι η χορήγηση της απόφασης αποτελεί "νομική υποχρέωση" της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί.

Η απόφαση πάσχει σε αρκετά επίπεδα. Κατ' αρχήν δεν μπορούμε να μιλήσουμε για νομική υποχρέωση της υπηρεσίας στην οποία θητεύει ο υπάλληλος για χορήγηση των δεδομένων στην υπηρεσία όπου έχει υποβάλλει το αίτημα για μετάταξη. Το μόνο που λέει ο νόμος είναι ότι το υπηρεσιακό συμβούλιο της υπηρεσίας που έχει δεχθεί το αίτημα για τη μετάταξη αξιολογεί "την απόδοση των υπαλλήλων, το χρόνο συνολικής υπηρεσίας στο βαθμό και τον κλάδο, καθώς και τα λοιπά στοιχεία του προσωπικού τους μητρώου".

Επομένως, "νομική υποχρέωση" χορήγησης της πειθαρχικής απόφασης θα υπήρχε, κατ' αρχήν μόνο εάν υποθέσουμε ότι προϋπάρχει αίτημα πρόσβασης από το υπηρεσιακό συμβούλιο της δεύτερης υπηρεσίας - όχι "αυτεπάγγελτη" χορήγηση από την υπηρεσία που βρίσκεται ο υπάλληλος. Η απόφαση δεν μας διαφωτίζει για το κατά πόσον υπάρχει τέτοιου είδους αίτημα. Πέρα όμως κι από αυτό, ο υπαλληλικός κώδικας δεν διευκρινίζει αν το υπηρεσιακό συμβούλιο συλλέγει αυτεπαγγέλτως τα στοιχεία ή αν αξιολογεί μόνο όσα του προσκομίζει ο αιτών την μετάταξη. Επειδή για το ζήτημα αναπτύσσεται σχετική αμφιβολία, ένεργοποιείται η αρχή "εν αμφιβολία, υπέρ του υποκειμένου των δεδομένων", βάσει της οποίας πρέπει να προκριθεί η ερμηνευτική εκδοχή που επιβάλλει την αξιολόγηση μόνο των στοιχείων που θα προσκομίσει ο αιτών.

Εξάλλου, η απόφαση της Αρχής αναφέρεται σε διατάξεις του υπαλληλικού κώδικα, οι οποίες μιλούν για την αξιολόγηση απόδοσης, αρχαιότητας και λοιπών στοιχείων του προσωπικού φακέλου του υπαλλήλου. Η διάταξη, όμως, δεν αναφέρει για αξιολόγηση των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου του υπαλλήλου. Ο πειθαρχικός φάκελος είναι βέβαιά τμήμα του γενικού φακέλου ενός υπαλλήλου. Όχι όμως ένα "απλό" και αδιάφορο τμήμα. Όσο κι αν οι πειθαρχικές καταδίκες λογίζονται ως "απλά" και όχι "ευαίσθητα" δεδομένα από τον έλληνα νομοθέτη, οι πειθαρχικές κυρώσεις αποτελούν στοιχεία ιδιαιτέρως δυσμενή για το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται. Εξάλλου, όπου ο υπαλληλικός κώδικας επιθυμεί να ρυθμίσει ζητήματα που άπτονται του πειθαρχικού δικαίου, το πράττει ρητά. Άρα και υπό το φως αυτών των λογικών σκέψεων τα "λοιπά στοιχεία του προσωπικού φακέλου" διόλου αυτονοήτως περιλαμβάνουν και τις πειθαρχικές κυρώσεις ενός υπαλλήλου.
Σε ένα τρίτο επίπεδο, γιατί άραγε εντάσσεται στα κριτήρια "απόδοση"- "αρχαιότητα" και η "αρμόζουσα συμπεριφορά εκτός υπηρεσίας", την οποία φέρεται ότι δεν επέδειξε ο εν λόγω υπάλληλος; Τι ενδιαφέρει μια τρίτη υπηρεσία το τι "ανάρμοστο" έκανε ένα υπάλληλος εκτός υπηρεσίας, δηλαδή στο πλαίσιο της μη υπηρεσιακής, άρα στο πλαίσιο της ιδιωτικής του ζωής;
Εδώ ακριβώς είναι που, δυστυχώς, αποτυγχάνει η Αρχή να δικαιώσει το ρόλο της, τουλάχιστον στο πλαίσιο των συμπερασμάτων της συγκεκριμένης υπόθεσης. Το πιο σοβαρό στοιχείο, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι η περίφημη πειθαρχική κύρωση που σπεύδει να κοινοποιήσει η μία υπηρεσία στην άλλη αφορά την εξωυπηρεσιακή συμπεριφορά του υπαλλήλου, η οποία χαρακτηρίστηκε "ανάρμοστη". Σε αυτό το σημείο ακριβώς η Αρχή θα έπρεπε να ασκήσει τον επιβαλλόμενο έλεγχο αναλογικότητας και συνταγματικότητας και να κρίνει ευθέως ότι η εξωυπηρεσιακή ζωή του υπαλλήλου εντάσσεται στο πλαίσιο του ιδιωτικού του βίου, ο οποίος προστατεύεται απο το άρθρο 9 του Συντάγματος και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Αυτό και μόνο το στοιχείο καταργει οποιαδήποτε κατασκευή περί "επιβαλλόμενης" δήθεν υποχρεωτικά χορήγησης του στοιχείου αυτού από τη μία υπηρεσία στην άλλη. Αντί να σταθεί φρουρός των προσωπικών δεδομένων του εν λόγω ατόμου, όπως οφείλει βάσει του Συντάγματος και του Ν.2472/1997, η Αρχή προσέδωσε σε ορισμένες διατάξεις του υπαλληλικού κώδικα περιεχόμενο που δεν προκύπτει με σαφήνεια, "ανακαλύπτοντας" μια αμφισβητήσιμη νομική υποχρέωση χορήγησης των στοιχείων.
Νομική υποχρέωση χορήγησης προσωπικών δεδομένων, όμως, χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, επιτρέπεται μόνον όταν προκύπτει ξεκάθαρα από διάταξη νόμου. Όχι όταν η διάταξη "ερμηνεύεται" εις βάρος του υποκειμένου των δεδομένων.
Η απόφαση αυτή δεν εγγράφεται στην ευπρόσδεκτη νομολογία της Αρχής, ούτε από νομικής απόψεως, αλλά ούτε κι από πλευράς πολιτικής και φιλοσοφίας διακίνησης προσωπικών πληροφοριών: ποια "διαφάνεια" προασπίζει εδώ η Αρχη; Το κουτσομπολιό εντός του πειθαρχικού συμβουλίου για την εξωυπηρεσιακή δράση ενός αιτούντος. Μία παράμετρο, δηλαδή, η οποία δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη σε κανένα επίπεδο υπηρεσιακής κρίσης.

Τρίτη, Ιουλίου 31, 2007

To video κινητού αποτελεί αρχείο προσωπικών δεδομένων

Σύμφωνα με την απόφαση 52/2007 της Αρχής κρίθηκε ότι ένα video που ελήφθη από κινητό τηλέφωνο, επειδή περιείχε ήχο και εικόνα που αναφέρεται σε προσδιορίσιμα πρόσωπα, αποτελεί αρχείο προσωπικών δεδομένων "έστω και προσωρινό". Σημειωτέον ότι επρόκειτο για video που γύρισε επιτόπου ο διοικητής νοσοκομείου και αποτύπωνε τα πρόσωπα τριών τραπεζοκόμων, για τις οποίες υπήρχε υπόνοια ότι είχαν αφαιρέσει τρόφιμα από το νοσοκομείο.

Η χρήση του video έγινε για σκοπούς προσδιορισμού των ονομάτων των τραπεζοκόμων, ώστε στη συνέχεια να κληθούν σε απολογία στην πειθαρχική διαδικασία.

Η Αρχή έκρινε ωστόσο ότι η λήψη αυτού του video έγινε καθ' υπέρβαση της νομοθεσίας για την προστασία προσωπικών δεδομένων και απηύθυνε σχετική σύσταση.

Πάντως, η Αρχή δεν εξέτασε σε αυτήν την απόφαση ποιες άλλες εναλλακτικές λύσεις θα είχε ο διοικητής για την ταυτοποίηση αυτών των προσώπων. Λ.χ. αφού ήθελε απλώς τα ονόματά τους για να τις καλέσει σε πειθαρχική διαδικασία, θα μπορούσε να τους τα έχει ζητήσει επιτόπου. Η Αρχή δεν αξιολόγησε κατά πόσον αυτή η λύση θα ικανοποιούσε επαρκώς τις ανάγκες της πειθαρχικής διαδικασίας ή όχι (αν λ.χ. υπήρχε ο κίνδυνος οι τραπεζοκόμοι να μην έδιναν ακριβή στοιχεία, προκειμένου να αποφύγουν την πειθαρχική διαδικασία). Αυτό που φαίνεται ότι βάρυνε και πάλι είναι η πιθανολόγηση της χαμηλής βαρύτητας της παράβασης: τα γιαούρτια, ψωμάκια και άλλα αναλώσιμα που φέρονται ότι απέσπασαν οι τραπεζοκόμοι είναι αμελητέα ενόψει της "ακτιβιστικής" καταγραφής των προσωπικών δεδομένων τους από τον διοικητή.

Εντύπωση προκαλεί ωστόσο, ότι η σύσταση που απευθύνει η Αρχή στρέφεται και κατά του -πρώην πλέον- διοικητή, στον οποίο επισημαίνεται ότι θα πρέπει στο μέλλον να σέβεται τα προσωπικά δεδομένα των εργαζομένων. Ποιων εργαζομένων, αφού πλέον δεν είναι διοικητής;

Τετάρτη, Ιουλίου 18, 2007

Σύμπραξη e-lawyer με katagelies.gr

Είναι ιδιαίτερα ευχάριστο όταν διαπιστώνει κανείς ότι το ελληνικό internet ανακαλύπτει σταδιακά την αυτορρύθμιση και την δεοντολογία. Τα news-blogs είναι μία πραγματικότητα και στο ελληνόγλωσσο διαδίκτυο, διαμορφώνοντας μια νέα ήπειρο στην υδρόγειο της σύγχρονης και ανεξάρτητης ενημέρωσης. Το μεγάλο στοίχημα, αφού η επισκεψιμότητα δεν είναι ανάλογο -οικονομικά- μέγεθος με την τηλεθέαση, βρίσκεται στην εγκυρότητα και την ποιότητα.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κατ' επανάληψη επισημάνει ότι τα μέσα ενημέρωσης, εκτός από τον χαρακτήρα τους ως εμπορικές επιχειρήσεις, επιτελούν ορισμένες φορές το ρόλο ενός public watchdog ("κέρβερος της δημοσιας ζωής") σε μια δημοκρατική κοινωνία. Ο ρόλος αυτός συνεπάγεται την τήρηση αυξημένων υποχρεώσεων ως προς την ακρίβεια, την εγκυρότητα και την νομιμότητα της προέλευσης των πληροφοριών που αναμεταδίδουν. Τα weblogs, ιδιάζουσα περίπτωση διαδραστικού μέσου ενημέρωσης που καθιστά οριζόντια τη σχέση πομπού - δέκτη (πολίτης προς πολίτη), απέχουν πολύ από το να εξισωθούν με εμπορικές επιχειρήσεις και συνεπώς, όταν επιθυμούν να παίξουν το ρόλο του public watchdog μπορούν να λειτουργήσουν απελευθερωμένα από την προσήλωση στις απαιτήσεις της αγοράς των επισκεπτών. Δυστυχώς, η εικόνα δεν είναι πάντοτε αυτή. Η χωρίς αποδεικτικά στοιχεία εκτόξευση κατηγοριών, η έμμεση απειλή και η σκανδαλολογία είναι φαινόμενα υπαρκτά και στην ελληνική blogosphere.


Το katagelies.gr είναι ένα νέο βήμα που προσφέρεται στον πολίτη της κοινωνίας της πληροφορίας για να δημοσιοποιήσει τους προβληματισμούς του και να επιστήσει την προσοχή στα κακώς κείμενα. Εκπρόσωποι από το site ζήτησαν να συμβάλλω στην προσπάθειά τους, με δεδομένη πάντα την αρχή του δικού μου ιστολογίου ότι δεν παρέχω εξατομικευμένη νομική πληροφόρηση, κινούμενος με ελευθερία λόγου και με ανεξάρτητες παρεμβάσεις. Μολονότι η καταγγελτική αντίληψη και η "εισαγγελική" αντιμετώπιση των προβλημάτων είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στην ελληνική κοινωνία, θεωρώ πιο επιτυχείς τις ολιτιστικές παρεμβάσεις-προτάσεις (που δεν επικεντρώνουν στην επίλυση περιπτωσιακών παθολογιών) και την διαμεσολαβητική επίλυση, την διαλεκτική και την πειθώ. Παρά τις αρχικές επιφυλάξεις μου, οι οποίες οφείλονται περισσότερο στην επωνυμία της ιστοσελίδας και σε κάποιες υπερβολικές, ίσως, προσκλήσεις για στηλίτευση των κακώς κειμένων, συμμετέχω σε αυτην την προσπάθεια, επειδή διαπίστωσα ότι το katagelies.gr σέβεται και αναζητά την αντίθετη άποψη, επικοινωνεί με τους καταγγελλόμενους και επιχειρεί πράγματι, με το διάλογο, να επιτύχει την επίλυση των προβλημάτων.

Σε αυτήν την κατεύθυνση βρίσκεται και η ρητή αυτοδέσμευση και αναγνώριση της σημασίας των αυτονόητων κανόνων δεοντολογίας των ιστολογίων που έχει εξαγγελθεί ήδη, μαζί με την ανακοίνωση της συμμετοχής μου. Ελπίζω να τους διαβρώσω "από μέσα" και να τους πείσω να αλλάξουν στο μέλλον και τον τίτλο του site...

Ευχαριστώ, λοιπόν, για αυτήν την πρόσκληση συνεργασίας το katagelies.gr, ευχόμενος να εξελιχθεί σε ένα site-θεσμό, αλλά διευκρινίζοντας ότι πάντα διατηρώ την αυτονομία μου ως blogger και την αυτοτέλεια του e-lawyer.blogspot.com



Σάββατο, Ιουλίου 07, 2007

Προβλήματα στις ανεξάρτητες αρχές

Η θητείες του Προέδρου του ΕΣΡ, του Προέδρου της Αρχής Προστασίας Δεδομένων, του Συνηγόρου του Πολίτη και μελών διαφόρων ανεξάρτητων αρχών έχουν λήξει εδώ και μήνες. Οι απερχόμενοι επικεφαλής των αρχών παραμένουν στις θέσεις τους «υπηρεσιακά», μέχρι την εκλογή των προσώπων που θα στελεχώσουν αυτές τις θέσεις. Αυτό όμως είναι ένα θεσμικό, θεωρητικό, ίσως και νομικό, σε ορισμένες περιπτώσεις, έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης και ανεξαρτησίας. Ο καθηγητής κ. Ν. Αλιβιζάτος έχει επισημάνει ότι ο τερματισμός της θητείας συνιστά λόγο δικαστικής ακύρωσης των αποφάσεων που λαμβάνονται από τις αρχές. Τουλάχιστον, για όσες από τις πράξεις των αρχών, ακυρώνονται δικαστικά, θα συμπλήρωνα.

Αλλού, όμως, βρίσκονται τα πιο σημαντικά, πρακτικά προβλήματα, τα οποία ο πολίτης μπορεί να βρει μπροστά του, όταν επιδιώξει να καταφύγει στην προστασία των ελληνικών ανεξάρτητων αρχών. Ορισμένα από αυτά τα προβλήματα δημοσιοποιούν και οι ίδιοι οι επικεφαλής των αρχών (έλλειψη υποδομών, χρηματοδότησης, στελέχωσης, προβληματικό θεσμικό πλαίσιο) ή και οι εργαζόμενοι επιστήμονες και οι διοικητικοί υπάλληλοι στις γραμματείες και στα τμήματα των ανεξάρτητων αρχών (μισθολογική καθήλωση, κοινωνικοασφαλιστικά ζητήματα, περιορισμένη βαθμολογική εξέλιξη).

Πέρα κι από αυτά τα εσωτερικά, συνδικαλιστικά και δημοσιονομικά θέματα, υπάρχουν κι αυτά που αντιμετωπίζουν οι ίδιοι οι πολίτες , τα οποία βέβαια δεν αναφέρονται ούτε από τα μέλη των αρχών, ούτε από τους εργαζόμενους σε αυτές. Γιατί, εν πολλοίς, οι ίδιοι –μαζί με το θεσμικό πλαίσιο- είναι οι πηγές αυτών των προβλημάτων.

Όσοι παρακολουθείτε τα κείμενα αυτού του blog γνωρίζετε ότι είμαι αναφανδόν υπέρμαχος της ύπαρξης και λειτουργίας ανεξάρτητων θεσμών που αναλαμβάνουν ρυθμιστικές δράσεις, χωρίς να υπόκεινται στην ιεραρχική κυβερνητική εξάρτηση. Όπως, εξάλλου, είμαι επίσης υπέρ της δράσης των μη κυβερνητικών οργανώσεων, καθώς και της αυτορρύθμισης και συρρύθμισης. Αυτές οι θέσεις αρχής οφείλονται στον κεντρικό θεσμικό λόγο για τον οποίο υπάρχουν και, τελικά, είναι αναγκαία τα ανεξάρτητα μορφώματα: την αποτελεσματικότητα. Εκεί που δεν μπορούν να έχουν αποτελεσματική δράση τα δικαστήρια, οι εισαγγελείς, η κυβερνητική διοίκηση, οι παραδοσιακοί θεσμοί, τα κόμματα, αναδύεται ένας νέο δημόσιο πεδίο, στο οποίο ανεξάρτητες αρχές, ΜΚΟ, αυτορρύθμιση και οι συνδυασμοί τους μπορούν να είναι, κατ’ αρχήν, αποτελεσματικοί. Οι δυσλειτουργίες που παρουσιάζονται στην πράξη (έλλειψη διαφάνειας, εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων, χειραγώγηση, γραφειοκρατία, δημοκρατικό έλλειμμα, άνιση μεταχείριση, διαφθορά) είναι στρεβλώσεις που μπορεί να οφείλονται στα πρόσωπα που υπηρετούν τους αντίστοιχους θεσμούς, στο θεσμικό πλαίσιο, σε εσφαλμένες αντιλήψεις και πρακτικές από τους πολίτες-χρήστες των υπηρεσιών. Όλα αυτά, όμως, αφενός δεν αλλοιώνουν τον αρχικό, «επίσημα» διακηρυγμένο, σκοπό και την αναγκαιότητα της λειτουργίας αυτών των θεσμών και αφετέρου είναι θεσμικά και κοινωνικά αντιμετωπίσιμα. Και το πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση και την εξεύρεση λύσεων, τόσο για τις ανεξάρτητες αρχές, όσο και για τις ΜΚΟ, είναι η δημοσιοποίηση των στρεβλώσεων και ο προσδιορισμός των προβλημάτων.

Ως πολίτης, αλλά και ως νομικός, έχει τύχει να αξιοποιήσω αρκετές φορές τις δυνατότητες που παρέχονται από τη λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών και είχα την τύχη, παλαιότερα, να απασχοληθώ σε μια ελληνική και σε μία ευρωπαϊκή ανεξάρτητη αρχή. Από τη μικρή, σχετικά, γνώση μου, εντοπίζω τα πιο βασικά «καθημερινά» προβλήματα των ανεξάρτητων αρχών, σε τομείς που οι ίδιες οι αρχές καλούνται να δώσουν το καλό παράδειγμα και να καταπολεμήσουν τις σχετικές στρεβλώσεις και παραβάσεις: διαφάνεια, καταπολέμηση των γραφειοκρατικών φαινομένων, φιλική αντιμετώπιση του πολίτη, ταχύτητα, αξιοπιστία, εξειδίκευση, αποτελεσματικότητα.

Εξαιρετικά απλές υποθέσεις που φτάνουν σε ανεξάρτητες αρχές μπορεί να τελειώσουν μετά από δύο ή και τρία χρόνια, ενώ ο νόμος επιβάλλει την κατ’ αρχήν εντός 50 ημερών διεκπεραίωση. Το θέμα της ταχύτητας συνδέεται, βέβαια, άμεσα, με την αποτελεσματικότητα: δεν είσαι, τελικά, εναλλακτικό όργανο εξωδικαστικής επίλυσης μιας διαφοράς, αν ο πολίτης μπορεί μέσα στον ίδιο χρόνο να λύσει το θέμα του δικαστικά. Η καθυστέρηση στην έκδοση αποφάσεων και την επίλυση των ζητημάτων ακυρώνει, τελικά, τον λόγο ύπαρξης μιας τέτοιας «εναλλακτικής» επιλογής. Όπως έλεγε, ακραία και αφοριστικά ίσως, ο Α. Ανδριανόπουλος σε ένα βιβλίο του, γιατί να διορίσεις άλλους δέκα υπαλλήλους για να βγει πιο γρήγορα ένα πιστοποιητικό, αντί να καταργήσεις το ίδιο το πιστοποιητικό; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ύπαρξη διαδικασιών είναι μια εγγύηση για την ισότητα. Είναι εύλογο, πάντως, να αμφιβάλλει κάποιος για την αξία μιας «ισότητας απέναντι στην ταλαιπωρία». Πολύ περισσότερο, όταν η ταλαιπωρία δεν είναι πάντα ο κανόνας: οι ευσυνείδητοι λειτουργοί που υπηρετούν στις ανεξάρτητες αρχές μπορούν να προσφέρουν εξαιρετικές υπηρεσίες, σε χρόνο που δεν τις καθιστά άκαιρες και, τελικά, αναποτελεσματικές. Αισθάνομαι ότι μπορώ πραγματικά να εμπιστευθώ τις υπηρεσίες μιας ανεξάρτητης αρχής, όταν διαπιστώνω ότι οι άνθρωποι που τις στελεχώνουν λειτουργούν χωρίς τυπολατρικές αγκυλώσεις, με γνώση, ανακλαστικά, ευαισθησία και ένστικτο για την έκβαση μιας υπόθεσης.

Έτσι ερχόμαστε σε ένα ακανθώδες ζήτημα που είναι η οργάνωση της εσωτερικής λειτουργίας των ανεξάρτητων αρχών. Η οποία, βέβαια, έχει όλα τα χαρακτηριστικά της κλασικής γραφειοκρατίας, με ορισμένα επιπρόσθετα στοιχεία:

(α) λιγότερο διοικητικό προσωπικό,

(β) υψηλού επιπέδου επιστημονικό προσωπικό,

(γ) υποαμειβόμενο, σε σχέση με την κατάρτισή του.

Υπάρχει περίπτωση κάποιος να στείλει με e-mail ή με fax την καταγγελία του σε μια ανεξάρτητη αρχή και αυτή να πρωτοκολληθεί μετά από δέκα μέρες. Χωρίς να λάβει ποτέ απάντηση επιβεβαίωσης της λήψης. Μετά από τις δέκα μέρες, μπορεί να χρειαστούν κι άλλες μέρες για να αποφασιστεί ποιος θα είναι ο αρμόδιος υπάλληλος. Μετά ο αρμόδιος υπάλληλος να εξαρτάται από τις προτεραιότητες που του έχουν τεθεί από τον προϊστάμενό του ή από τις εκκρεμότητες που ήδη τον πνίγουν. Αναμενόμενη, παραδοσιακή, κλασική, γραφειοκρατία. Την αφιερώνω σε όσους εκτιμούν το αυθεντικό φολκλόρ, ασχέτως εθνικότητας. Εξάλλου, όπου κιτς και πατρίς.

Έπειτα, οι υποθέσεις ενός πολίτη δεν θα κριθούν εξ αρχής –ίσως και ποτέ- από τα υψηλού και εγνωσμένου κύρους πρόσωπα που αποτελούν τα –εκλεγμένα από τη Διάσκεψη Προέδρων της Βουλής ή, σε άλλες περιπτώσεις, διορισμένα από την Κυβέρνηση- μέλη των ανεξάρτητων αρχών, αλλά από τους υπαλλήλους της γραμματείας των ανεξάρτητων αρχών, οι οποίοι χειρίζονται τις υποθέσεις «με εντολή Προέδρου» ή, τέλος πάντων, κατ’ εξουσιοδότηση. Το επιστημονικό προσωπικό που ουσιαστικά χειρίζεται ή εισηγείται στην Ολομέλεια της ανεξάρτητης αρχής την υπόθεση του πολίτη, αποτελεί ένα «φίλτρο», από το οποίο αναγκαστικά διέρχεται η προσφυγή –και μπορεί να κρίνεται και μόνο από εκεί- δεν είναι πάντως οι λειτουργοί με κριτήρια προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας που εκλέγονται ή διορίζονται με αυξημένες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, ελέγχεται κοινοβουλευτικά, «λογοδοτούν» στην κοινωνία, εμφανίζονται στα μ.μ.ε., υπογράφουν τις ετήσιες εκθέσεις της ανεξάρτητης αρχής. Δεν είναι, βέβαια, σπάνιες και οι περιπτώσεις στις οποίες το επιστημονικό προσωπικό είναι πολύ πιο επαρκώς καταρτισμένο ή και ευαισθητοποιημένο από τα ίδια τα μέλη της ανεξάρτητης αρχής. Τι γίνεται, όμως, όταν αυτό το προσωπικό -που ουσιαστικά θα κρίνει την υπόθεση του πολίτη- διαμορφώσει εσφαλμένη κρίση και, το χειρότερο, πείσει και τα αποφασίζοντα μέλη της αρχής ότι η θέση του είναι ορθή; Πως θα φτάσει ο πολίτης μέχρι τα ίδια τα μέλη της αρχής για να τους εξηγήσει και να τους παρουσιάσει το εσφαλμένο της κρίσης, όταν κάθε προσπάθειά του διέρχεται μέσα από το «φίλτρο» του εισηγητή; Και, κυρίως, πώς να πείσει ο πολίτης ότι ο ίδιος έχει δίκιο και όχι ο εισηγητής που είναι σαρξ εκ της σαρκός της ανεξάρτητης αρχής; Σε αρχαιότερους θεσμούς, όπως η ποινική δικαιοσύνη, αυτά έχουν λυθεί: ο εισαγγελέας που εισηγείται είναι εξίσου ανεξάρτητος με τον δικαστή που αποφασίζει. Δεν εμπίπτει ο ένας στην πειθαρχική εξουσία του άλλου, ούτε τα γραφεία τους είναι δίπλα - δίπλα, ούτε ο ένας είναι μόνιμος ενώ ο άλλος προσωρινά εκλεγμένος.

Πρόσφατα είχα την τιμή να δεχθώ έντονη τηλεφωνική επίπληξη από πρόσωπο που προΐσταται σε ανεξάρτητη αρχή. Μου καταλόγισε αντιδεοντολογική συμπεριφορά και ακτιβισμό. Ο λόγος; Υπέβαλα υπόμνημα με το οποίο δήλωνα την νομική διαφωνία μου για τις απόψεις του χειριστή μιας υπόθεσης. Λες και έπρεπε, ως δικηγόρος, να μείνω με τα χέρια σταυρωμένα και να δεχθώ αναντίρρητα μια διαφορετική άποψη. Αναρωτιέμαι ποια «δεοντολογία» επιβάλλει σε έναν νομικό να μην υπερασπίζεται τις απόψεις που πάγια υποστηρίζει, ποιος «ακτιβισμός» ασκείται μέσω υπομνήματος και, κυρίως, ποια αρμοδιότητα προβλέπει την επίπληξη σε δικηγόρο (αυστηρή υπόδειξη για το πώς να κάνει τη δουλειά του) όταν δεν είσαι το πειθαρχικό του δικηγορικού συλλόγου, στο οποίο και μόνο λογοδοτώ.

Πάντα απορούσα, για ποιο λόγο τα ίδια τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών –κατά κανόνα- δεν ασχολούνται με τις υποθέσεις των πολιτών, αλλά (στην καλύτερη περίπτωση) εξαντλούν τις δυνάμεις τους στις «μεγάλες» υποθέσεις, στην χάραξη πολιτικής, τις διεθνείς σχέσεις της αρχής, την εκπροσώπηση στα μ.μ.ε. και τις υψηλές επαφές . Θα μου πείτε, και ποιος θα τα κάνει αυτά, οι υπάλληλοι; (Που και αυτοί αναλαμβάνουν τέτοιους ρόλους, ιδίως ως προς την εκπροσώπηση των ανεξάρτητων αρχών σε διεθνή fora). Είναι πάντως προκλητικό να είναι κάποιος από τους πιο υψηλά αμειβόμενους κρατικούς λειτουργούς και να αρκείται στην διαχείριση των δημοσίων σχέσεων. Δεν υπάρχει μόνο η «επικοινωνία» (αρκετά παραμελημένη από μερικούς - αναρωτιέμαι πόσοι ξέρουν το ονοματεπώνυμο του Συνηγόρου του Καταναλωτή), υπάρχει και η ουσία.

Παλαιότερα είχα μάθει ότι υπήρχαν πρόεδροι ανεξάρτητων αρχών που συνέτασσαν οι ίδιοι τις αποφάσεις που εκδίδονταν, για να έχουν τον πλήρη έλεγχο – και την ευθύνη. Είναι πολύ πιθανό, να υπάρχουν και σήμερα μέλη και επικεφαλής ανεξάρτητων αρχών που το κάνουν - και πρέπει να το κάνουν, για να διατηρούν την επαφή τους με την πραγματικότητα και τις πιεστικές ανάγκες που την συνοδεύουν. Χωρίς, αυτό να σημαίνει, ότι οι επικεφαλής καλούνται βέβαια να υποκαταστήσουν τους ειδικούς ελεγκτές και τους υπαλλήλους της γραμματείας. Απαιτείται μια διαφανής εσωτερική θεσμική ισορροπία που να πείθει τον πολίτη ότι η υπόθεσή του κρίνεται πράγματι από την ανεξάρτητη αρχή, η οποία βρίσκεται στη συγκεκριμένη θέση βάση του Συντάγματος για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων σκοπών.

Ένα άλλο ζήτημα είναι ότι τα ίδια τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών, συνήθως επιλέγονται, βάσει του νόμου, περισσότερο με κριτήρια προσωπικής ακεραιότητας (δικαστές) αναγνωρισιμότητας, αρχαιότητας και πιστοποιημένης αυθεντίας (καθηγητές), αλλά όχι πάντα και εξειδίκευσης στον εκάστοτε τομέα: έχω ακούσει πρώην πρόεδρο ανεξάρτητης αρχής να αναφέρει ότι όταν ψηφίστηκε ο νόμος –που πρώτος εκλήθη να εφαρμόσει- δεν είχε ιδέα για το αντικείμενο. Υπάρχουν καθηγητές που στελεχώνουν ανεξάρτητες αρχές, χωρίς καν μία (1) προηγούμενη δημοσίευση στον τομέα που καλούνται, ως μέλη, να αποφασίσουν. Η ιδιότητα του αδιαμφισβήτητα αδέκαστου νομικού δεν μπορεί να είναι το μόνο κριτήριο: χρειάζεται και η εμπειρία στο συγκεκριμένο αντικείμενο της ανεξάρτητης αρχής. Δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι ο νυν Επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης και ο νυν Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής. Ένα τρίτο παράδειγμα είναι ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, ο φυσικός φορέας του οποίου ασχολείται με την προστασία προσωπικών δεδομένων από την δεκαετία του 1970. Αν ήταν Έλληνας, όμως, δεν θα μπορούσε να γίνει Πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων: ο νόμος επιφυλάσσει αυτή τη θέση μόνο σε ανώτατο δικαστή. Ο γερμανός ομόλογός του προέρχεται από τον χώρο της πληροφορικής...

Και ενώ, κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας νέων ανεξάρτητων αρχών, ήταν δικαιολογημένη η εμπιστοσύνη του νομοθέτη σε ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, σήμερα, με την εμπειρία που έχει αποκτηθεί, αλλά και με την πληθώρα ικανών στελεχών τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, η προσκόλληση στους δικαστές και τους καθηγητές απηχεί μια πεπαλαιωμένη αντίληψη για την λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών: επιτροπές "σοφών" - όχι σύγχρονες, επιχειρησιακού τύπου και ευέλικτης δράσης, διοικητικές δομές. Ακαδημαϊσμός, όχι πρακτική εμπειρία. Αυθεντία, όχι διοικητικές και επικοινωνιακές ικανότητες.

Μιλώντας για επικοινωνιακές ικανότητες, σχετικά πρόσφατα, μια ανεξάρτητη αρχή που χειριζόταν την αναφορά ενός δημόσιου προσώπου, άφησε την απόφασή της να διαρρεύσει στα μέσα ενημέρωσης, πολύ πριν ενημερώσει τον ίδιο τον αναφερόμενο και τους νομικούς του παραστάτες. Αμέσως μετά τη συνεδρίαση! Ο πολίτης αυτός, μόνο και μόνο επειδή έτυχε να είναι πρόσωπο της επικαιρότητας, ενημερώθηκε για την υπόθεσή του από τα μέσα ενημέρωσης, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να αντιδράσει πρώτος, με αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, την αμηχανία του νομικού του παραστάτη.

Περιγράφω καταστάσεις που, δυστυχώς, μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς σε οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία. Θα έπρεπε όμως να ελλείπουν στις περιπτώσεις των ανεξάρτητων αρχών, οι οποίες είναι θεσμοθετημένες για να καταπολεμούν ακριβώς αυτά τα φαινόμενα, τα οποία φαίνεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις αναπαράγουν. Οι ίδιες οι στρεβλώσεις που πηγάζουν από τις ανεξάρτητες αρχές μας ακυρώνουν, όταν συμβουλεύουμε κάποιον να στραφεί σε αυτές και όχι λ.χ. στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τους τηλεοπτικούς εισαγγελείς, για να βρει το δίκιο του. Πως είναι δυνατόν να πειστεί ο πολίτης να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες τους, όταν παρουσιάζουν την ίδια ακριβώς παθογένεια που καλούνται να αντιμετωπίσουν και όταν προκλητικά σου επιβάλλουν να ακολουθήσεις τους δικούς τους υπνωσικούς ρυθμούς και αντιλήψεις, σε μια πραγματικότητα που τρέχει και πιέζει για την εξεύρεση άμεσων, ικανοποιητικών και ισορροποιημένων λύσεων;

Όταν για πρώτη φορά ιδρύθηκαν ανεξάρτητες αρχές – στις ΗΠΑ των τελών του 19ου αιώνα – ο νομοθέτης αποφάσισε να βάλει λίγο νερό στο συνταγματικό κρασί του, από θαυμασμό για την ευελιξία και την επιτυχή λειτουργία των μεγάλων επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα, σε συνδυασμό με την κρυφή ζήλεια για την αποτελεσματικότητα του τότε διοικητικού μοντέλου της κεντρικής Ευρώπης. Οι οραματιστές της εποχής αισιοδοξούσαν ότι η διαμόρφωση μιας νέας «επιστημονικής» μορφής ενάσκησης διοίκησης, θα μπορούσε να αναπτυχθεί στους κόλπους των ανεξάρτητων ρυθμιστικών επιτροπών, εφόσον στελεχωθούν με τα κατάλληλα πρόσωπα. Η αρχική αισιοδοξία συνοδεύτηκε από πολλή περίσκεψη στις ΗΠΑ, μέσα στον προηγούμενο αιώνα, αλλά και οδήγησε και στη δημιουργία περίπου 100 –σε ομοσπονδιακό επίπεδο- ανεξάρτητων ρυθμιστικών επιτροπών!

Ένας από τους απογοητευμένους αμερικάνους μελετητές αναγνώρισε ότι οι πιο επιτυχημένες και πραγματικά ανεξάρτητες αρχές είναι αυτές που ακολουθούν ένα συγκεκριμένο και κωδικοποιημένο σύνολο κανόνων ρυθμιστικής λειτουργίας. Και κατέληξε ότι τελικά η ανεξάρτητη επιτροπή που πληροί περισσότερο από όλες αυτό το κριτήριο είναι η FED: η ομοσπονδιακή κεντρική τράπεζα. Σκέφτομαι πόσο κρίμα θα είναι να αναγκαστεί κάποιος να παραδεχθεί κάποτε ότι η πιο αποτελεσματική ελληνική ανεξάρτητη αρχή είναι η Τράπεζα της Ελλάδος.

Δευτέρα, Ιουλίου 02, 2007

Καθημερινές δίωρες στάσεις εργασίας στο Συνήγορο του Πολίτη

Ο σύλλογος εργαζομένων στο Συνήγορο του Πολίτη αποφάσισε την πραγματοποίηση από 6/6/2007 επαναλαμβανόμενων καθημερινών δίωρων στάσεων εργασίας με σκοπό την προώθηση και ευρύτερη δημοσιοποίηση των αιτημάτων των εργαζομένων για αξιοπρεπή μισθολογική μεταχείριση.

Ο σύλλογος αναφέρει στο σχετικό δελτίο τύπου ότι το επιστημονικό προσωπικό της Αρχής απασχολείται:

- χωρίς καμία μισθολογική εξέλιξη στο χρόνο,
- χωρίς επιδόματα μεταπτυχιακών σπουδών,
- χωρίς αναπροσαρμογή από το 2003 της ειδικής πρόσθετης αμοιβής που προβλέπεται για το προσωπικό των ανεξάρτητων αρχών.

Το διοικητικό προσωπικό της αρχής εξακολουθεί:

- να μην λαμβάνει το επίδομα των 176 ευρώ και άλλα επιδόματα που ελάμβανε πριν τη μετάταξη του στον ΣτΠ
-χωρίς αναπροσαρμογή από το 2003 της ειδικής πρόσθετης αμοιβής.

Ο σύλλογος αναφέρει ότι

"Παρά τις συνεχείς υποσχέσεις που λαμβάνουμε από το Φθινόπωρο του 2003 και μετά, η αντιμετώπιση του μισθολογικού προβλήματος μας παραμένει κενό γράμμα".


Αυτή η κατάσταση πλήττει την αξιοπρέπεια του προσωπικού, το κύρος και την αποτελεσματικότητα του Συνηγόρου του Πολίτη.


Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι στο προσωπικό του ΣτΠ υπηρετούν εξαίρετοι λειτουργοί, οι περισσότεροι κάτοχοι διδακτορικών διπλωμάτων. Και καταγγέλλουν ότι δεν τους αναγνωρίζεται επίδομα ούτε για το μεταπτυχιακό!!!
Είναι πραγματικά κρίμα αυτοί οι άνθρωποι, με σημαντικά προσόντα που τόσο μπορούν να βοηθήσουν στην εύρυθμη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης, να μην εισακούονται από την ηγεσία του υπ0υργείου Εσωτερικών και οι μισθοί τους να είναι της τάξης των 1.000 - 1.200 ευρώ το μήνα.
Οι δίωρες στάσεις εργασίας στην υπηρεσία του Συνηγόρου έχουν ακριβώς αυτό το νόημα. Θα έπρεπε όμως ο ίδιος ο Συνήγορος και οι Βοηθοί του να αγκαλιάσουν το θέμα και να μεταδίδουν το μήνυμα του λόγου για τον οποίο γίνεται η στάση εργασίας έστω ως μαγνητοφωνημένο μήνυμα στο τηλέφωνο και με ανάρτηση στην ιστοσελίδα της Αρχής.

Κυριακή, Ιουλίου 01, 2007

Ιδιωτικότητα δημόσιων προσώπων: υπάρχουν όρια;

Σε δύο πρόσφατες αποφάσεις της, που αφορούν αφενός το ζεύγος Νικολαϊδη-Βανδή και αφετέρου τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και τον γιο του, η ΑΠΔΠΧ ορίζει μέχρι που μπορεί να φτάσει η άντληση προσωπικών πληροφοριών και η δημοσιογραφική χρήση της.

Στην πρώτη περίπτωση, ένας paparazzi έβγαλε φωτογραφίες με τηλεφακό από την αυλή του σπιτιού του ζεύγους. Στις φωτογραφίες αυτές εικονίζεται και το παιδί του ζεύγους καθώς και άλλα άτομα. Οι εικόνες δημοσιεύθηκαν σε περιοδικό.

Στην απόφασή της η Αρχή εφαρμόζει τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού και επαναλαμβάνει προηγούμενη νομολογία της, βάσει της οποίας η ιδιότητα του δημόσιου προσώπου δεν αποκτάται "εξ αντανακλάσεως", λόγω συγγένειας με ένα δημόσιο πρόσωπο.
Ωστόσο, η Αρχή ως προς την ίδια την τραγουδίστρια, αναφέρει ότι δεν υπάρχει δικαιολογημένο ενδιαφέρον του κοινού για την ιδιωτική της ζωή. Η Αρχή αναφέρεται σε μια -αγαπημένη της- απόφαση του ΕΔΔΑ, αυτή της Καρολίνας κατά Γερμανίας, στην οποία αναφέρεται ότι το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για να επιτρέπει διείσδυση του Τύπου στην προσωπική ζωή δημόσιου προσώπου θα πρέπει να συμβάλλει σε έναν ευρύτερο δημόσιο διάλογο. Τίθενται δηλαδή και καθαρά ποιοτικά κριτήρια του "ενδιαφέροντος" της κοινής γνώμης.
Τελικά, η Αρχή επέβαλε προστιμο 30.000 ευρώ στην εταιρία του περιοδικού που δημοσίευσε τις φωτογραφίες, κυρίως επειδή αυτές είχαν ληφθεί χωρίς προηγούμενη ενημέρωση των προσώπων που εικονίζονταν (και επειδή το παιδί ήταν ανήλικο).
Σχόλιο:
Το περίεργο είναι πως, ενώ η Αρχή αποδέχεται ότι και τα πρόσωπα με κοινωνική επιρροή όπως οι καλλιτέχνες και οι αθλητές είναι "δημόσια πρόσωπα", θεώρησε ότι και για αυτά ισχύει η υποχρέωση ενημέρωσης κατά το στάδιο της λήψης προσωπικών δεδομένων. Ωστόσο, η Αρχή δεν αναφέρει πουθενά στην απόφαση για ποιο λόγο το δικαίωμα προηγούμενης ενημέρωσης εξακολουθεί να ισχύει και σε αυτήν την περίπτωση, αφού ρητά ο Ν.2472/1997 αναφέρει ότι:
"... η υποχρέωση ενημέρωσης δεν υφίσταται όταν η συλλογή γίνεται αποκλειστικά για δημοσιογραφικούς σκοπούς και αφορά δημόσια πρόσωπα".
(άρθρο 11§5).
Το μόνο που αναφέρει η Άρχή είναι ότι το δικαίωμα ενημέρωσης είναι "θεμελιώδες". Αν ήθελε να προχωρήσει σε κάποια κρίση αντισυνταγματικότητας της παραπάνω εξαιρεσης, πράγμα που δεν προκύπτει πάντως από το υπόλοιπο κείμενο, θα έπρεπε, για λόγους ασφάλειας δικαίου να το πράξει ρητά. Θα πρέπει δηλαδή οι ανεξάρτητες αρχές όταν προβαίνουν σε κρίσεις αντισυνταγματικότητας να το πράττουν με πανηγυρικό τρόπο, για να μην αναρωτιόμαστε μετά τι πράγματι ήθελαν να συμπεράνουν.
Στην δεύτερη περίπτωση, ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου κατήγγειλε την δημοσίευση στοιχείων που περιλαμβάνονται σε φορολογικές δηλώσεις του γιου του από εφημερίδα. Η Αρχή έκρινε ότι δεν υφίσταται παραβίαση της νομοθεσίας για την προστασία προσωπικών δεδομένων.
Σχόλιο:
Ενώ η Αρχή αναγνωρίζει τον καθοριστικό ρόλο του Τύπου και του δικαιώματος πληροφόρησης του κοινού για την περιουσιακή κατάσταση του επικεφαλής του ανώτατου Δικαστηρίου, δεν εξετάζει κρίσιμα ζητήματα σχετικά με τη νομιμότητα της συλλογής αυτών των δεδομένων. Δεν υπάρχει καμία αντίρρηση για τη δημοσίευση των στοιχείων, το επιβάλει εξάλλου η αρχή της διαφάνειας.
Αλλά η διαφάνεια δεν είναι άνευ όρων ούτε πρέπει να εξασφαλίζεται με κάθε μέσο: υπάρχουν συγκεκριμένες διαδικασίες που εγγυώνται ότι η άντλήση πληροφοριών γίνεται με θεμιτό τρόπο. Υπάρχει νομοθεσία για την δημοσίευση στον τύπο των δηλώσεων του πόθεν έσχες, πράγμα που αναφέρει μεν η Αρχή στην απόφασή της, αλλά δεν εξετάζει κατά πόσον τηρήθηκε αυτή η νομοθεσία. Η νομοθεσία αυτή παρακάμπτεται επειδή υπάρχει υπέρτερο δικαίωμα του κοινού για ενημέρωση; Αν η Αρχή ήθελε να εκτοπίσει τη συγκεκριμένη νομοθεσία ως αντίθετη λ.χ. στο Σύνταγμα θα έπρεπε να το κάνει ρητά. Να πει: εδώ έχουμε ένα νόμο για τη δημοσίευση των πόθεν έσχες, αλλά εγώ κρίνω ότι αυτός ο νόμος δημιουργεί εμπόδια για την ελευθερία της πληροφόρησης. Παρ΄ όλ' αυτά, εδώ ο γιος γίνεται "εξ αντανακλάσεως" δημόσιο πρόσωπο...
Ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου κατήγγειλε ότι οι δημοσιογράφοι ενδεχομένως έλαβαν τα φορολογικά στοιχεία του γιου του ενδεχομένως με χρηματισμό των υπαλλήλων της εφορίας. Η Αρχή δεν εξετάζει την νομιμότητα της συλλογής, η οποία όπως καταγγέλλεται, ενδέχεται να έγινε κατά παραβίαση και άλλων νομοθετικών διατάξεων, ο Πρόεδρος αναφέρει το ενδεχόμενο δωροδοκίας δημοσίων υπαλλήλων. Και πάλι υπερτερεί το δικαίωμα πληροφόρησης του κοινού; Η Αρχή επικαλείται τη δική της νομολογία και θεωρητικές απόψεις επ' αυτού που συνοψίζονται στο ρητό ότι παράνομη συλλογή δεν σημαίνει παράνομη δημοσιοποίηση και το αντίστροφο. Αποφαίνεται όμως μόνο για την δημοσιοποίηση και δεν ασχολείται καθόλου με τη συλλογή. Και για τη δημοσιοποίηση ωστόσο, υπάρχει αντίθετη νομολογία του ΔΕΚ (Osterreichischer Rundfunk), στην οποία η Αρχή δεν αναφέρεται καθόλου, ούτε καν για να αντλήσει a contrario επιχειρήματα.
Αυτές οι δύο αποφάσεις της Αρχής επιβεβαιώνουν την σχετική της νομολογία για τα δημόσια πρόσωπα, έχουν σαφώς θετικά στοιχεία, αλλά αφήνουν και τα ερωτήματα που διατυπώνονται παραπάνω. Στην πρώτη, ο Τύπος είναι η εμπορική επιχείρηση που επιδιώκει το κέρδος σε βάρος της ιδιωτικής ζωής και στη δεύτερη ο Τύπος είναι ο ελεγκτής των λειτουργών της δημόσιας ζωής που νομιμοποιείται να δημοσιοποιεί δεδομένα δημοσίων προσώπων, χωρις να εξετάζεται αν τηρείται η νομοθεσία για τη συλλογή τους.
Θα μπορούσε βέβαια, κανείς να το δει και ανάποδα: στην πρώτη περίπτωση ο Τύπος ελέγχει αν η πολυδιαφημιζόμενη οικογενειακή ευτυχία του ζεύγους ανταποκρίνεται στην πραγματικότητας (εν τέλει δεν μπήκαν και στην κρεβατοκάμαρά τους, για να υποστηριχθεί ότι παραβιάζεται και η αρχή της αναλογικότητας) και στην δεύτερη περίπτωση και πάλι ο Τύπος επιδιώκει να εκμεταλλευθεί εμπορικά την είδηση για την περιουσία του γιου του Αρείου Πάγου.
Στην πρώτη περίπτωση έπρεπε να ενημερωθεί η Βανδή ότι φωτογραφίζουν κρυφά την ίδια και το παιδί της, ενώ στη δεύτερη περίπτωση δεν χρειάζεται να ενημερωθεί ο γιος του Κεδίκογλου και να ελέγξουμε αν τηρήθηκε η νομοθεσία για την συλλογή αυτών των στοιχείων;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στη μία υπόθεση έχουμε, εκτος των άλλων, τα προσωπικά δεδομένα ενός ανήλικου παιδιού μιας τραγουδίστριας, ενώ στην άλλη περίπτωση έχουμε έναν ενήλικο γιο του Προέδρου του ΑΠ. Υπάρχει σοβαρή διαφορά στην ποιότητα του δημόσιου διαλόγου που μπορεί να οδηγήσει καθε μια από τις δύο περιπτώσεις. Αλλά μπορεί μόνο αυτή η ποιότητα να είναι το κριτήριο;

Σάββατο, Ιουνίου 23, 2007

H επιτήρηση των επικοινωνιών μέσω Internet στο χώρο εργασίας


Το τελευταίο διάστημα οι απολύσεις εργαζομένων για λόγους που ανάγονται στο περιεχόμενο του ηλεκτρονικού τους ταχυδρομείου ή της επικοινωνίας τους μέσω του η/υ του γραφείου τους αποτελούν πραγματικότητα και στην Ελλάδα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι εξ ορισμού παράνομες, αν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις και εγγυήσεις της νομοθεσίας: βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο πεδίο πρακτικής «σύγκρουσης» θεμελιωδών δικαιωμάτων και στην ανάγκη εξεύρεσης λύσεων.

Αποτελεί ο χώρος εργασίας ένα περιβάλλον που καλύπτεται από την προστασία της ιδιωτικότητας ή υπερισχύουν τα διευθυντικά δικαιώματα και η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής του εργοδότη;

Τις απαντήσεις σε αυτό το δύσκολο ερώτημα έρχεται να εκθέσει και να κανοναρχήσει το βιβλίο «Η επιτήρηση των επικοινωνιών μέσω Internet στο χώρο της εργασίας», του δικηγόρου κ. Στάθη Μίχου. Ο κ. Μίχος, ως διευθυντής νομικών υπηρεσιών μεγάλων εταιριών, σύμφωνα με το βιογραφικό του, βρίσκεται επαγγελματικά σε μια κομβική θέση όπου καλείται να εξισορροπήσει πρακτικά τα δύο αντίρροπα αιτήματα. Επομένως, είναι κατά τεκμήριο ένας προνομιακός παρατηρητής των συγκρούσεων αυτών και η πολύτιμη εμπειρία του εγκιβωτίζεται σε αυτό το έργο.

Στις πρώτες σελίδες ο συγγραφέας εκθέτει αντικειμενικά και με κωδικοποιητική πληρότητα τα επιχειρήματα τόσο της πλευράς των εργοδοτών όσο και της πλευράς των εργαζομένων, ως προς την αναγκαιότητα ή μη της ηλεκτρονικής επιτήρησης. Ακόμη και ο πιο παθιασμένος υπέρμαχος της προστασίας προσωπικών δεδομένων δεν μπορεί παρά να μην αναγνωρίσει την βασιμότητα και την βαρύτητα των αιτημάτων των εργοδοτών. Από την άλλη πλευρά, οι αντικρούσεις των εργαζομένων βασίζονται σε ένα σύνολο αρχών, οι οποίες θεμελιώνονται σε πάμπολλες κειμενικές βάσεις, κανονιστικές ή μη.

Τα νομικά και πρακτικά προβλήματα που παρουσιάζονται στην επιτήρηση των τηλεπικοινωνιών από την εργοδοσία δεν είναι δυνατόν να επιλυθούν χωρίς να λάβει κάποιος υπόψη το διεθνές πλαίσιο που ρυθμίζει τέτοιου είδους σχέσεις έντασης ανάμεσα στα ατομικά δικαιώματα. Γι’ αυτό και αποτελεί σημαντική προσφορά αυτού του έργου το γεγονός ότι τα θέματα εξετάζονται υπό το πρίσμα όχι μόνο της ελληνικής νομοθεσίας και νομολογίας, αλλά μέσα στο κειμενικό περιβάλλον που συγκροτείται από συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης, έγγραφα της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, αλλά και από τις βέλτιστες πρακτικές (best practices) που έχουν αναπτυχθεί σε αυτόν τον ευαίσθητο τομέα. Το έργο μάλιστα είναι ενημερωμένο μέχρι και την εντελώς πρόσφατη απόφαση Copland (2007), του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία παρατίθεται στο παράρτημα, μαζί με άλλες μείζονος σημασίας αποφάσεις γαλλικών, γερμανικών αμερικανικών δικαστηρίων, αλλά και ανεξάρτητων αρχών. Θα ήταν πιο χρηστικό, πάντως, για το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, αν οι αποφάσεις αυτές παρατίθεντο σε μετάφραση στα ελληνικά.

Ιδιαίτερα θετικό είναι ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τεκμηρίωση από εκτεταμένη ξενόγλωσση βιβλιογραφία, παραθέτοντας και τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις των κειμένων, όταν αυτά είναι αναρτημένα στο διαδίκτυο.

Το βιβλίο αυτό δεν απευθύνεται μόνο σε νομικούς, βέβαια. Ωστόσο, τα υποδείγματα εφαρμογής ορισμένων βέλτιστων πρακτικών που περιέχει αναμένεται να αποδειχθούν ιδιαίτερα χρήσιμα στην νομική πράξη.

Ένα θέμα στο οποίο θα περίμενε κανείς περισσότερες αναφορές είναι η σύνδεση του ζητήματος με το εργατικό δίκαιο και, πιο συγκεκριμένα, με την καταγγελία της σχέσης εργασίας. Στο τελευταίο μέρος του έργου παρατίθενται σημαντικές προτάσεις για τη ρύθμιση του θέματος της επιτήρησης, αλλά δεν αναλύεται η de lege lata διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσουν τα μέρη σε περίπτωση που δημιουργηθεί μια τέτοια διαφορά, τόσο σε εξωδικαστικό όσο και σε δικαστικό επίπεδο. Επίσης θα είχε ενδιαφέρον να εξεταστεί πως διαμορφώνονται οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα σε περίπτωση whistle-blowing, δηλ. προστατευόμενης καταγγελίας ενός εργαζομένου, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Η πιο σημαντική πρόταση πάντως του κ. Μίχου είναι η εισαγωγή του θεσμού του Υπεύθυνου Προστασίας Δεδομένων στις επιχειρήσεις. Πρόκειται για μια ιδιότητα που έχει γνωρίσει ιδιαίτερη υποστήριξη τον τελευταίο καιρό στην Ευρώπη: ένας υπεύθυνος, ο οποίος, ενώ υπηρετεί εσωτερικά σε μια επιχείρηση, διασφαλίζει με αντικειμενικότητα και ένα βαθμό ανεξαρτησίας από την εργοδοσία, την ορθή εφαρμογή των κανόνων προστασίας προσωπικών δεδομένων, εσωτερικά. Η δυνατότητα αυτή προβλέπεται και από το άρθρο 18§2 της Οδηγίας 95/46 και έχει θεσμοθετηθεί σε ορισμένες χώρες. Σε άλλες χώρες, ο ΥΠΔ αποτελεί θεσμό αυτορρύθμισης στον τομέα της προστασίας προσωπικών δεδομένων. Εξάλλου, σε όλα τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Επιτροπή, Κοινοβούλιο, Συμβούλιο, ΔΕΚ, Διαμεσολαβητής κλπ) υπηρετούν υποχρεωτικά τέτοιοι λειτουργοί, οι οποίοι συνεργάζονται και με την κεντρική αρχή, τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. Ο κ. Μίχος προτείνει τη θεσμοθέτηση ενός εσωτερικού Διαμεσολαβητή, ο οποίος θα εποπτεύει, εκτός των άλλων, κατά πόσον η επιτήρηση των επικοινωνιών των εργαζομένων γίνεται σύμφωνα με την νομοθεσία.

Το βιβλίο του κ. Μίχου έρχεται σε μια εποχή που τα ζητήματα της Κοινωνίας της Πληροφορίας δεν αποτελούν πια θεωρητικές προσεγγίσεις και αόριστες εξαγγελίες, αλλά πεδία καθημερινής αναζήτησης εξισορροπημένων λύσεων. Σε αυτόν τον διάλογο και την αντιπαράθεση, οι αντικειμενικές αλλά και όσο το δυνατόν πιο ενήμερες προσεγγίσεις, όπως αυτό το έργο, ξεπερνούν το στενό πλαίσιο της νομικής πράξης και συμβάλλουν στη συνειδητοποίηση των εκατέρωθεν αιτημάτων και της πιεστικής ανάγκης για συγκεκριμένες –κανονιστικές ή αυτορρυθμιστικές- απαντήσεις.

Κυριακή, Ιουνίου 17, 2007

Η ευρωπαϊκή κουλτούρα προστασίας προσωπικών δεδομένων: ομιλία του Ευρωπαίου Επόπτη στην Αθήνα!


Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών διοργανώνει εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί την 21η Ιουνίου 2007, ημέρα Πέμπτη και ώρα 19.00 στην αίθουσα τελετών του ΔΣΑ (Ακαδημίας 60) με θέμα:

«Ο ρόλος του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων στην διαμόρφωση ευρωπαϊκής κουλτούρας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων»

με ομιλητή τον κ. Peter J. HUSTINX, Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων

(ανεξάρτητη αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης)

Η ομιλία θα γίνει στην Αγγλική γλώσσα και θα υπάρχει δυνατότητα παρακολούθησής της με ταυτόχρονη διερμηνεία.

Θα ακολουθήσει συζήτηση ανάμεσα στον κ. Hustinx και το κοινό


Ένα σύντομο βιογραφικό:


Ο κ. Peter Hustinx (1945) είναι ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων (European Data Protection Supervisor) από τον Ιανουάριο του 2004. Διορίστηκε με απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ης Δεκεμβρίου του 2003 για θητεία πέντε ετών και ξεκίνησε τις δραστηριότητές του στις 2 Φεβρουαρίου 2004.

Στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος αποτελεί μονοπρόσωπη ανεξάρτητη αρχή της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, έχει ανατεθεί η επίβλεψη και τήρηση των διατάξεων του Κανονισμού 45/2001 στις επεξεργασίες προσωπικών δεδομένων που διενεργούν τα όργανα και οργανισμοί της Κοινότητας. Έχει επίσης την αρμοδιότητα για παροχή συμβουλών στα όργανα της Κοινότητας για όλα τα θέματα που αφορούν την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και το καθήκον να συνεργάζεται με τις εθνικές εποπτικές αρχές και τις εποπτικές αρχές του τρίτου πυλώνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μπορεί επίσης να παραπέμπει υποθέσεις που αφορούν την προστασία προσωπικών δεδομένων ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο κ. Hustinx ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την διαμόρφωση της νομοθεσίας για την προστασία προσωπικών δεδομένων από την αρχή, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Πριν την ανάληψη των καθηκόντων του, ήταν πρόεδρος της ολλανδικής Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων για περισσότερα από 12 έτη.

Έλαβε πτυχίο νομικής από το πανεπιστήμιο του Nijmegen, της Ολλανδίας (LLM 1970) και της Νομικής Σχολής του Michigan (MCL 1971.

Το 1971 εισήχθη στο ολλανδικό υπουργείο Δικαιοσύνης και εργάστηκε στον τομέα του συνταγματικού και του ποινικού δικαίου σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές.

Ως μέλος της Επιτροπής Ειδικών στην Προστασία Δεδομένων του Συμβουλίου της Ευρώπης, έλαβε μέρος στην προετοιμασία της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία Δεδομένων του 1981 και διαφόρων Συστάσεων σε αυτόν τον τομέα. Από το 1985 έως το 1988 ήταν πρόεδρος αυτής της Επιτροπής.

Το 1991 διορίστηκε Πρόεδρος της ολλανδικής Αρχής Προστασίας Δεδομένων και το 1997 η θητεία του ανανεώθηκε. Το Σεπτέμβριο του 2001 συνέχισε να είναι Πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων που ιδρύθηκε με το νέο νόμο για την προστασία προσωπικών δεδομένων που τέθηκε τότε σε εφαρμογή. Το 2003 διορίστηκε για μια τρίτη εξαετή θητεία.

Το 1994 ήταν Πρόεδρος της Διεθνούς Διάσκεψης Επιτρόπων Προστασίας Δεδομένων

Από το 1994 έως το 2000 ήταν προεδρεύων της Ομάδας Εργασίας του Άρθρου 29 (που αποτελείται από εκπροσώπους των Αρχών Προστασίας Δεδομένων της Ευρώπης και ιδρύθηκε με την Οδηγία 95/46).

Από το 1998 έως το 2001 ήταν Πρόεδρος της Επιτροπής Εφέσεων της Κοινής Εποπτικής Αρχής της Europol (που ιδρύθηκε με το άρθρο 24 της Συνθήκης Europol).

Από το 1986 είναι επίσης αναπληρωτής δικαστής στο Εφετείο του Άμστερνταμ.

Από τη θέση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων έχει ασκήσει καίριες παρεμβάσεις σε κάθε προσπάθεια «επίθεσης» στην ευρωπαϊκή νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Με τις γνωμοδοτήσεις του εξέφρασε την αντίθεσή του για την υποχρεωτική διατήρηση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων για σκοπούς αντεγκληματικής πολιτικής, προσπαθώντας να περιορίσει τα χρονικά διαστήματα αυτής της διατήρησης, ώστε να είναι σύμφωνη με τα συνταγματικά δικαιώματα. Επίσης, άσκησε παρέμβαση στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στη δίκη για την αποστολή προσωπικών δεδομένων επιβατών αεροπορικών πτήσεων προς τις αρχές των ΗΠΑ. Αποτέλεσμα αυτής της δίκης ήταν να ακυρωθεί η σχετική συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ.

Η ιστοσελίδα του Επόπτη με πλούσιο υλικό: www.edps.europa.eu


Πρόκειται για μια σημαντική ευκαιρία για συζήτηση με μια διεθνή προσωπικότητα στον τομέα της προστασίας της ιδιωτικότητας και των προσωπικών δεδομένων. Έχοντας παρακολουθήσει ομιλίες του Επόπτη, μπορώ να πω ότι έχει την ικανότητα να απευθύνεται σε γενικά ακροατήρια, καθιστώντας κατανοητές ακόμα και σύνθετες έννοιες συνταγματικού δικαίου.

Η παρουσία του στη Αθήνα μας παρέχει την δυνατότητα να ενημερωθούμε για τις σχετικές εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο και τη διαμόρφωση αυτού που ο Επόπτης ονομάζει "κουλτούρα" προστασίας προσωπικών δεδομένων.

Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2007

Παρουσίαση για το κίνημα ανοικτού λογισμικού από το ΙΣΤΑΜΕ

Το ΙΣΤΑΜΕ-ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ διοργανώνει ανοικτή εκδήλωση την Τετάρτη 13 Ιουνίου 2007 και ώρα 18:00 στο Ξενοδοχείο Esperia Pallas (Σταδίου 22) με θέμα: "Νέες κατευθύνσεις για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση: Ελεύθερο λογισμικό, Ανοιχτές αρχιτεκτονικές, Ανοιχτά πρότυπα και Διαλειτουργικότητα".

http://www.istame.gr/files/pdf/prosklisi-anoikto-logismiko.pdf

Η δική μου ομιλία στην εκδήλωση έχει τίτλο "Το δίκαιο της κοινωνίας της πληροφορίας και το κίνημα του ανοικτού λογισμικού: υπαρκτά και ανύπαρκτα νομικά εμπόδια".

Παρασκευή, Ιουνίου 08, 2007

O γάμος ανάμεσα σε άτομα του ίδιου φύλου δεν απαγορεύεται, κύριε Δήμαρχε!

Στην εκπομπή της Έλλης Στάη, ο Δήμαρχος Αθηνών, σε ερώτηση για το τι θα έκανε αν του ζητούσαν να παντρέψει ομοφυλόφιλους, απάντησε ότι "ο Δήμαρχος δεν νομοθετεί" (δήλωση που είχε κάνει και προεκλογικά). Δεν του ζητήθηκε όμως να νομοθετήσει, γιατί, πολύ απλά, ο νόμος δεν απαγορεύει τους γάμους ανάμεσα σε άτομα του ίδιου φύλου. Συνεπώς, αν αρνηθεί να ασκήσει την αρμοδιότητά του αυτή, ο Δήμαρχος θα έχει διαπράξει παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, αφού δεν έχει διακριτική ευχέρεια, αλλά δέσμια αρμοδιότητα να τελέσει το γάμο.

Συγκεκριμένα, οι μόνες προϋποθέσεις για τα πρόσωπα των μελλόνυμφων που θέτει ο Αστικός Κώδικας είναι οι εξής:

(α) Συμφωνία των μελλονύμφων (άρθρο 1350 §1 εδ. α ΑΚ)
(β) Οι μελλόνυμφοι πρέπει να έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους (άρθρο 1350§1 εδ. γ΄ ΑΚ), ενώ για "σπουδαίο λόγο" ένα δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει ακόμη και γάμο ανηλίκων (άρθρο 1350§1 εδ. δ΄ ΑΚ).
(γ) Οι μελλόνυμφοι δεν πρέπει να βρίσκονται σε πλήρη στερητική συμπαράσταση ή σε ψυχική διαταραχή που περιοριζει αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής τους , ή να τους έχει απαγορευθεί ειδικά η τέλεση γάμου λόγω μερικής στερητικής δικαστικής συμπαράστασης (άρθρο 1351 ΑΚ).
(δ) Να έχει λυθεί ή ακυρωθεί αμετάκλητα τυχόν υφιστάμενος γάμος τους με άλλα πρόσωπα (άρθρο 1354 ΑΚ).
(ε) Να μην είναι συγγενείς εξ αίματος σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και σε πλάγια γραμμή ως και τον τέταρτο βαθμό (άρθρο 1356 ΑΚ).
(στ) Να μην έχει υιοθετηθεί ο ένας από τον άλλο (άρθρο 1360 ΑΚ).

Επομένως, από πουθενά δεν επιβάλλει ο Νόμος να υπάρχει ετερότητα φύλου.


Αυτο που απαιτείται για τον πολιτικό γάμο είναι η έκδοση άδειας του δημάρχου (άρθρο 1368 ΑΚ). Η άδεια αυτή εκδίδεται υποχρεωτικά, αφού ερευνηθεί αν συντρέχουν οι νόμιμοι όροι για το γάμο που πρόκειται να τελεσθεί και αν έγινε γνωστοποίηση (δημοσίευση αγγελίας σε μεγάλη πόλη), όπως αναφέρει το άρθρο 1370 ΑΚ. Ο ίδιος ο νόμος αναφέρει ότι αν υπάρχουν "σπουδαίοι λόγοι", η γνωστοποίηση μπορεί να παραλειφθεί.

Αν ο αρμόδιος για την έκδοση της άδειας δήμαρχος αρνείται να την χορηγήσει, αποφασίζει το μονομελές πρωτοδικείο αμετάκλητα, με απόφαση που εκδίδεται μέσα σε δέκα ημέρες απο την κατάθεση της αίτησης.


Για την τέλεση γάμου προβλέπεται η δήλωση συμφωνίας ενώπιον δύο μαρτύρων, προς το δήμαρχο, που είναι υποχρεωμένος να συντάξει αμέσως σχετική πράξη (άρθρο 1367).


Συνεπώς, όχι μόνο δεν προβλέπεται ως προϋπόθεση η ετερότητα φύλου των μελλονύμφων, αλλά σε όλες τις διατάξεις καθίσταται σαφές ότι ο δήμαρχος δεν έχει "διακριτική ευχέρεια", αλλά δέσμια αρμοδιότητα να παντρέψει όσους έχουν τηρήσει όλες τις προϋποθέσεις.

Η άρνηση του δημάρχου αποτελεί δικαστικά ακυρώσιμη παράλειψη, καθώς παραβιάζει τον Αστικό Κώδικα και συνεπώς την αρχή της νομιμότητας.

Συνεπώς, δεν ζητά κανείς απο τον δήμαρχο να "νομοθετήσει", αλλά να τηρήσει τη νομοθεσία, εφόσον του υποβληθεί σχετική αίτηση από άτομα του ίδιου φύλου.

Η προσωπικότητα δεν κληρονομείται νομικά.

 Οι κληρονόμοι πνευματικών ή συγγενικών δικαιωμάτων έχουν μόνο τις εξουσίες που τους απονέμει ο νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία (Ν.2121/...