Παρασκευή, Ιουλίου 27, 2012

Μια νέα αρχή

Χθες το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων με εξέλεξε Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης, με την αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 που προβλέπει ο νόμος. 

Όσες και όσοι παρακολουθείτε το e-lawyer στα 7 χρόνια που λειτουργεί, γνωρίζετε την πεποίθησή μου ότι οι διαφορές των πολιτών με τις δημόσιες αρχές μπορούν και πρέπει να επιλύονται με εξωδικαστικούς τρόπους, οι οποίοι όμως δεν θα θίγουν τα ατομικά δικαιώματα χάριν του συμβιβασμού.

Με το ζήτημα του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης, του νέου θεσμού που προβλέπει ο Καλλικράτης για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών και την πρόταση βελτιώσεων των δημοτικών υπηρεσιών ασχολούμαι από το 2010, συγκροτώντας και μια ομάδα εργασίας που αναζήτησε πληροφορίες από άλλες χώρες, αλλά και  πρακτικές ιδέες για την  οργάνωση και λειτουργία του θεσμού στον Δήμο Αθηναίων. Ο θεσμός ενσωματώνει μια σύνθετη αποστολή για την ενίσχυση της δικαιοσύνης, της διαφάνειας, της ίσης μεταχείρισης, της εξασφάλισης των δικαιωμάτων δημοτών και επιχειρήσεων. Yπήρξαν δήμοι που ακολούθησαν κι εφάρμοσαν στοιχεία της πρότασης που δημοσιεύσαμε τότε. Μέσα στο 2011 εκλέχθηκαν Συμπαραστάτες σε ορισμένους δήμους και περιφέρειες και γι' αυτό η πρόταση επικαιροποιήθηκε, λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία που ενσωματώθηκε στις ετήσιες εκθέσεις τους. Η επικαιροποιημένη πρόταση συνόδευσε την χθεσινή υποψηφιότητα. 

Ευχαριστώ και συγχαίρω όλες και όλους που εργάστηκαν για την επίτευξη της ευρείας διαπαραταξιακής συναίνεσης στο δημοτικό συμβούλιο, η οποία οδήγησε τελικά στην συγκέντρωση της απαιτούμενης πλειοψηφίας.

Είμαι στη σπάνια θέση, να έχω την δυνατότητα να επιδιώξω την εφαρμογή των αρχών στις οποίες είμαι αφιερωμένος, ως νομικός. Και αυτήν την θεσμική δυνατότητα θα αξιοποιήσω σε όλη της την πληρότητα. 


Πέμπτη, Ιουλίου 12, 2012

Δικαστής διατάζει το Twitter να χορηγήσει στοιχεία

Μια δικαστική διάταξη ενός Δικαστή της Νέας Υόρκης έρχεται να επανατοποθετήσει το ζήτημα της άρσης του απορρήτου στις υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης, τουλάχιστον στο πλαίσιο του αμερικανικού δικαίου. Η υπόθεση αφορά έναν διαδηλωτή της Occupy Wall Street, ο οποίος διώκεται για ανάρμοστη συμπεριφορά, επειδή κινήθηκε στο οδόστρωμα της Γέφυρας του Μπρούκλιν, αντί για το πεζοδρόμιο. Ο διαδηλωτής ισχυρίζεται ότι οι αστυνομικοί οδήγησαν τους διαδηλωτές στο οδόστρωμα, ισχυρισμό που οι αρχές επιθυμούν να ανατρέψουν, ζητώντας από το Twitter να τους χορηγήσει δεδομένα του χρήστη προκειμένου να εξεταστεί τι ακριβώς συνέβη. 

Αρχικά ο τοπικός εισαγγελέας έστειλε μια κλήτευση στο Τwitter με το οποίο ζητούσε τα στοιχεία του χρήστη. Το Twitter ενημέρωσε τον χρήστη ότι υπήρχε αυτή η κλήτευση, με αποτέλεσμα ο χρήστης να την προσβάλλει δικαστικά. Τότε το Twitter αποφάσισε να περιμένει την απόφαση επί της προσφυγής που είχε υποβάλλει ο ίδιος ο χρήστης και μέχρι τότε να μην εκτελέσει την εντολή χορηγώντας τα δεδομένα. To δικαστήριο όμως απέρριψε το αίτημα του χρήστη, με την αιτιολογία ότι δεν είχε ιδιοκτησιακό δικαίωμα στα δεδομένα κι ως εκ τούτου, ο χρήστης δεν είχε έννομο συμφέρον να προσβάλλει την κλήτευση που απευθυνόταν στο Twitter. Πρόκειται για μια από τις αγκυλώσεις του αμερικάνικου δικαίου που εξακολουθεί σε ενα βαθμό να ταυτίζει την ιδιωτικότητα με την ιδιοκτησία, ενώ πρόκειται για προφανώς διακριτά ατομικά δικαιώματα. Ωστόσο, η απόφαση βασιζόταν και στους Όρους Χρήσης του Twitter, που δεν αναγνώριζαν ιδιοκτησιακά δικαιώματα στα δεδομένα των χρηστών, ενώ σε μεταγενέστερο χρόνο, οι Όροι μεταβλήθηκαν αναφέροντας ρητώς ότι "διατηρείτε κάθε δικαίωμά σας στο περιεχόμενο που υποβάλλετε, αναρτάτε ή παρουσιάζετε μέσω της υπηρεσίας". 

Στη συνέχεια, αφού ο χρήστης δεν είχε έννομο συμφέρον, το ίδιο το Twitter προσέβαλε την κλήτευση, προκειμένου να μην χορηγήσει τα στοιχεία του χρήστη στις αρχές. Το Twitter ανέφερε ότι δεν είναι δυνατόν να μην αναγνωρίζεται έννομο συμφέρον στους χρήστες και να πρέπει το ίδιο κάθε φορά να προσβάλλει δικαστικώς τις κλητεύσεις.  Η διάταξη που εξέδωσε ο δικαστής (βλ. εδώ) έκανε εν μέρει δεκτό το αίτημα του Twitter, περιορίζοντας τον όγκο των δεδομένων στην χρονικά κρίσιμη περίοδο (γιατί οι αρχές ζητούσαν πληροφορίες κι από μεταγενέστερες του συμβάντος περιόδους), επιβάλλοντας στο κράτος να ζητήσει την έκδοση εντάλματος έρευνας για τα υπόλοιπα δεδομένα. Ο δικαστής αναφέρει στην απόφασή του ότι τα twits αποτελούν δημόσια έκφραση και ότι δεν είναι το ίδιο με ένα e-mail, ένα dm, ένα προσωπικό chat, ή οποιοδήποτε άλλο μέσο προσωπικής συνομιλίας που υπάρχει σήμερα διαθέσιμο στο διαδίκτυο. Και καταλήγει ότι "δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία ιδιωτικότητας για τα twits που ο ίδιος ο χρήστης κατέστησε δημόσια".  Οπότε, κατά τον δικαστή είναι κρίσιμο ότι ο ίδιος ο χρήστης επέλεξε να δημοσιοποιήσει την πληροφορία, ενώ εάν ήθελε να την κρατήσει σε σφαίρα περιορισμένης προσβασιμότητας, μπορεί να είχε προχωρήσει σε αυτή την επιλογή του (υπάρχουν και "κλειδωμένα" twits, στα οποία δεν αναφέρεται η απόφαση). 

Θεωρώ ότι σε ένα βαθμό, ο αμερικάνος δικαστής υποπίπτει στο ίδιο νομικό σφάλμα της γνωμοδότησης Σανιδά του 2009, στην οποία αναφερόταν ότι "δεν υπάρχει απόρρητο στο Διαδίκτυο", για όσα λέγονται δημόσια. Ο αντίλογος είναι ότι το απόρρητο μπορεί να μην καλύπτει το περιεχόμενο ενός δημόσιου μηνύματος, καλύπτει όμως σαφέστατα τα "εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας" που υποβλήθηκαν σε επεξεργασία προκειμένου αυτό το μήνυμα να αναρτηθεί σε δημόσια θέα, δηλαδή τα δεδομένα κίνησης και θέσης, από τα οποία μπορούν να εξαχθούν πληροφορίες για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του χρήστη, μιας ταυτότητας που, ανεξάρτητα από την δημόσια έκφραση ο χρήστης μπορεί κι έχει εύλογη προσδοκία ότι παραμένει απόρρητη. Όσο κι αν δεν αρέσει σε κάποιους, το Σύνταγμα δεν επιβάλλει σε κανένα άτομο ως προϋπόθεση για την ενάσκηση της ελευθερίας της έκφρασης την υποχρέωση να υπογράφει όσα λέει.  Παράλληλα, το Σύνταγμα προβλέπει δικαστικές και νομικές εγγυήσεις για την άρση του απορρήτου: αν δεν τηρηθούν τότε θα πρόκειται για παρανόμως αποκτηθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν επιτρέπεται να λαμβάνονται υπόψη από τα δικαστήρια κι αν ληφθούν οι αποφάσεις τους θα είναι ανατρέψιμες σε επόμενους βαθμούς δικαιοδοσίας. 

Στην Ευρώπη, ένας δικαστής δεν θα ήταν νομιμοποιημένος να πει με την ευκολία του αμερικάνου ότι πρέπει να λειτουργήσει δικαιοπλαστικά σε ένα αίτημα άρσης απορρήτου. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προϋποθέτει ως ανεξαίρετο κανόνα ότι μόνο εφόσον υπάρχει νόμος (και μάλιστα προσβάσιμος για τα άτομα και προβλέψιμων συνεπειών από την τυχόν παράβασή του), μπορεί να υποχωρήσει η προστασία της ιδιωτικότητας. Δηλαδή εάν δεν υπάρχει νομική σαφήνεια και ασφάλεια δικαίου η ΕΣΔΑ δεν επιτρέπει περιορισμούς στην ιδιωτικότητα. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Copland κατά Ηνωμένου Βασιλείου ξεκαθάρισε ότι δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις ως εργοδότης δεδομένα που παράγονται από την χρήση του υπολογιστή του εργαζόμενου, εάν δεν υπάρχουν σαφείς κανονιστικές διατάξεις που αναφέρουν τις προϋποθέσεις για μια τέτοια επεξεργασία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε το Ηνωμένο Βασίλειο επειδή ο διευθυντής ενός δημόσιου κολλεγίου αναζήτησε πληροφορίες για τις ιστοσελίδες που επισκεπτόταν μια γραμματέας καθώς και των e-mail της και των τηλεφωνικών κλήσεών της, χωρίς να υπάρχει επαρκής νομική βάση, παρόλο που αφορούσε τον εξοπλισμό του κολλεγίου. Έτσι, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατέστησε απολύτως σαφές ότι είναι άλλο η ιδιοκτησία των μέσων επικοινωνίας (που ανήκε στο Δημόσιο) κι άλλο η ιδιωτικότητα του εργαζόμενου (που αφορούσε τις πληροφορίες που διακινήθηκαν μέσα από τις κρατικές υποδομές). 

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο αμερικάνος δικαστής μπορεί να είναι εύλογο και δίκαιο κατά το αμερικάνικο δίκαιο και κατά το κοινό περί δικαίου αίσθημα: να μην χρησιμοποιείται καταχρηστικά το απόρρητο για να αποφεύγεται η λογοδοσία ενώπιον των δικαστικών αρχών. Από την άλλη πλευρά, ο ευρωπαϊκός νομικός πολιτισμός, ακόμη κι αν συμφωνεί με αυτή την θέση, δεν μπορεί να παρακάμψει το θεσμικό εγγυητικό κενό σε επίπεδο ασφάλειας δικαίου: να αρθεί το απόρρητο, αλλά όχι για οποιονδήποτε λόγο και σίγουρα όχι επειδή το αποφάσισε απροϋπόθετα ένας δικαστής. Η άρση του απορρήτου είναι μια σοβαρή επέμβαση στα ατομικά δικαιώματα (όχι μόνο της ιδιωτικότητας τελικά, αλλά και της ίδιας της ελευθερίας της έκφρασης) η οποία προϋποθέτει την σύμπραξη και των τριών κρατικών λειτουργιών κι όχι μόνο της δικαιοσύνης: πρέπει ο δημοκρατικά εκλεγμένος νομοθέτης να έχει προσδιορίσει με σαφήνεια τις γενικές προϋποθέσεις που θα ισχύουν για όλους, όσων αιτείται η άρση του απορρήτου. Και οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να αποτελούν κοινή γνώση, με τα μέσα δημοσιοποίσης των κρατικών κανόνων, ώστε να είναι σε θέση καθένας να ρυθμίζει την συμπεριφορά του και να αποφεύγει απρόβλεπτες επεμβάσεις στην ιδιωτική του ζωή. 


Ευχαριστώ τον κ. Ερρίκο Κλόπφερ από τον ΣΚΑΪ που με ενημέρωσε για την υπόθεση. 


Τρίτη, Ιουλίου 10, 2012

"Μίσος στους δρόμους" - Ξενοφοβική βία στην Ελλάδα

Η διεθνής οργάνωση Human Rights Watch δημοσιοποίησε σήμερα μια έκθεση 99 σελίδων με τίτλο "Μίσος στους δρόμους - Ξενοφοβική βία στην Ελλάδα" (.pdf). Στην έκθεση καταγράφεται η αποτυχία της αστυνομίας και της δικαιοσύνης στην αποτροπή και την τιμώρηση των επιθέσεων σε μετανάστες. Η οργάνωση αναφέρει ότι παρά τα διαρκώς αυξανόμενα περιστατικά, η αστυνομία δεν επεμβαίνει αποτελεσματικά για την προστασία των θυμάτων και τη λογοδοσία των δραστών. Η έκθεση επισημαίνει ότι το δικαστικό σύστημα λειτουργεί αποτρεπτικά για την καταγγελία των περιστατικών και ο νόμος του 2008 που καθιστά επιβαρυντική περίσταση το φυλετικό μίσος δεν έχει εφαρμοστεί μέχρι σήμερα. 

Το σχετικό δελτίο τύπου της οργάνωσης μπορείτε να δείτε εδώ
Η σύνοψη της έκθεσης και οι συστάσεις είναι αναρτημένες εδώ

Μετάφραση της σύνοψης και των συστάσεων στα Ελληνικά: 


Human Rights Watch: Μίσος στους Δρόμους - Ξενοφοβία στην Ελλάδα
Περίληψη και Βασικές Συστάσεις

Aπό τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 2000, η Ελλάδα έγινε η μεγάλη πύλη μεταναστών χωρίς χαρτιά και αιτούντων άσυλο από την Ασία και την Αφρική προς την Ευρώπη. Ολόκληρη η χώρα μεταβλήθηκε δημογραφικά, λόγω της πολυετούς κακοδιαχείρισης της μετανάστευσης και της πολιτικής ασύλου, αλλά και πιο πρόσφατα, λόγω της βαθιάς οικονομικής κρίσης. Το κέντρο της Αθήνας, ιδίως, περιλαμβάνει μεγάλο πληθυσμό αλλοδαπών που ζουν σε ακραία φτώχεια, καταλαμβάνοντας εγκαταλειμένα κτίρια, πλατείες και πάρκα. Ενώ οι τουρίστες είναι καλοδεχούμνοι, οι μετανάστες και οι αιτούντες άσυλο αντιμετωπίζουν ένα εχθρικό περιβάλλον, ενώ κινδυνεύουν να κρατηθούν σε απάνθρωπες και εξευτελιστικές συνθήκες, να υποφέρουν από την ένδεια και να υποστούν ξενοφοβική βία.

"Είμαστε άνθρωποι και δεν επιτρέπεται να μας μεταχειρίζονται έτσι. Δεν είμαι ζώο να με κυνηγούν με ρόπαλαDouglas Kesse, από την Γκάνα, αιτών άσυλο, 11.1.2012.



Τον Μάιο του 2011, ύστερα από τον φόνο ενός Έλληνα, του Μανώλη Καντάρη, στο κέντρο της Αθήνας, συμμορίες Ελλήνων, με προφανές κίνητρο τα αντίποινα για τον φόνο, επιτέθηκαν αδιακρίτως σε μετανάστες και αιτούντες άσυλο, κυνηγώντας τους στους δρόμους, πετώντας τους έξω από λεωφορεία, χτυπώντας και μαχαιρώνοντάς τους.

Το ξέσπασμα της αντιμεταναστευτικής βίας αποτελούσε λόγο σοβαρής ανησυχίας. Ωστόσο, οι επιθέσεις εναντίον μεταναστών και αιτούντων άσυλο είχαν ξεκινήσει πολύ πριν τον Μάιο του 2011 και συνεχίστηκε από τότε με τρομακτική συχνότητα, τόσο στην Αθήνα, όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Μετανάστες και αιτούντες άσυλο μίλησαν στην Human Rights Watch για άτυπα απαγορευμένες περιοχές της Αθήνας, κατά τις βραδινές ώρες, λόγω του φόβου επιθέσεων από συχνά μαυροφορεμένες ομάδες Ελλήνων με βίαιες προθέσεις. Ο Yunus Mohammadi, πρόεδρος της ένωσης Αφγανών στην Ελλάδα, μας είπε ότι άρχισε να δείχνει στους νεοαφιχθέντες έναν χάρτη της Αθήνας με μια κόκκινη γραμμή γύρω από τις περιοχές που πρέπει να αποφεύγουν. "Αυτό ακριβώς έκανα στο Αφγανιστάν με τον Ερυθρό Σταυρό, για περιοχές που οι άνθρωποι δεν έπρεπε να πηγαίνουν επειδή γίνονταν μάχες", λέει ο  Mohammadi said. “Και να τώρα, που κάνω το ίδιο πράγμα σε μια Ευρωπαϊκή χώρα". Μια χώρα που υπερηφανεύεται για την φιλοξενία της, η Ελλάδα, έχει γίνει από την περασμένη δεκαετία μια χαρακτηριστικά αφιλόξενη χώρα για πολλούς αλλοδαπούς. Ενώ οι τουρίστες είναι ευπρόσδεκτοι, οι μετανάστες και οι αιτούντες άσυλο αντιμετωπίζουν ένα εχθρικό περιβάλλον ενώ κινδυνεύουν να κρατηθούν σε απάνθρωπες και εξευτελιστικές συνθήκες, να υποφέρουν από την ένδεια και να υποστούν ξενοφοβική βία. 


Η παρούσα έκθεση βασίζεται σε συνεντεύξεις του Human Rights Watch που έγιναν με 59 ανθρώπους, οι οποίοι έπεσαν θύματα ή ξέφυγαν από ένα ξενοφοβικό περιστατικό, συμπεριλαμβανομένων 51 σοβαρών επιθέσεων μεταξύ του Αυγούστου 2009 και του Μάιου 2012. Στα θύματα σοβαρών επιθέσεων περιλαμβάνονται μετανάστες και αιτούντες άσυλο εννέα διαφορετικών εθνικοτήτων, καθώς και δύο έγκυες γυναίκες. Από τις καταθέσεις των θυμάτων προκύπτουν κοινά χαρακτηριστικά: οι περισσότερες επιθέσεις γίνονται την νύχτα, σε κεντρικές πλατείες ή κοντά σε αυτές. Οι επιτιθέμενοι, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και γυναίκες, ενεργούν σε ομάδες και συνήθως φέρουν μαύρα ρούχα, με καλυμμένα από κουκούλες ή κράνη πρόσωπα. Δεν σπανίζουν οι επιθέσεις με γυμνές γροθιές, αλλά οι δράστες φέρουν συχνά επίσης ρόπαλα ή μπουκάλια μπύρας ως όπλα. Oι περισσότερες επιθέσεις συνοδεύονται από προσβολές και παραινέσεις εγκατάληψης της Ελλάδας και σε μερικές περιπτώσεις οι δράστες επίσης ληστεύουν τα θύματα.

Μεταξύ των μεταναστών και αιτούντων άσυλο που συνάντησε και πήρε συνέντευξη η Human Rights Watch είναι και ο Ali Rahimi, ένας Αφγανός αιτών άσυλο, τον οποίο μαχαίρωσαν πέντε φορές στον κορμό, έξω από ένα διαμέρισμα στον Άγιο Παντελεήμονα, τον Σεπτέμβριο του 2011. Ο  Mehdi Naderi, ένας Αφγανός μετανάστης χωρίς χαρτιά έχει μια ευδιάκριτη ουλή στην μύτη από μια επίθεση του Δεκεμβρίου του 2011, κατά την οποία τον χτύπησαν με ξύλα και σιδερόβεργες κοντά στην πλατεία Αττικής. Και το αριστερό χέρι μιας Αφγανής πρόσφυγα, της Maria N. σκίστηκε όταν την χτύπησαν δύο άντρες σε μια μοτοσυκλέτα, με ένα ξύλινο ρόπαλο με καρφιά. 

Οι ανησυχίες για την αυξανόμενη εγκληματικότητα και την αστική υποβάθμιση έχουν γίνει κυρίαρχο στοιχείο στις καθημερινές συζητήσεις καθώς και στον πολιτικό διάλογο. Κόμματα όλου του ιδεολογικού φάσματος συνδέουν κανονικά και ρητά την αντικανονική μετανάστευση με την παθογένεια της πόλης. Η χωρίς χαρτιά μετανάστευση και η εγκληματικότητα στην Αθήνα ήταν στην κορυφή των θεμάτων συζήτησης στις εθνικές εκλογές του Μάη και Ιούνη 2012. Εθνικιστικά, ακροδεξιά κόμματα όπως η Χρυσή Αυγή έχουν αποκτήσει ισχύ και μεγάλη δημοτικότητα τα τελευταία χρόνια, λόγω της εκμετάλλευσης του αντιμεταναστευτικού αισθήματος. Έχοντας κερδίσει μια έδρα στο δημοτικό συμβούλιο της Αθήνας το 2012, η Χρυσή Αυγή έλαβε αρκετές ψήφους τον Ιούνιο του 2012 στις εθνικές εκλογές, ώστε να εισέλθει στην Βουλή για πρώτη φορά στην ιστορία της. Θα έχει 18 έδρες.

Η εκμετάλλευση της εύλογης ανησυχίας για την εγκλημτικότητα, σε συνδυασμό με την ευρύτατη δυσχέρεια που επέφερε η οικονομική κρίση, εμφανίζεται να ενδυναμώνει ένα κλίμα έλλειψης ανοχής απέναντι στους μετανάστες και τους αιτούντες άσυλο. Όπως είπε ένας κάτοικος της Αθήνας, "ποτέ δεν ήμουν ρατσιστής, αλλά τώρα έγινε. Γιατί δεν μπορούμε να τους στείλουμε όλους πίσω;" Οι λεγόμενες ομάδες πολιτών έχουν ξεφυτρώσει μέσα στα τελευταία χρόνια στο κέντρο της πόλης ως αυτόκλητες μονάδες παρακολούθησης, ισχυριζόμενες ότι έχουν οργανώσει περιπολίες στους δρόμους και ότι προστατεύουν τους κατοίκους διώχνοντας τους μετανάστες. Αφίσες με μισαλλόδοξα μηνύματα κατά των μεταναστών που υπογράφονται από αυτές τις ομάδες βρίσκονται αναρτημένες σε όλη την πόλη. Μολονότι δεν υπάρχει κάποια γνωστή αστυνομική έκθεση ή δικαστική απόφαση που να συνδέει τις ομάδες πολιτών με τις συμμορίες που οργανώνουν τις βίαιες επιθέσεις σε μετανάστες και αιτούντες άσυλο, υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ώστε να υποτεθεί ότι οι δράστες αυτών των  βίαιων επιθέσεων είναι μέλη ή σχετιζόμενοι με αυτές τις ομάδες. Δύο άνδρες και μια γυναίκα που είναι υπόδικοι για το μαχαίρωμα ενός Αφγανού αιτούντος άσυλο τον Σεπτέμβριο του 2011 φέρονται ως μέλη μιας ομαδας πολιτών και τέτοιες ομάδες υπογράφουν απειλητικές αφίσες που έχουν αναρτηθεί στο κέντρο της Αθήνας. Οι κάτοικοι αποδίδουν ή κατηγορούν αυτές τις ομάδες που οργανώνουν δράσεις εναντίον των μεταναστών, όπως το κλείσιμο της παιδικής χαράς του Αγίου Παντελεήμονα, επειδή είχαν πολλούς αλλοδαπούς.

Η πραγματική έκταση της ξενοφοβικής βίας στην Ελλάδα είναι άγνωστη. Οι κυβερνητικές στατιστιές δεν είναι αξιόπιστες, λόγω της αποτυχίας του συστήματος της ποινικής Δικαιοσύνης στην έρευνα και δίωξη εγκλημάτων μίσους. Σοβαρό πρόβλημα είναι και ότι τα θύματα, ιδίως οι μετανάστες χωρίς χαρτιά, αποφεύγουν να καταγγέλλουν τα εγκλήματα. Η Ελληνική κυβέρνηση αναφέρει ότι σε όλη τη χώρα το 2009 έγιναν μόνο δύο εγκλήματα μίσους, ενώ το 2008 ένα. Τον Μάιο 2012 ο αρμόδιος εισαγγελέας της Αθήνας που έχει λόγω αρμοδιότητας όλες τις πληροφορίες όσον αφορά τα εγκλήματα μίσους είπε στην Human Rights Watch ότι από το 2011 υπάρχουν εννέα υπό εξέταση υποθέσεις ως πιθανά εγκλήματα μίσους.

Οι πηγές των μη κυβερνητικών οργανώσεων βοηθούν να καλυφθούν τα κενά. Τον Ιούνιο του 2011, ο διευθυντής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, Νικήτας Κανάκης, εκτιμούσε ότι στην κλινική της οργάνωσης στην Αθήνα είχαν περιθάλψει 300 θύματα ρατσιστικών επιθέσεων. Ο Τζανέτος Αντύπας, επικεφαλής της Ελληνικής μη κυβερνητικής οργάνωσης (ΜΚΟ) Πράξις είπε ότι είχαν περιθάλψει 200 θύματα κατά την ίδια περίπου περίοδο. Τέλος, ένα δίκτυο ΜΚΟ κατέγραψε 63 περιστατιά μεταξύ του Οκτώβρη και του Δεκέμβρη 2011 στην Αθήνα και την πάτρα. Η Ελλάδα έχει σαφείς υποχρεώσεις σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο των ανθρώπινων δικαιωμάτων να λαμβάνει αποτελεσματικά μέτρα για να αποτραπεί η ρατσιστική και ξενοφοβική βία, να εξεταστούν και να διωχθούν οι δράστες και πρέπει να καταδικάζει δημόσια και απερίφραστα αυτή τη βία. Αυτές οι υποχρεώσεις ισχύουν ανεξάρτητα από το εάν οι δράστες είναι υπάλληλοι του κράτους. 

Οι υποθέσεις που καταγράφονται σε αυτή την έκθεση δείχνουν ότι οι μετανάστες και αιτούντες άσυλο δυσχερώς μπορούν να δικαιωθούν. Τα θύματα των ξενοφοβικών επιθέσεων στην Αθήνα αντιμετωπίζουν πολλά εμπόδια στην καταγγελία των εγκλημάτων και στην ενεργοποίηση μιας αστυνομικής αντιμετώπισης των επιθέσεων. Οι εισαγγελείς και τα δικαστήρια δεν έχουν καταφέρει μέχρι τώρα να διώξουν επιθετικά την ρατσιστική και ξενοφογική βία. Λόγω της οικονομικής κρίσης και με το βάρος του ελέγχου της αντικανονικής μετανάστευσης, οι εθνικές αρχές - όπως και η ΕΕ και η διεθνής κοινότητα γενικά - έχουν κλείσει τα μάτια τους. Προκειμένου να εναρμονιστεί με το ευρωπαϊκό δίκαιο, η Ελλάδα τροποποίησε το 2008 τον Ποινικό Κώδικά της, αναγνωρίζοντας το ρατσιστικό κίνητρο ως επιβαρυντική περίσταση για την επιμέτρηση των ποινών. Mια εγκύκλιος του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη το 2006 προς την Ελληνική Αστυνομία διέταξε την αστυνομία να διερευνά το πιθανό ρατσιστικό κίνητρο κατά την τέλεση εγκλήματος, όταν το επικαλούνται τα θύματα ή οι μάρτυρες, όταν αυτό υποστηρίζεται από ενδείξεις, όταν συνομολογείται από τον δράστη ή τους δράστες ή όταν ο φερόμενος δράστης/δράστες και το θύμα/τα θύματα του εγκλήματος ανήκουν σε διαφορετικές φυλετικές, θρησκευτικές ή κοινωνικές ομάδες ή αυτοπροσδιορίζονται έτσι. Πρατικά, η αστυνομία εμφανίζεται πλημμελώς προετοιμασμένη ή πλημμελώς διαθέσιμη για εξέταση καταγγελιών ρατσιστικής βίας. Δεν υπάρχει ειδική πρακτική εκπαίδευση στις αστυνομικές ακαδημίες και δεν υπάρχουν εξειδικευμένοι υπάλληλοι με αρμοδιότητα την επιδίωξη ή εποπτεία εξέτασης για πιθανά εγκλήματα μίσους. Ενώ οι αναφερόμενοι έχουν άμεση βοήθεια - καλώντας για παράδειγμα ένα ασθενοφόρο- η Human Rights Watch άκουσε κατ΄επανάληψη ότι η αστυνομία αποθαρρύνει τα θύματα για την υποβολή επίσημων καταγγελιών. Τα θύματα που εξετάσαμε αναφέρουν ότι οι αστυνομικοί τους είπαν πως είναι ανούσιο να υποβάλουν μήνυση εάν δεν μπορούν να υποδείξουν θετικά τους δράστες ή ότι θα πρέπει απλώς να οργανωθούν να απαντήσουν. Η αστυνομία είπε στην Human Rights Watch ότι είναι δύσκολο να διερευνήσουν εγκλήματα κουκουλοφόρων. Ωστόσο, η αποτυχία της αστυνομίας στην αποτροπή ή την επιδίωξη διερεύνησης ακόμη και σε περιοχές που η βια είναι προβλέψιμη κι επαναλαμβανόμενη, αποδυναμώνει αυτή τη δικαιολογία. Τρία θύματα που επέμειναν ότι ήθελαν να βρουν το δίκιο τους έλαβαν την απάντηση ότι πρέπει να πληρώσουν ένα παράβολο 100 ευρώ που θεσπίστηκε το 2010 για να αποθαρρύνει τις αβάσιμες μηνύσεις, μολονότι δικαστικοί λειτουργοί είπαν στην Human Rights Watch ότι τα εγκλήματα μίσους πρέπει να διώκονται αυτεπαγγέλτως, χωρίς να πρέπει το θύμα να υποβάλει επίσημη μήνυση (ή παράβολο). Τέλος, οι μετανάστες χωρίς χαρτιά έμαθαν ότι μπορει να τους επιβληθεί κράτηση εάν επιμείνουν να διεκδικήσουν το άνοιγμα μιας ποινικής υπόθεσης. Πράγματι, ο φόβος της κράτησης και της απέλασης είναι διάχυτος στις συνεντεύξεις, ως ο βασικός λόγος για τον οποίο οι μετανάστες ήταν επιφυλακτικοί στην αναζήτηση βοήθειας μετά από μια επίθεση, μολονότι η Human Rights Watch δεν κατέγραψε κάποια υπόθεση στην οποία τα θύματα όντως να κρατήθηκαν ή να απελάθηκαν από την Ελλάδα κατόπιν υποβολής μηνύσεως. 

Οι απαντήσεις από την Δικαιοσύνη ήταν επίσης ανεπαρκείς. Όπως προαναφέρθηκε, το ρατσιστικό κίνητρο θεσπίστηκε ως επιβαρυντική περίσταση της τέλεησςη του εγκλήματος, το 2008, δίνοντας στους δικαστές την ευχέρεια να επιβάλουν την ανώτατη ποινή για κάθε δεδομένο έγκλημα. Απ' όσο γνωρίζουμε, ο ρατσισμός ως επιβαρυντική περίσταση δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί, σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την θέσπιση του. Η Εισαγγελία πρωτοδικών Αθηνών δεν έχει εξειδικευμένους εισαγγελείς για τον άμεσο χειρισμό ή την εποπτεία των εγκλημάτων μίσους, όπως αυτά που οφείλονται σε ρατσιστική ή ξενοφοβική βία. 

Οι εθνικές αρχές σε μεγάλο βαθμό τείνουν να υποβαθμίσουν την έκταση του προβλήματος, αλλά τελευταία έχουν γίνει θετικά βήματα. Μια διυπουργική ομάδα εργασίας συνεδρίασε τον Απρίλιο του 2012 προκειένου να συζητήσει μέτρα για την έγερση της επίγνωσης όσον αφορά την ρατσιστική και ξενοφοβική βία στην αστυνομία, όπως επίσης και να βελτιωθεί η καταγραφή των ρατσιστικών εγκλημάτων. Αυτά περιλαμβάνουν την χρήση μιας ειδικής φόρμας από την αστυνομία και το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης και την δημιουργία μιας κεντρικής βάσης δεδομένων στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Επίσης, τον Απρίλιο του 2012, το υπουργείο Δικαιοσύνης ζήτησε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να συντάξει ειδικές κατευθυντήριες γραμμές προς τους εισαγγελείς, ώστε να τους βοηθήσει να χειριστούν την ρατσιστική βία. Τέλος, υπάρχι συζήτηση σχετικά με την μεταρρύθμιση του ποινικού δικαίου ώστε να ενδυναμωθεί το πεδίο εφαρμογής και η εφαρμογή της επιβαρυντικής περίστασης του ρατσιστικού κινήτρου. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει να παίξει έναν σοβαρό ρόλο ώστε να εξασφαλίσει ότι η Ελλάδα τηρεί την υποχρέωσή της να αποτρέψει και να διώξει αποτελεσματικά την ρατσιστική βία. Μέχρι τώρα, τα Ευρωπαϊκά όργανα έχουν δώσει λίγη έως καθόλου προσοχή στην ενίσχυση του αντιμεταναστευτικού αισθήματος και στα περιστατικά εναντίον μεταναστών και αιτούντων άσυλο. Υπάρχει ακόμη η πίεση στην Ελλάδα από τους Ευρωπαίους γείτοντές της να έχει την ευθύνη για έναν δυσανάλογα μεγάλο αριθμό αιτούντων άσυλο αφενός και να διασφαλίσει τα εσωτερικά κι εξωτερικά σύνορα της ΕΕ αφετέρου, γεγονός που έχει συμβάλει στην παρούσα αφόρητη κατάσταση. Οι σοβαρές περικοπές στον προϋπολογισμό που απορρέουν από τα μέτρα λιτότητας που έλαβε η Ελλάδα έχουν επίσης αποδυναμώσει την αστυνομική δύναμη και την παροχή των υπηρεσιών που θα μπορούσαν να βοηθήσουν την αποτροπή κοινωνικών εντάσεων και την γιγάντωση της βίας. 

Ωστόσο, αυτή η πραγματικότητα δεν απαλλάσσει την Ελλάδα από το καθήκον της να αντιμετωπίσει τον ρατσισμό και την ξενοφοβία. Δεν υπάρχει δικαιολογία για την κάλυψη με ασυλία των συμμοριών βίας που βλάπτουν μετανάσες και αιτούντες άσυλο. Οι Ελληνικές αρχές πρέπει να λάβουν επείγοντα μέτρα για να εξαλείψουν αυτό το ανησυχητικό φαινόμενο. 


Κύριες συστάσεις

Στην Ελληνική Κυβέρνηση


• Δημόσια και κατηγορηματική καταδίκη, στο ανώτατο επίπεδο, των περιστατικών ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας. 



• Επείγουσα αντιμετώπιση των ελλείψεων της αστυνομίας όσον αφορά την αποτροπή και διερεύνηση καταγγελιών ρατσιστικής βίας με:
- γρήγορη εισαγωγή ειδικής φόρμας για την καταγραφή ισχυρισμός ρατσιστικής βίας και της κεντρικής βάσης δεδομένων
- διοργάνωση υποχρεωτικής και κατάλληλης εκπαίδευσης σε όλα τα επίπεδα και εντός υπηρεσίας εκπαίδευση στη διαλεύκανση, αποτροπή, αντιμετώπιση και διερεύνηση των εγκλημάτων μίσους, συμπεριλαμβανομένων των εγκλημάτων ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας για όλους τους αστυνομικούς υπαλλήλους και
- έκδοση αναλυτικών οδηγιών για την αστυνομία σχετικά με την διερεύνηση των εγκλημάτων μίσους, συμπεριλαμβανομένης της ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας
και


• Θέσπιση κι εφαρμογή μιας αποτρεπτικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της ξενοφοβικής βίας, συμπεριλαμβανομένων των κατάλληλων εφοδίων επιβολής του νόμου σε περιοχές με υψηλούς δείκτες τέτοιας βίας.


• Διασφάλιση είτε μέσω νομοθεσίας είτε μέσω δεσμευτικών εγκυκλίων ότι ανεξάρτητα από τη φύση της προσβολής, κάθε έγκλημα που μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως έγκλημα μίσους αποτελεί αντικείμενο υποχρεωτικής κρατικής δράσης - διερεύνησης και δίωξης - χωρίς την προϋπόθεση του να καταβληθεί από το θύμα το παράβολο των 100 ευρώ. 


• Βελτίωση της ανταπόκρισης της δικαιοσύνης με 
- αναθεώρηση του Ποινικού Κώδικα ώστε να βελτιωθεί το εύρος και η εφαρμογή της επιβαρυντικής περίστασης του ρατσιστικού κινήτρου,
- οργάνωση κατάλληλης εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένης της διενέργειας ειδικών σεμιναρίων σε τμήματα διαρκούς επαγγελματικής εκπαίδευσης για τους εισαγγελείς και τους δικαστές στην εθνική και ευρωπαϊκή αντιρατσιστική νομοθεσία και 
- ενθάρρυνση του διορισμού ενός ή περισσότερων ειδικών εισαγγελέων σε εισαγγελίες όπως της Αθήνας, προκειμένου να παράσχουν τεχνική εξειδίκευση σε συναδέλφους τους για την δίωξη τέτοιων υποθεσεων. 

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η Γενική Διεύθυνση Δικαιοσύνης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα πρέπει να αξιολογήσει την συμμόρφωση της Ελλάδας με τις υποχρεώσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων όσον αφορά την πρόληψη και την δίωξη ρατσιστικής και άλλης βίας μίσους και να επιχορηγήσει την υποστήριξη πρωτοβουλιών για να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις στην κρατική δράση εναντίον της ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας, όπως επίσης και να επιχορηγήσει εκστρατείες ενημέρωσης του κοινού.


Πέμπτη, Ιουλίου 05, 2012

Mεταβολή "μικρού" ονόματος για συνειδησιακούς λόγους


Η μεταβολή του κύριου ("μικρού")  ονόματος για συνειδησιακούς λόγους απασχολεί ολοένα και περισσότερους πολίτες. Από τη στιγμή που γνωστοποιήθηκε ότι η διαγραφή θρησκεύματος από τα ληξιαρχεία γίνεται με μια απλή δήλωση, υπήρξαν αιτήματα πολιτών για διαγραφή. Στη συνέχεια, αυτούς τους πολίτες απασχολεί το αίτημα της μεταβολής κύριου ονόματος που αντιστοιχεί σε ιερές μορφές του αρχικού θρησκεύματός τους. Ενώ όμως η διαγραφή του θρησκεύματος, όπως και η μεταβολή του επωνύμου, γίνονται με αιτήσεις προς την Διοίκηση, η μεταβολή του κύριου ονόματος αποφασίζεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση (άρθρ. 13 παρ. 1 Ν 344/1976).

Ο νόμος αναφέρει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει το κατά πόσον υπάρχει "σπουδαίος λόγος", ο οποίος δικαιολογεί την μεταβολή του κύριου ονόματος. Υπάρχουν, για παράδειγμα, δικαστικές αποφάσεις που απορρίπτουν την μεταβολή του κύριου ονόματος όταν ο επικαλούμενος λόγος κρίνεται ήσσονος σημασίας. Δεν λείπουν πάντως και αποφάσεις κατά τις οποίες ένα μη εύηχο όνομα δικαιολόγησε τέτοια μεταβολή. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση αφορά την μεταβολή του ονόματος "Γκόλφω", λόγω του προβλήματος που αντιμετώπιζε η αιτούσα από τον συσχετισμό της με ηρωϊδα διαφήμισης ανθρακούχου νερού! Λόγοι συνειδησιακοί πάντως, όπως είναι η μεταβολή του θρησκεύματος, έχουν ήδη κριθεί επαρκείς για την μεταβολή. Στην απόφαση 430/2003, το μονομελές πρωτοδικείο Πάτρας έκρινε ότι η μεταβολή του θρησκεύματος αποτελεί και σπουδαίο λόγο για την μεταβολή του κύριου ονόματος: "«…η βούληση του αιτούντος για μεταβολή του ονόματός του, ενόψει της ανωτέρω μεταβολής της θρησκευτικής του πίστης, κρίνεται δικαιολογημένη και επιβαλλόμενη από σπουδαίο λόγο, που συνδέεται άρρηκτα με την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση του, ως και κατ` ουσία βάσιμη και να μεταβληθεί το κύριο όνομα αυτού, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα...».

Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να αναθέσουν την σχετική εντολή σε πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος υποβάλλει το αίτημα στο δικαστήριο και το κοινοποιεί με δικαστικό επιμελητή στον αρμόδιο εισαγγελέα. Κατά την ημέρα της δικασίμου, προσκομίζονται όλα τα σχετικά έγγραφα που υποστηρίζουν το αίτημα και, στη συνέχεια, αναμένεται η έκδοση της απόφασης. Σε περίπτωση θετικής έκβασης, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία διατάσσεται η μεταβολή του ονόματος προσκομίζεται στο ληξιαρχείο, το οποίο είναι υποχρεωμένο να προβεί στην σχετική μεταβολή.  

Τετάρτη, Ιουλίου 04, 2012

Πρόστιμο για προσωπικά δεδομένα σε πολιτική αφίσα


Πρόστιμο ύψους 3.000 ευρώ επέβαλε η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα σε πολιτικό φορέα για την χρήση προσωπικών δεδομένων σε  αφίσα (βλ. την απόφαση 117/2012 εδώ). Συγκεκριμένα, επρόκειτο για τη χρήση φωτογραφίας τριών προσώπων, τα οποία συμμετείχαν στην συνάντηση των Αγανακτισμένων στο Σύνταγμα στις 25.5.2011, εικόνα που  χρησιμοποιήθηκε χωρίς τη συγκατάθεσή τους, σε μεγάλου μεγέθους πολιτική αφίσα, η οποία τοποθετήθηκε σε κεντρικούς δρόμους διαφόρων πόλεων. 

Η απόφαση της Αρχής λαμβάνει υπόψη της ότι η πολιτική επικοινωνία αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα, το οποίο βασίζεται στα άρθρα 5, 5Α και 14 του Συντάγματος. Από την άλλη πλευρά, η προστασία των προσωπικών δεδομένων και ο σεβασμός στην ιδιωτική ζωή γνωρίζουν επίσης συνταγματική κατοχύρωση στα άρθρα 9 και 9Α του Συντάγματος. Στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι κατ' αρχήν το δικαίωμα της πολιτικής πληροφόρησης αποτελεί υπέρτερο έννομο συμφέρον, το οποίο υπερέχει προφανώς του δικαιώματος του ατόμου για προστασία  των προσωπικών του δεδομένων. 

Ωστόσο, η χρήση της εικόνας του προσώπου των τριών συμμετεχόντων στην εκδήλωση των Αγανακτισμένων, κρίθηκε από την Αρχή ότι μπορούσε να δημιουργήσει στο μέσο πολίτη την πεπλανημένη εντύπωση ότι οι εικονίζόμενοι ανήκουν πολιτικά στο χώρο του εν λόγω πολιτικού φορέα. Έτσι, η χρήση της φωτογραφίας αποτελούσε ένα ανακριβές προσωπικό δεδομένο και μάλιστα ευαίσθητο, καθώς κρίθηκε ότι θα μπορούσε να αντανακλά τις πολιτικές πεποιθήσεις των εικονιζόμενων (τα ευαίσθητα δεδομένα είναι: φυλετική εθνική καταγωγή, πολιτικά φρονήματα, θρησκευτικές/φιλοσοφικές πεποιθήσεις, συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, υγεία, κοινωνική πρόνοια, ερωτική ζωή, ποινικές διώξεις και καταδίκες και συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων). Η Αρχή έλαβε υπόψη και το γεγονός ότι τα εικονιζόμενα πρόσωπα ήταν στελέχη Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης, με αυξημένη υποχρέωση για τήρηση πολιτικής ουδετερότητας, λόγω της αποστολής τους. 

Eίναι η πρώτη φορά που η Αρχή ασκεί την κυρωτική της αρμοδιότητα για την χρήση προσωπικών δεδομένων στον τομέα της πολιτικής επικοινωνίας. Ως δικηγόρος των εικονιζόμενων στην αφίσα προσώπων, κατά την ακρόαση ενώπιον της Αρχής αναφέρθηκα στη στάθμιση των δύο αντίρροπων συνταγματικών δικαιωμάτων, δηλαδή αφενός του δικαιώματος πολιτικής πληροφόρησης κι αφετέρου του δικαιώματος της ιδιωτικότητας και της προστασίας προσωπικών δεδομένων. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι παρόλο που η συμμετοχή των ατόμων αφορούσε μια δημόσια εκδήλωση στην κεντρικότερη πλατεία της χώρας, η Αρχή διασφάλισε τον δικαίωμά τους στον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό, που θέτει ως προϋπόθεση την συγκατάθεση για την χρήση της εικόνας τους στο context του κομματικού marketing. Γιατί η πολιτική επικοινωνία, όπως και κάθε άλλη δημόσια δραστηριότητα, δεν επιτρέπεται να ασκείται με οποιοδήποτε τίμημα, αλλά πάντα με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα. 

Κυριακή, Ιουλίου 01, 2012

"Μνημόνιο" και έλεγχος συνταγματικότητας

Στον πυρήνα της διάκρισης των λειτουργιών βρίσκεται ο έλεγχος της συνταγματικότητας. Όσο πιο ελεύθερο είναι ένα δικαστήριο ή μια ανεξάρτητη διοικητική αρχή (ή -κάποτε- και μια οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία) να απέχει από την εφαρμογή μιας πράξης της νομοθετικής λειτουργίας που αντίκειται σε θεμελιώδεις αρχές του δικαίου, τόσο πιο σταθερά δομημένη είναι η ανεξαρτησία της. Από την άλλη πλευρά, όμως, υπάρχει ένας σοβαρότατος αντίλογος: η ανάγκη για ασφάλεια δικαίου. Εάν οι νόμοι ανατρέπονται με απρόβλεπτη συχνότητα και πρακτική ευχέρεια, η διάχυτη αμφιβολία που δημιουργείται για το πραγματικά ισχύον δίκαιο ενδεχομένως θα θέσει σε κίνδυνο μια σειρά από βιοτικές περιστάσεις, στις οποίες η σταθερότητα του θεσμικού πλαισίου είναι προϋπόθεση υπαρξιακής σημασίας. 

Ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα περιορίζεται στην υποχρέωση του δικαστή να μην εφαρμόζει νόμο τον οποίο κρίνει αντισυνταγματικό, στην συγκεκριμένη υπόθεση που δικάζει και για την οποία οφείλει να εκδώσει δικαστική απόφαση (άρθρο 93 παρ.4 Σ.). Δεν περιλαμβάνει δηλαδή την εξουσία του δικαστή να καταργήσει το νόμο: αυτό είναι αρμοδιότητα του νομοθέτη. Μόνον σε μία περίπτωση προβλέπει το ελληνικό δίκαιο την κατάργηση νόμου από δικαστική αρχή: το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 του Συντάγματος, όταν επιλύει την σύγκρουση ανάμεσα σε αντιφατικές αποφάσεις ανώτατων δικαστηρίων (Συμβουλίου της Επικρατείας - Αρείου Πάγου - Ελεγκτικού Συνεδρίου), έχει την αρμοδιότητα να κηρύξει διάταξη νόμου ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Είναι χαρακτηριστικό, ότι η απόφαση του ΑΕΔ δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, για να επισφραγιστεί με αντίστοιχη δημοσιότητα προς αυτήν που είχε και ο καταργούμενος νόμος. 

Έτσι λοιπόν κάθε δικαστήριο στην Ελλάδα - κι όχι μόνο ένα ανώτατο δικαστήριο - οφείλει να απέχει από την εφαρμογή αντισυνταγματικού νόμου, γι' αυτό κι ο έλεγχος αυτός λέγεται "διάχυτος", σε αντίστιξη προς τον "κεντρικό" έλεγχο που θα επιτελούσε ένα μεμονωμένο, συνταγματικό δικαστήριο (που δεν έχουμε). Η έλλειψη, όμως, συνταγματικού δικαστηρίου αποστερεί τους πολίτες κι από την δυνατότητα άμεσης προσφυγής εναντίον του αντισυνταγματικού νόμου: ο πολίτης μόνο στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης διαφοράς μπορεί να επικαλεστεί την αντισυνταγματικότητα και ο δικαστής μόνο παρεμπιπτόντως καλείται να αποφανθεί επί του θέματος, γι' αυτό και ο έλεγχος λέγεται "παρεμπίπτων" κι όχι "κύριος" όπως θα ήταν εάν υπήρχε συνταγματικό δικαστήριο. 

Ως προς το περιεχόμενο του ελέγχου της συνταγματικότητας, ο δικαστής καλείται να συγκρίνει τον νόμο με το Σύνταγμα και να αναζητήσει το κατά πόσον οι διατάξεις του πρώτου συμβαδίζουν με τις διατάξεις του δεύτερου. Η σύγκριση γίνεται με τις μεθόδους της νομικής ερμηνείας, δηλαδή με ένα σύνολο κριτηρίων που έχουν διαπλασθεί σταδιακά από τους θεωρητικούς, ερμηνευτές και εφαρμοστές του δικαίου (σχηματικά: γραμματική, ιστορική, συστηματική και τελολογική ερμηνεία). Έτσι, η ορθότητα μιας δικαστικής κρίσης περί συνταγματικότητας ενός νόμου κρίνεται με γνώμονα το κατά πόσον ο εφαρμοστής του δικαίου: α) ακολούθησε όντως τις επιστημονικές μεθόδους (και δεν αποφάσισε αυθαίρετα)  και β)  εξέθεσε τις σχετικές λογικές διαδρομές με σαφήνεια στο αιτιολογικό της απόφασης (και δεν περιορίστηκε σε ταυτολογίες ή προσχηματικές - ονομαστικές αναφορές σε μεθόδους ερμηνείας). 

Στην υπόθεση του πρώτου "μνημονίου", δηλαδή του Ν.3845/2010, αρχικά το ζήτημα της συνταγματικότητας τέθηκε υπόψη του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συνδικαλιστικές οργανώσεις και μεμονωμένοι πολίτες προσέβαλαν δικαστικά τις διοικητικές πράξεις που είχαν εκδοθεί κατ' εφαρμογή του μνημονίου, ζητώντας τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της συνταγματικότητάς του, σε διάφορα επίπεδα τύπου και ουσίας. Από το εάν ο νόμος ψηφίστηκε με την συνταγματικά επιβεβλημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία έως το εάν οι ρυθμίσεις του μνημονίου είναι συμβατές με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε τις αιτήσεις ακύρωσης, κρίνοντας ότι ο νόμος δεν ήταν αντίθετος με το Σύνταγμα, καθώς οι περιορισμοί δικαιωμάτων που επιβάλλει επιτρέπονται για λόγους δημοσίου συμφέροντος και δέχθηκε ότι δεν απαιτείτο αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, γιατί το "μνημόνιο" δεν είναι διεθνής σύμβαση. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών ανακοίνωσε ότι θα προσβάλλει την απόφαση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. 

Σήμερα ήρθε στη δημοσιότητα μια απόφαση που αφορά το θέμα της "μνημονιακής" περικοπής της μισθοδοσίας μιας Α.Ε. του ευρύτερου δημόσιου τομέα και η οποία καταλήγει σε αντίθετο αποτέλεσμα, απορρίπτοντας τα περί αναγκαιότητας λόγω δημοσίου συμφέροντος. Έκρινε δηλαδή ότι οι νόμοι που επιβάλλουν μειώσεις στους συγκεκριμένους εργαζομένους είναι αντίθετοι με το Σύνταγμα και διάφορες διατάξεις του, μεταξύ των οποίων και με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Σ.), η οποία αποτελεί ένα κριτήριο που πρέπει να λαμβάνει υπόψη του ο νομοθέτης όταν θέτει περιορισμούς στα ατομικά δικαιώματα. Η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει ένα τριπλό στάδιο για τον έλεγχο του κατά πόσον ένας νομοθετικός περιορισμός ατομικού δικαιώματος είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα: ο δικαστής εξετάζει κατά πόσον το επιβαλλόμενο νομοθετικό μέτρο είναι αναγκαίο ενόψει του επιδιωκόμενου στόχου, κατάλληλο  (δηλαδή πρόσφορο να επιφέρει το προσδοκόμενο αποτέλεσμα) και σε επιτρεπτή ισορροπία από άποψη κόστους-οφέλους.   

Η απόφαση 559/2012, με την οποία κρίθηκε αντισυνταγματική η περικοπή μισθών, προέρχεται από ένα πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συγκεκριμένα από το Ειρηνοδικείο Αθηνών. Το γεγονός ότι η Ειρηνοδίκης αποφάσισε διαφορετικά -ως προς αυτό το θέμα- από το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν θα έπρεπε να σοκάρει, γιατί η υποχρέωσή της να μην εφαρμόσει νόμο που κρίνει αντισυνταγματικό είναι εντελώς ανεξάρτητη από τις απόψεις κάθε άλλου δικαστηρίου, ακόμη και της ολομέλειας του ΣτΕ: αφού ο έλεγχος είναι διάχυτος και οι δικαστές δεσμεύονται μόνο από το Σύνταγμα και τη συνείδησή τους, δεν είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν προγενέστερες δικαστικές αποφάσεις. Περαιτέρω, η απόφαση της Ειρηνοδίκου μπορεί να μην είναι τελική, εάν υποβληθεί έφεση ή και αναίρεση. Θα έχει μάλιστα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, εάν η κρίση της Ειρηνοδίκου γίνει δεκτή στον δεύτερο βαθμό και εάν επικρατήσει και σε τυχόν απόφαση του Αρείου Πάγου, τί θα αποφανθεί το Α.Ε.Δ., καθώς τότε θα έχουμε "σύγκρουση" αποφάσεων δύο ανώτατων δικαστηρίων, την οποία ενδέχεται να κληθεί να άρει το Α.Ε.Δ. με απόφαση που - όλως εξαιρετικώς - μπορεί ακόμη και να κηρύξει ανεφάρμοστο το "μνημόνιο", εάν υποθέσουμε ότι η σημερινή απόφαση αντέξει όλα αυτά τα πολλαπλά επίπεδο ελέγχου. 

Η απάντηση της έννομης τάξης στο μεγάλο ζήτημα της (αν)ασφάλειας δικαίου που επιφέρουν αυτές οι νομολογιακές αποκλίσεις, είναι ότι οι δικαστικές αποφάσεις (πλην της τελικής του Α.Ε.Δ.) δεν καταργιούν νόμο. Από την άλλη άποψη, τι ισχύ έχει ένας νόμος, εάν "κινδυνεύει" να παρακαμφθεί από ένα μονομελές δικαστήριο, την στιγμή που η ολομέλεια ενός ανώτατου δικαστηρίου έχει κρίνει οτι ο νόμος είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα; Κατά τη γνώμη μου, η λύση βρίσκεται και πάλι στην αιτιολογία της απόφασης: χωρίς να υποχρεούται, ο δικαστής που έχει διαφορετική άποψη από προγενέστερη δικαστική απόφαση, οφείλει όχι απλώς να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους κρίνει ότι ο νόμος είναι αντισυνταγματικός, αλλά και τα σημεία στα οποία σφάλλει η προγενέστερη απόφαση. Μια "γνήσια" στροφή στην νομολογία, επιβάλλει δηλαδή την διαλεκτική σχέση ανάμεσα στις δικαστικές κρίσεις και δεν επιτρέπει - τουλάχιστον με όρους ασφάλειας δικαίου- την παρθενογένεση της αντισυνταγματικότητας, αφού το θέμα έχει ξανακριθεί. Αλλιώς δεν πρόκειται για στροφή, αλλά για μεμονωμένο περιστατικό. 

Με ανάστροφη φορά, σε ένα παρεμφερές κοινωνικό και οικονομικό θέμα, υπήρξαν πολλά Ειρηνοδικεία στη χώρα που έκριναν αντισυνταγματικό το "τέλος ακινήτου" (χαράτσι της Δ.Ε.Η.), επειδή δεν υπήρχαν διαβαθμίσεις ανάλογα με τις πραγματικές δυνατότητες του ιδιοκτήτη να το αποπληρώσει. Και σε αυτές τις υποθέσεις, τα μονομελή δικαστήρια έκριναν με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας, την οποια δεν την είχε λάβει υπόψη ο νομοθέτης. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, όμως, και πάλι διαφώνησε, κρίνοντας μεν αντισυνταγματική την κύρωση της διακοπής του ρεύματος για τις περιπτώσεις υπερημερίας, αλλά ταυτόχρονα απέρριψε τις ενστάσεις περί αντισυνταγματικότητας του ιδιου του τέλους. 

Το δίκαιο δεν είναι πάντοτε ό,τι μας αρέσει, ούτε βέβαια κάθε κρίση περί αντισυνταγματικότητας  είναι εξ ορισμού ορθή. Το ότι ένας δικαστής έκρινε την συνταγματικότητα δεν σημαίνει ότι θα πρέπει πάντοτε να χειροκροτείται - καθώς οι  πολιτικές εκτιμήσεις καθενός είναι out of context όταν μιλάμε για νομικά- αλλά με μοναδικό γνώμονα κατά πόσον η θεμελίωση της κάθε κρίσης α) υπάρχει και β) είναι επιστημονικά ευσταθής. Το σωστό/λάθος μιας δικαστικής απόφασης κρίνεται μόνο με βάση την αιτιολογία της και την αντοχή της νομικής τεκμηρίωσής της. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να μην διαπιστώσει κανείς - με "πολιτικούς" όρους- ότι τα μονομελή και κατώτερα δικαστήρια, σε αυτές τις υποθέσεις, ήταν πιο τολμηρά από το ανώτατο ΣτΕ.

Η περίπτωση επαναφέρει επίσης τη συζήτηση για την δημιουργία ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου, με το οποίο οι αποφάσεις θα είναι: α) άμεσες (δηλ. χωρίς να χρειάζεται να περάσουν από πλείονα δικαστήρια) και β) τελικές. Είναι μια λύση υπέρ της ασφάλειας δικαίου. Είμαι όμως κατά της κατάργησης του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου: θεωρώ ότι διάκριση των λειτουργιών και πραγματική ανεξαρτησία της δικαιοσύνης υπάρχει όταν κάθε δικαστής μπορεί πράγματι να απέχει από την εφαρμογή αντισυνταγματικού νόμου, στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαφοράς. Παράλληλα όμως προς αυτή τη δυνατότητα, ο πολίτης θα πρέπει να έχει και την δυνατότητα απ' ευθείας συνταγματικής προσφυγής σε ένα ανώτατο δικαστήριο που θα λύνει τελειωτικά το θέμα, με οριζόντια αποτελέσματα, δηλαδή κηρύσσοντας ανίσχυρο τον αντισυνταγματικό νόμο κι όχι απλώς γνωματεύοντας για την αντισυνταγματικότητά του. Υπάρχει ένας αντίλογος που λέει ότι οι αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου έχουν έναν τόσο τελειωτικό χαρακτήρα που ενδεχομένως να αποτελέσουν φραγμό για την εξέλιξη της νομολογίας. Δεν είναι αλήθεια: τίποτε δεν απαγορεύει το Συνταγματικό Δικαστήριο σε μεταγενέστερη υπόθεση να επανεξετάσει την θέση του και ενδεχομένως να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα. 

Σάββατο, Ιουνίου 30, 2012

Η "προεδροποίηση" του πολιτεύματος

Από την συνταγματική αναθεώρηση του 1986, με την οποία αφαιρέθηκαν ορισμένες αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, όπως η διάλυση της Βουλής εάν διαπίστωνε την δυσαρμονία της με την λαϊκή βούληση, το ελληνικό πολίτευμα χαρακτηρίστηκε "πρωθυπουργοκεντρικό". Ήταν η περίοδος που τα πολιτικά συμφραζόμενα έθεταν στο επίκεντρο τον παντοδύναμο αρχηγό μιας μονοκομματικής  κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, την οποίο αντιπολιτευόταν μια επίσης ισχυρή αξιωματική αντιπολίτευση - εν αναμονή κυβέρνηση, ενώ ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας περιοριζόταν στον συμβολικό εγγυητικό ρόλο της εθιμοτυπίας των ορκωμοσιών και της υπογραφής των νομοθετικών προϊόντων της Βουλής. Οι κυβερνήσεις εναλλάσσονταν με την λογική του "ώριμου φρούτου", με την εξουσία να αφορά μόνο δύο πολιτικούς φορείς, υποστηριζόμενους από τις πλατειές εκλογικές πελατείες τους. 

Ο όρος "προεδρευόμενη" που συνοδεύει τον χαρακτηρισμό του πολιτεύματος ως "κοινοβουλευτικής δημοκρατίας", είχε προκαλέσει ορισμένες ενστάσεις κατά την θέσπιση του Συντάγματος του 1975. Η δημοκρατία μας δεν είναι "προεδρική", καθώς την κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας τυπικά μόνον ενσαρκώνει ο Πρόεδρος, ενώ το σύνολο των πολιτικών αποφάσεων έχει απορροφηθεί από τις αρμοδιότητες του Πρωθυπουργού. Οι ενστάσεις για τον όρο "προεδρευόμενη" σχετίζονταν με το δυσμετάφραστο του σε άλλες γλώσσες. Στην πραγματικότητα όμως, νομίζω ότι ο όρος ήταν η μετάφραση του αγγλικού ρήματος "chair", που αποδίδει το ρόλο του συντονιστή - όχι όμως και του πρωταγωνιστή- μιας συζήτησης. Το αμιγώς κοινοβουλευτικό σύστημα είναι εκείνο στο οποίο όλες οι δημόσιες εξουσίες απορρέουν άμεσα ή έμμεσα από το κοινοβούλιο κι όχι από τις αποφάσεις του ανώτατου άρχοντα. Η παλιά διαπάλη πρωθυπουργού - βασιλιά, δεν αφορούσε ένα γνήσιο κοινοβουλευτικό σύστημα, αφού η Βουλή δεν διέθετε τον πρωτεύοντα σημερινό ρόλο. Ο ανώτατος άρχοντας τότε μπορούσε να διορίσει και να παύσει "τους υπουργούς αυτού" κι έπρεπε να κατοχυρωθεί η απόλυτη αρχή της δεδηλωμένης για να λήξει αυτός ο συνταγματικός κύκλος. Στο σύστημα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, η διαπάλη έχει μετατοπιστεί στο δίπολο κυβέρνηση - αντιπολίτευση. Οπότε ο ρόλος του Προέδρου είναι απλώς να "προεδρεύει" κι όχι να κυβερνά. Είναι περισσότερο "Προεδρεύων" και λιγότερο "Πρόεδρος". 

Τον τελευταίο χρόνο όμως, τα πολιτικά συμφραζόμενα έχουν μεταβληθεί σημαντικά. Η σοβαρότατη κρίση εμπιστοσύνης των δύο πολιτικών φορέων που εναλλάσσονταν στην μονοκομματική κυβερνητική εξουσια, όπως αυτή εκφράστηκε με τις μετακινήσεις αρχικά των βουλευτών και την μετάθεση αυτής της δυσπιστίας σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, κόστισε σημαντικά στο "πρωθυπουργοκεντρικό" σύστημα, αναδεικνύοντας τις σοβαρές στρεβλώσεις που επέφερε μέσα στα χρόνια, στον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος. Όταν έγινε αντιληπτό ότι μια μονοκομματική κυβέρνηση, παρά την τυπική δεδηλωμένη, αδυνατεί να απορροφήσει τους κοινωνικούς κραδασμούς και να χτίσει τις ευρείες συναινέσεις που επιβάλλονταν για την λήψη εξαιρετικά επαχθών και αντιλαϊκών μέτρων, η πολιτική λύση αναζητήθηκε στην τρικομματική συμπόρευση. Στο επίκεντρο λοιπόν ήρθε ο συντονιστής, ο "ρυθμιστής του πολιτεύματος", κατά την συνταγματική ορολογία. Ο οποίος παρείχε το forum, τις εγκαταστάσεις και την υψηλή επιστασία της Προεδρίας της Δημοκρατίας, για τις συζητήσεις που κατέληξαν στον διορισμό της κυβέρνησης Παπαδήμου. 

Μετεκλογικά, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλήθη να ασκήσει την αρμοδιότητα της ανάθεσης των διερευνητικών εντολών και, όταν αυτές απέβησαν άκαρπες, να οργανώσει τις συζητήσεις μεταξύ των πολιτικών αρχηγών για τον σχηματισμό οικουμενικής κυβέρνησης. Τα φώτα της δημοσιότητας έπεσαν στο προεδρικό μέγαρο με πρωτόγνωρο τρόπο, επιβεβαιώνοντας, για μια ακόμη φορά, ότι δεν επρόκειτο για μια ήρεμη θητεία επισφράγισης της πολιτικής σταδιοδρομίας ενός παλαιού κοινοβουλευτικού. Ο Πρόεδρος εκλήθη να λύσει προβλήματα που δεν είχε αντιμετωπίσει κανένας προκάτοχός του, όπως ο προσδιορισμός του κύκλου των πολιτικών αρχηγών που θα έπρεπε να υποδεχθεί στο προεδρικό μέγαρο, ο χειρισμός μιας κατηγορίας για "πλαστογραφία", η πίεση ηγετών άλλων χωρών για σχηματισμό κυβέρνησης, η δυστοκία των πολιτικών αρχηγών να χειριστούν ένα πολυσήμαντο εκλογικό αποτέλεσμα και η δυσανεξία τους στην συνεννόηση για την αντιστοίχιση της λαϊκής εντολής με πρόσωπα στελέχωσης ενός κυβερνητικού σχήματος. Μετά τις διαπιστώσεις αυτές, ο Πρόεδρος άσκησε άλλη μια σπανίως εφαρμοζόμενη αρμοδιότητα, διορίζοντας πρωθυπουργό τον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας με εντολή να σχηματίσει μια υπηρεσιακή κυβέρνηση. Μετά τις επόμενες εκλογές, ο Πρόεδρος περιορίστηκε στη διαπίστωση της ανάγκης ανάθεσης μιας διερευνητικής εντολής, με αποτέλεσμα τον σχηματισμό άλλης μιας τρικομματικής κυβέρνησης, όχι όμως "ειδικού σκοπού" και με επικεφαλής τον αρχηγό του πρώτου σε έδρες κόμματος. 

Η ασθένεια του Πρωθυπουργού έφερε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας συγκυριακά στη θέση της επίσημης εκπροσώπησης της χώρας σε μια κρίσιμη σύνοδο κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κι ενώ τυπικά μια τέτοια εκπροσώπηση προβλέπεται, στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μια σύγκλιση του ρόλου του Προέδρου με αυτόν του Πρωθυπουργού - ας μη χρησιμοποιήσω πιο άκομψους όρους, όπως "αναπλήρωση" ή "υποκατάσταση". Ο Πρόεδρος υποχρεώθηκε για λίγο,  να κάνει κάτι περισσότερο από το να προεδρεύσει απλώς κι αυτό νομίζω ότι είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει. Είναι μεν συγκυριακό, αλλά να που οι συγκυρίες μπορεί να επιφυλάξουν στον Πρόεδρο και έναν κάπως πιο σύνθετο ρόλο από αυτόν του τυπικού διαβιβαστή εντολών σχηματισμού κυβέρνησης. 

Μέσα σε αυτά τα πολιτικά συμφραζόμενα, μπορούμε νομίζω σταδιακά να υποδεχθούμε το τέλος της φιλολογίας περί "πρωθυπουργοκεντρικού" συστήματος. Σε συνθήκες πολυκομματικής κυβέρνησης, ο ρόλος του Πρωθυπουργού είναι που γίνεται συντονιστικός, ενώ, αντίθετα, ο ρόλος του Προέδρου κάποτε μπορεί να αποδεικνύεται και ως πιο πολιτικός απ' όσο τον έχουμε συνηθίσει. Δεν νομίζω ότι πρόκειται πλέον για πολλά "μεμονωμένα περιστατικά", αλλά για μια σταδιακή μετάβαση, η οποία μπορεί κάποια στιγμή να "συναντηθεί" και με ένα παλαιότερο φιλελεύθερο συνταγματικό αίτημα για μια πιο κάθετη διάκριση των λειτουργιών. Σε ένα προεδρικό σύστημα, στο οποίο η κυβέρνηση δεν μετέχει αποφασιστικά στο νομοθετικό έργο,  η αντιπροσώπευση τοποθετείται σε πιο ξεκάθαρες διαστάσεις, αφού το εκλογικό σώμα καλείται να αναδείξει με διακριτό τρόπο την στελέχωση των δύο αιρετών κρατικών λειτουργιών. Με το ισχύον Σύνταγμα, όσο κι αν το πολίτευμα συγκυριακά "προεδροποιείται", το αίτημα αυτό δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Ιδίως όταν ο Πρόεδρος, παρά την εξάντληση των ρυθμιστικών του αρμοδιοτήτων, αποφεύγει πεισματικά - κατά την πάγια μεταπολιτευτική παράδοση - να ασκήσει την πιο σοβαρή και πιο ουσιαστική απ' όλες τις εξουσίες του: την αναπομπή αντισυνταγματικού νομοσχεδίου στη Βουλή. Ακόμη κι όταν η αντισυνταγματικότητα τεκμηριώνεται σε εύθετο χρόνο από ανεξάρτητες αρχές (συνέβη το καλοκαίρι του 2009 με το νομοσχέδιο για τις κάμερες και την λήψη του DNA). 

Μια συζήτηση για το ενδεχόμενο μετάβασης σε ένα προεδρικό σύστημα, όμως, δεν θα πρέπει να επιβαρύνεται από τους συνειρμούς που προκαλούν τα πρόσωπα που ήδη θητεύουν στα αντίστοιχα αξιώματα. Αντίθετα, θα πρέπει να είναι προσανατολισμένη στις ανάγκες της κοινωνίας και στην αξιολόγηση της αντοχής του υπάρχοντος συστήματος, σε σχέση με τα ωφέλη που θα αποκομίζονταν από τέτοιες θεμελιώδεις θεσμικές ανακατατάξεις. 

Παρασκευή, Ιουνίου 22, 2012

Οι πολίτες - ελεγκτές



 “Θα σας ταράξουμε στη νομιμότητα
Ηλίας Ηλιού
βουλευτής, δικηγόρος, πρόεδρος της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς 

  
Ολοένα και συχνότερα ακούγεται ως τάση η πολιτική ανυπακοή και το δικαίωμα αντίστασης απέναντι στην βίαιη κατάλυση των δημοκρατικών ελευθεριών. Τα κινήματα και η μαχητικότητα, όμως, συχνά εξαντλούνται στην συμβολική απονομιμοποίηση των πολιτικών αποφάσεων, αποφάσεων που, δυστυχώς, όσες διαδηλώσεις κι αν γίνονται, εξακολουθούν να “περνούν” και να εφαρμόζονται εις βάρος όλων μας. Γιατί τα κέντρα αποφάσεων είναι μακριά από τα σημεία των κοινωνικών αγώνων και ξέρουν καλά να καταστέλλουν με τη βία κάθε διαφορετική φωνή. Ο πολίτης σήμερα, έχει όμως κι άλλες δυνατότητες, πέραν του να διατρανώνει φραστικά την αντίθεσή του. 

Όσο κι αν μας απογοητεύει η Ελληνική Δικαιοσύνη, με τις μεγάλες χρονικές καθυστερήσεις, το απαγορευτικό συχνά κόστος και τις άδικες αποφάσεις, παραμένει εκεί, ικανή μερικές φορές να γράψει ιστορία, όπως έκανε το Συμβούλιο της Επικρατειας επί χούντας, δημιουργώντας ένα νέο τότε συνταγματικό δικαίωμα: την υποχρέωση της Διοίκησης να ακούσει τον πολίτη πριν λάβει την απόφασή της. Όταν είχαν απολυθεί δικαστές από το καθεστώς και ζήτησαν την ακύρωση των απολύσεων από το ΣτΕ, αυτό έκρινε ότι οι απολύσεις ήταν παράνομες, επειδή είχαν κηρυχθεί  χωρίς προηγούμενη “ακρόαση” των δικαστών. (Μετά βέβαια από αυτό, η χούντα “ξήλωσε” όλους σχεδόν τους Συμβούλους του ανώτατου δικαστηρίου). Οι ατομικές διοικητικές πράξεις που λαμβάνονται χωρίς να έχει προηγουμένως ο πολίτης κληθεί να εκθέσει τις απόψεις του, είναι ακυρωτέες από την Δικαιοσύνη. Αρκεί βέβαια ο θιγόμενος να “κυνηγήσει” το θέμα, να μην επαναπαυτεί σε μια καταγγελία σε blogs ή σε μέσα ενημέρωσης. Μια άλλη δυνατότητα που μπορεί να κάνει την Διοίκηση να “ιδρώσει”, είναι το δικαίωμα της “αναφοράς” και της πρόσβασης στα έγγραφα: όταν ο πολίτης απευθύνεται σε μια υπηρεσία, αυτή έχει την υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα κι όταν αυτός ζητάει αντίγραφα εγγράφων, οι υπηρεσίες έχουν υποχρέωση να του τα δώσουν. Αν δεν τηρηθούν οι νόμιμες προθεσμίες που προβλέπονται για αυτές τις ενέργειες του κράτους, ο πολίτης μπορεί να αποζημιωθεί, προσφεύγοντας σε ειδική επιτροπή του Υπουργείου Εσωτερικών.  

Αν αυτά ακούγονται πολύ θεωρητικά, είναι γιατί δεν τα έχουμε ενσωματώσει στην καθημερινότητά μας. Είναι και γιατί δεν τα ξέρουμε. Τα δικαιώματα θα έπρεπε να διδάσκονται παντού, όχι μόνο στις νομικές σχολές. Είναι πολύ πιο χρήσιμα για έναν σύγχρονο πολίτη, από ό,τι λ.χ. η γεωμετρία και η φυσική. Αλλά το “σύστημα” προτιμά να μας έχει δέσμιους ενός νέου είδους “καναπέ”, μιας αδιέξοδης καταγγελίας που δεν οδηγεί σε λύσεις και ανατροπές. Το ίδιο το “σύστημα” έχει προβλέψει πάντως δυνατότητες ακύρωσης των άδικων αποφάσεών του, επαναπαυόμενο ίσως στο ότι οι πολίτες δεν θα τις ασκήσουν ποτέ. Οι πολίτες όμως στη σύγχρονη δημοκρατία (“τυπική”, “ατελή” ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε την), έχουν πολύ περισσότερα δικαιώματα για να ελέγξουν το κράτος και την κάθε ασύδοτη εξουσία, από κάθε άλλη εποχή. Ο Συνήγορος του Πολίτη είναι μια ανεξάρτητη αρχή που -όσο κι αν μας απογοητεύει με τις χλιαρές επεμβάσεις της- έχει επιτελέσει πολύτιμο ελεγκτικό έργο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο input που έχει από τους πολίτες. Η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, επίσης, είναι ένας θεσμός που μπορεί να απαγορεύσει αθέμιτες πρακτικές που βάλλουν εναντίον των προσωπικών πληροφοριών. Δεν την ρωτάει το κράτος πάντα, όταν παίρνει τέτοιες αποφάσεις: αξίζει τότε να πάμε εμείς εκεί και να τους θέσουμε υπόψη αυτή την περιφρόνηση, η οποία είναι παράνομη! Ο Συνήγορος του Καταναλωτή, η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, οι Συμπαραστάτες του Δημότη – σε όσες πόλεις έχουν εκλεγεί- είναι νέες δυνατότητες μέσα από τις οποίες ο πολίτης μπορεί να ασκήσει μια νέα διαρκή ελεγκτική λειτουργία που ξεφεύγει από το κλασικό “τιμωρητικό”, αλλά στιγμιαίο, εκλογικό δικαίωμα. Όσο κι αν το εργατικό δίκαιο παραμένει γενικά ανεφάρμοστο στην πράξη, αφού ο εργαζόμενος δύσκολα θα τα “βάλει” με τον εργοδότη, η Επιθεώρηση Εργασίας βρίσκεται πάντοτε εκεί, έτοιμη να μεσολαβήσει για μια ήπια επίλυση ή και, ορισμένες φορές, με επιβολή προστίμων. Όσο κι αν οι θεσμοί έχουν διαβρωθεί, δεν έχουμε κανένα λόγο να μην περάσουμε κι από αυτούς, να κυνηγήσουμε τα δικαιώματά μας, να τους ταρακουνήσουμε για να αναγκαστούν να επιβεβαιώσουν και τον λόγο της ύπαρξής τους. 

Αν ένα άτομο δεν δικαιωθεί μέσα από τις δυνατότητες των ελληνικών θεσμών, μπορεί να προσφύγει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Μπορούμε να κατηγορήσουμε την Ευρώπη για πάρα πολλά, σίγουρα όμως όχι για τα νέα δικαιώματα που μας έχει δώσει, όσο κι αν για πολλές κοινωνικές ομάδες αυτά είναι θεωρητικά, γιατί δεν έχουν την οικονομική, ηλικιακή, γλωσσική ή άλλη δυνατότητα να τα ασκήσουν. Εδώ υπεισέρχεται ο ρόλος των ανθρωπιστικών οργανώσεων και, γενικότερα, της κοινωνίας των πολιτών. Υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα  σύλλογοι πολιτών που δραστηριοποιούνται σε αυτόν τον τομέα και εκπροσωπούν ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, ασκώντας προσφυγές σε  ελεγκτικούς θεσμούς, κρατικούς και διακρατικούς. Για τα κοινωνικά δικαιώματα (εργασία, εκπαίδευση, στέγαση, οικογένεια, περιβάλλον) υπάρχει η  Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, στην οποία μπορούν να προσφύγουν αντιπροσωπευτικοί σύλλογοι και να αξιώσουν την καταδίκη του κράτους για παραβίαση. Είναι ίσως από τους λιγότερο γνωστούς ευρωπαϊκούς θεσμούς, κι όμως, έχει ήδη καταδικάσει την Ελλάδα για παραβίαση κοινωνικών δικαιωμάτων και υπάρχουν ακόμη εκκρεμείς προσφυγές εναντίον της χώρας.

Χωρίς να παίζουμε το ρόλο του εισαγγελέα, δεν αξίζει να αφήσουμε αυτές τις δυνατότητες αναξιοποίητες. Ένας ολοκληρωμένος αγώνας κατά των κοινωνικών αδικιών δεν ξεκινάει και καταλήγει στην φραστική καταγγελία και την διαμαρτυρία: πρέπει να περνάει και μέσα από τις θεσμικές δυνατότητες που το ίδιο το σύστημα ευελπιστεί ότι θα περιφρονήσουμε. Με κόστος, καθυστερήσεις, αδικίες, άκαμπτες πολλές φορές συμπεριφορές των δημόσιων λειτουργών, με αβέβαιο αποτέλεσμα, αλλά πάντα με την ελπίδα ότι κάτι μπορεί να αλλάξει. Ο πολίτης που μπορεί στοιχειωδώς να ασκήσει τα δικαιώματα αυτά, θα έλεγα ότι έχει πια ένα καθήκον να ενεργοποιήσει αυτούς τους μηχανισμούς. Δεν πρόκειται για την παλιά αντικοινωνική δικομανία, του “αγανακτισμένου” γείτονα που έφερνε τον αστυνόμο όταν ανέβαζες λίγο πιο δυνατά τη μουσική, ούτε βέβαια για την εκδικητική πολιτική δίωξη των έκτακτων στρατοδικείων άλλων εποχών. Πρόκειται για άσκηση δικαιωμάτων που οδηγεί κάποτε σε – εκ των υστέρων- συμμετοχή στην διαμόρφωση των αποφάσεων που μας αφορούν όλους ή και στην ανατροπή τους. Δεν θα πετύχουμε πάντα, το σύστημα έχει γερές εσωτερικές αντιστάσεις. Αλλά δεν θα “πέσουμε” και αμαχητί. 

Έχοντας πάρει μέρος πολλές φορές ως δικηγόρος σε τέτοιες συλλογικές πρωτοβουλίες, κυρίως σε δικαστήρια και κυρίως με υποθέσεις που αφορούν τον ρατσισμό, πρέπει να πω ότι πάντα ξεκινώ απαισιόδοξος κι όμως, τις περισσότερες φορές, στο τέλος πάντα “κάτι κινείται”. Θυμώνω με τη συντηρητική στροφή που έχει πάρει τα τελευταία χρόνια το Συμβούλιο Επικρατείας, όπως και με το σταθερά μισαλλόδοξο  Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, αλλά δεν θα τα “χαρίσω” σε κανέναν. Είναι θεσμοί που δημιουργήθηκαν για να παρέχουν υπηρεσίες σε εμάς τους πολίτες και αυτές τις υπηρεσίες θα τις διεκδικήσω, όσο μπορώ. Kαι κανένας δημοκρατικός πολίτης δεν μπορεί να μη χαρεί με την πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που, μεσούσης της προεκλογικής περιόδου, ανέστειλε την απόφαση της διακομματικής επιτροπής με την οποία αποκλείονταν από τον τηλεοπτικο χρόνο τα “μικρά” κόμματα, δίνοντας προθεσμία στη Διοίκηση να εκδώσει σε 48 ώρες νέα απόφαση που να διασφαλίζει την πολυφωνία. 

Είναι δουλειά μυρμηγκιού και για γερά νεύρα, αλλά μερικές φορές, μέσα από τέτοιες κινήσεις, οι πολίτες-ελεγκτές μπορεί να πετύχουν πολύ περισσότερα κι από την πιο μεγαλειώδη διαδήλωση. Γι' αυτό, ας μην δαιμονοποιούμε την “νομιμότητα”, όταν αυτή αποτελεί ένα γενικό κριτήριο με το οποίο μπορεί να ελεγχθεί η εξουσία, με τα ίδια της τα “όπλα”. 


Το κείμενο γράφτηκε για το περιοδικό UNFOLLOW, τεύχος #6. 

Δευτέρα, Ιουνίου 18, 2012

Η Εθνική Πινακοθήκη επιχειρεί φίμωση υπαλλήλου λόγω facebook


Πρωτοφανής πειθαρχική δίωξη εναντίον επιμελήτριας με 28χρονη υπηρεσία κινήθηκε με ομόφωνη απόφαση  του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Πινακοθήκης την περασμένη εβδομάδα. Ως πρόσχημα φέρονται τα σχόλια που έκανε η επιμελήτρια τον Ιανουάριο του 2012, στον προσωπικό της λογαριασμό στο Facebook, αμέσως μετά τη διάρρηξη της Εθνικής Πινακοθήκης και την κλοπή 3 έργων τέχνης ανυπολόγιστης αξίας (ανάμεσα στα οποία και το "Κεφάλι γυναίκας" του Πάμπλο Πικάσσο).

Η κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας ήρθε ως αποτέλεσμα των πρόσφατων εναγώνιων αιτήσεων της επιμελήτριας, η οποία είναι Γραμματέας του Συλλόγου Εργαζομένων της Εθνικής Πινακοθήκης, για ενημέρωση από τη διοίκηση  σχετικά με την τήρηση υποχρεώσεων που αφορούν την ασφάλεια. Ως απάντηση σε αυτές, δόθηκε αρχικά η εξαγγελία του προέδρου της Πινακοθήκης για έλεγχο εναντίον της αιτούσας και, τελικά, η παραπομπή της  στο πειθαρχικό του Υπουργείου Πολιτισμού, όπου η επιμελήτρια αντιμετωπίζει ακόμη και το ενδεχόμενο της απόλυσης. Τα φερόμενα παραπτώματα: αναξιοπρεπής συμπεριφορά, παραβίαση εχεμύθειας, χρήση υπηρεσιακών πληροφοριών για ιδιωτικό συμφέρον, χρήση "απρεπών εκφράσεων".


Η επιμελήτρια αρνείται ότι η κριτική που άσκησε είχε τα παραπάνω στοιχεία και καταγγέλλει την αθέμιτη παρέμβαση στο απόρρητο των επικοινωνιών της, καθώς και την απόπειρα της διοίκησης να καταπνίξει την ελεύθερη έκφραση ενός ανθρώπου που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην Εθνική Πινακοθήκη. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η απόφαση εκδόθηκε από όργανο με κακή σύνθεση, χωρίς προηγούμενη ακρόασή της, κατά παράβαση της αρχής της αμεροληψίας και ζητά την άμεση αρχειοθέτησή της, ενώ επιφυλάσσεται να προσφύγει στα θεσμικά όργανα και στη Δικαιοσύνη για την πλήρη δικαίωσή της.

Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2012

Νηπιαγωγείο για όλα τα παιδιά

Διαβάζουμε απίθανες δηλώσεις από πολιτικούς που θέλουν να κυβερνήσουν την χώρα. Ότι θα διώξoυν τα παιδιά των αλλοδαπών από τα νηπιαγωγεία.

Η πρόσβαση στις εκπαιδευτικές υποδομές της χώρας αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα, το οποίο το κράτος πρέπει να διασφαλίζει για καθέναν κι όχι μόνο για όσους φέρουν την Ελληνική ιθαγένεια. Αυτή είναι εξάλλου και η έννοια του ανθρώπινου δικαιώματος: φορέας του είναι κάθε άτομο κι όχι μόνο οι πολίτες μιας χώρας. Στην ενάσκηση αυτού του δικαιώματος δεν υπάρχει "προτεραιότητα" με βάση την εθνικότητα του ατόμου. 

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο Πρωτόκολλο έχει υπογράψει και κυρώσει η Ελλάδα και συνεπώς κατισχύει κάθε άλλης διάταξης νόμου,

"Ουδείς δύναται να στερηθή του δικαιώματος όπως εκπαιδευθή."

To 2008 η Ελλάδα καταδικάσθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβίαση του δικαιώματος στην εκπαίδευση. Πρόκειται για την απόφαση στην υπόθεση Σαμπάνης κλπ κατά Ελλάδας , η οποία αφορούσε παρεμπόδιση των παιδιών των Ρομά να εγγραφούν στο σχολείο του Ασπρόπυργου. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2004 οι προσφεύγοντες Ρομά πήγαν με τα παιδιά τους για να τα εγγράψουν στο δημοτικό. Οι διευθυντές των σχολείων φέρονται ότι αρνήθηκαν. Στις 12 Σεπτεμβρίου 2005 οι γονείς Ρομά πήγαν πάλι με τα παιδιά τους, αλλά στην είσοδο του σχολείου:

 "είχαν συγκεντρωθεί πολλοί μη Ρομά γονείς, οι περισσότεροι ποντιακής καταγωγής, δηλαδή από την περιοχή του Ευξείνου Πόντου στις νότιες αρκτές της Μαύρης Θάλασσας, οι οποίοι επιτέθηκαν φραστικά στους Ρομά φωνάζοντας "Κανένα παιδί από εσάς δεν θα μπει στο σχολείο. Δεν πρόκειται να μπείτε στο σχολείο, τελείωσε". Στη συνέχεια, οι μη Ρομά γονείς απέκλεισαν την είσοδο του σχολείου, έως ότου τα παιδιά Ρομά μεταφερθούν σε άλλο κτίριο."

Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου περιγράφει τις προσπάθειες των Ρομά να εγγράψουν τα παιδιά τους στο σχολείο και την αντιμετώπιση, τελικά, του θέματος από το κράτος με την δημιουργία ενός σχολείου - γκέτο, ειδικό για Ρομά! Όπως ήταν αναμενόμενο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση του δικαιώματος των Ρομά στην εκπαίδευση, σε συνδυασμό με την επιβολή αθέμιτης διάκρισης λόγω της εθνοτική τους καταγωγής και σε συνδυασμό με την παραβίαση του δικαιώματός τους για αποτελεσματικό ένδικο μέσο. Επιδίκασε αποζημίωση 6.000 ευρώ σε κάθε προσφεύγοντα (είχαν προσφύγει 11 άτομα) και 2.000 ευρώ για τα συνολικά δικαστικά έξοδα στην υπόθεση. Δηλαδή η υπόθεση αυτή, εκτός από τον διεθνή διασυρμό της χώρας, κόστισε και 68.000 ευρώ αποζημίωση που κατέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο. 

Εκτός όμως από το Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, η υποχρέωση παροχής δυνατότητας εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες ανεξάρτητα από την εθνική καταγωγή του ατόμου κατοχυρώνεται και σε δύο άλλες διεθνείς συνθήκες που έχει υπογράψει και κυρώσει με νόμο η χώρα: το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα, αλλά και την Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 του Ν.3304/2005, η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω εθνικής ή φυλετικής καταγωγής αφορά και τον τομέα της εκπαίδευσης, κατ' εναρμόνιση προς τις σχετικές κοινοτικές οδηγίες. 

Είναι προφανές ότι οποιαδήποτε διάκριση με τα ανωτέρω κριτήρια όσον αφορά την πρόσβαση των παιδιών στα νηπιαγωγεία, είναι νομικά απορριπτέα και θα οδηγήσει την χώρα σε νέες περιπέτειες στα διεθνή δικαστικά fora. 


Δευτέρα, Ιουνίου 11, 2012

Παράνομη προεκλογική αφισοκόλληση

Το φαινόμενο της παράνομης προεκλογικής αφισοκόλλησης στους δρόμους της Αθήνας είναι απαράδεκτο και αποτελεί μια βίαιη κατάργηση του ελεύθερου δημόσιου χώρου, αλλά και επίθεση στο δικαίωμα του πολίτη για ανεμπόδιστη πρόσβαση σε αυτόν. 

Μπορεί εκ πρώτης όψεως να ακούγεται ως ένα αίτημα αισθητικής, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα αίτημα που αφορά την ανεμπόδιστη χρήση του κοινόχρηστου χώρου και την οδική ασφάλεια: ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας, στο άρθρο 11, απαγορεύει κάθε περίπτωση τοποθέτησης τέτοιων αναρτήσεων εφόσον είναι ορατές από οδηγούς, εφόσον μπορούν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στους χρήστες των δρόμων (άρα και τους πεζούς), εφόσον είναι αναρτημένες σε στήλους της Δ.Ε.Η. Παραθέτω το σχετικό άρθρο του Κ.Ο.Κ.:


Άρθρo 11
Eπιγραφές - Διαφημίσεις
1. Απαγορεύεται κάθε διαφήμιση που πραγματοποιείται με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, στα εκτός κατοικημένης περιοχής τμήματα των χαρακτηρισμένων εθνικών και επαρχιακών οδών ή αυτοκινητοδρόμων και σε ζώνη μέχρι εκατόν πενήντα (150) μέτρων και από τις δύο πλευρές του άξονα των οδών αυτών και είναι ορατή από τους χρήστες των οδών. Η παραπάνω ζώνη απαγόρευσης περιορίζεται στα σαράντα (40) μέτρα και από τις δύο πλευρές του άξονα των ανωτέρω τμημάτων εθνικών και επαρχιακών οδών ή αυτοκινητοδρόμων, που διέρχονται μέσα από κατοικημένη περιοχή, αν το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητος στα τμήματα αυτά είναι ανώτερο των 70 Km/h. Σε κλάδους ανισόπεδων κόμβων αυτοκινητοδρόμων και στις περιοχές των σταθμών διοδίων ισχύει η απόσταση των 150 μέτρων από τις δύο πλευρές του άξονα της κατεύθυνσης, ανεξαρτήτως ορίου ταχύτητας.
2. Απαγορεύεται γενικά η τοποθέτηση επιγραφών ή διαφημίσεων ή η εγκατάσταση οποιασδήποτε πινακίδας, αφίσας, διαγράμμισης ή συσκευής, σε θέση ή κατά τρόπο που μπορεί να έχει οποιεσδήποτε αρνητικές επιπτώσεις στους χρήστες της οδού ή να επηρεάσει με οιονδήποτε τρόπο την κυκλοφορία. Ιδίως απαγορεύεται η τοποθέτηση ή εγκατάσταση των ανωτέρω σε τέτοιες θέσεις, ώστε να παρεμποδίζεται η θέα των πινακίδων κατακόρυφης σήμανσης ή φωτεινών σηματοδοτών ή να δημιουργείται σύγχυση με πινακίδες σήμανσης ή με κυκλοφοριακή διαγράμμιση ή με άλλη συσκευή ρύθμισης της κυκλοφορίας ή να τις καταστήσει λιγότερο ορατές ή αποτελεσματικές ή να προκαλέσει θάμβωση στους χρήστες της οδού και γενικά να αποσπάσουν την προσοχή τους κατά τρόπο που μπορεί να έχει δυσμενή επίδραση στην οδική ασφάλεια γενικά.
3. Σε οδούς, στις οποίες είναι εγκατεστημένοι φωτεινοί σηματοδότες ρύθμισης της κυκλοφορίας, απαγορεύεται η τοποθέτηση έγχρωμων φωτεινών διαφημίσεων ή πινακίδων ή αναγραφών με χρώματα που χρησιμοποιούνται στη φωτεινή σηματοδότηση, σε απόσταση εκατέρωθεν και ύψος μικρότερο των είκοσι (20) μέτρων από κάθε φανό σηματοδότησης.
[...]
5. Η τοποθέτηση διαφημιστικών πλαισίων και διαφημίσεων στα στέγαστρα στάσεων αστικών και υπεραστικών συγκοινωνιών επιτρέπεται μόνο στην πλευρά που βρίσκεται στο αντίθετο προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας άκρο του στεγάστρου. 
6. Απαγορεύονται επί οχημάτων οι φωτεινές ή φωτιζόμενες διαφημίσεις, οι διαφημίσεις για τις οποίες χρησιμοποιούνται αντανακλαστικά στοιχεία, καθώς και οι διαφημίσεις με εναλλασσόμενα μηνύματα.
7. Απαγορεύεται κάθε διαφήμιση εκτός των καθορισμένων πλαισίων ή οποιαδήποτε αναγραφή λέξεων, εικόνων ή συμβόλων σε στύλους ηλεκτροφωτισμού ή φωτεινών σηματοδοτών, σε διαχωριστικές νησίδες ή νησίδες ασφαλείας σε πεζοδρόμια, σε επιφάνειες τεχνικών έργων, οδοποιίας, είτε αυτή γίνεται απευθείας στις επιφάνειες αυτές είτε σε επιφάνειες μέσων εξαρτώμενων από τα τεχνικά έργα.
 8. Διαφημίσεις, επιγραφές, πινακίδες, αφίσες, διαγραμμίσεις ή συσκευές που τοποθετούνται κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου αυτού, αφαιρούνται ή εξαλείφονται ή, εφόσον είναι φωτεινές, τίθενται εκτός λειτουργίας, κατά τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 18 του ν. 2130/1993. Σε περίπτωση που τα αρμόδια όργανα της Γενικής Γραμματείας Δημόσιων Έργων ή της Περιφέρειας διαπιστώσουν την παράλειψη τήρησης των υποχρεώσεων του προηγούμενου εδαφίου από τους προς τούτο υπόχρεους, δύνανται να τους καλούν προς εκτέλεση των αναγκαίων ενεργειών, τάσσοντάς τους σχετική προθεσμία ενέργειας. Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, τα αρμόδια όργανα της Γενικής Γραμματείας Δημόσιων Έργων ή της Περιφέρειας δύνανται να προβούν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες καθ’ υποκατάσταση των οργανισμών αυτοδιοίκησης. Η υποκατάσταση αυτή περιλαμβάνει κάθε πρόσφορη ενέργεια για την αφαίρεση, εξάλειψη ή θέση εκτός λειτουργίας των διαφημίσεων και επιγραφών από οποιονδήποτε χώρο της οδού, ανεξάρτητα από το φορέα που τη συντηρεί. Η σχετική δαπάνη βαρύνει τους οργανισμούς αυτοδιοίκησης και εγγράφεται στον προϋπολογισμό τους ως υποχρεωτική δαπάνη, βάσει των σχετικών διατάξεων του Κώδικα. Σε κάθε περίπτωση η υπηρεσία που προβαίνει στην αφαίρεση, εξάλειψη ή θέση εκτός λειτουργίας παράνομων επιγραφών ή διαφημίσεων, καθώς και οι οργανισμοί αυτοδιοίκησης στον προϋπολογισμό των οποίων εγγράφεται υποχρεωτική δαπάνη για σχετικές ενέργειες που έγιναν καθ’ υποκατάστασή τους, δύναται να καταλογίζει τη σχετική δαπάνη σε βάρος των διαφημιστών ή των διαφημιζομένων, η είσπραξη της οποίας γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Οι ανωτέρω υπηρεσίες δεν φέρουν καμία ευθύνη για τυχόν ζημιές κατά την αποξή-
λωση, καθώς και για τη φύλαξη και την απόδοση των σχετικών υλικών στους διαφημιστές ή τους διαφημιζόμενους.
9. Αυτός που επικολλά ή αναρτά έντυπα ή διενεργεί γενικά διαφημιστικές πράξεις και παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου αυτού, καθώς και ο διαφημιζόμενος ή ο διαφημιστής, τιμωρούνται με χρηματική ποινή έως χίλια πεντακόσια (1.500,00) ευρώ και αν γίνει χρήση ανεξίτηλων ουσιών έως δέκα χιλιάδες (10.000,00) ευρώ. Οι πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων, οι εντεταλμένοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι Α.Ε., οι διαχειριστές Ε.Π.Ε., καθώς και τα πρόσωπα που ασκούν τη διοίκηση ή τη διαχείριση άλλων νομικών προσώπων του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) ή του ιδιωτικού τομέα που αναθέτουν διαφημιστικές πράξεις κατά παράβαση του άρθρου αυτού, τιμωρούνται σαν αυτουργοί, ανεξάρτητα από την τυχόν ποινική ευθύνη άλλου φυσικού προσώπου.
10. Οι ποινές της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλονται εφόσον δεν προβλέπονται ποινές αυστηρότερες από άλλες διατάξεις.


Ειδικά για την αφισοκόλληση κατά την  προεκλογική περίοδο, υπάρχει και  η σχετική διάταξη του εκλογικού νόμου, δηλαδή το άρθρο 44 του π.δ. 26/2012. Ο εκλογικός νόμος δεν καταργεί τα παραπάνω, αλλά απλώς αναγνωρίζει την εξουσία των αρμόδιων οργάνων που θα αποφασίσουν την νόμιμη χωροθέτηση της υπαίθριας προβολής πολιτικών μηνυμάτων, προφανώς με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 11 του ΚΟΚ: 

"Άρθρο 44
(Άρθρο 44 Π.Δ. 96/2007)
Χώροι υπαίθριας προβολής πολιτικών μηνυμάτων


1. Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης α' βαθμού καθορίζουν με απόφασή τους, που εκδίδεται μέσα σε ένα (1) μήνα από τον, κατά την παρ. 1 του άρθρου 3 του ν.2946/2001 (ΦΕΚ 224 Α΄), καθορισμό χώρων για υπαίθρια διαφήμιση, ειδικότερους χώρους για την προβολή μηνυμάτων από τα πολιτικά κόμματα, τις μαθητικές, φοιτητικές, συνδικαλιστικές και συνεταιριστικές οργανώσεις, καθώς και τις ενώσεις προσώπων που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικούς σκοπούς, και σε ποσοστό που δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το δέκα τοις εκατό (10%) της συνολικής επιφάνειας των χώρων, που έχουν καθοριστεί, νομίμως, για προβολή υπαίθριας διαφήμισης στον οικείο Ο.Τ.Α.. Με όμοια απόφαση του δημοτικού συμβουλίου καθορίζεται η διαδικασία και οι προϋποθέσεις χρήσεως των ανωτέρω χώρων. 


2. Η διάθεση των χώρων της παραγράφου 1 γίνεται αναλογικά και επί ίσοις όροις, για τη χρήση τους δεν απαιτείται άδεια από οποιαδήποτε αρχή και δεν καταβάλλεται στον οικείο Ο.Τ.Α. τέλος διαφήμισης  ή  αποζημίωση χρήσης. 


3. Κατά την περίοδο βουλευτικών, περιφερειακών και δημοτικών εκλογών, ευρωεκλογών ή δημοψηφίσματος, τα δημοτικά συμβούλια υποχρεούνται, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) ημερών από την προκήρυξη των βουλευτικών εκλογών ή του δημοψηφίσματος ή τριάντα (30) ημερών πριν από τη διεξαγωγή των περιφερειακών και δημοτικών εκλογών, να διαθέτουν με απόφασή τους στα κόμματα, στους συνασπισμούς και συνδυασμούς υποψηφίων για την προεκλογική προβολή τους, όλους τους χώρους,   που καθορίστηκαν, σύμφωνα με  την    παρ. 1  του ΑΔΑ: Β44ΑΝ-ΠΥΣ άρθρου 3    του    ν.2946/2001     (ΦΕΚ 224 Α΄), για την προβολή υπαίθριας διαφήμισης στον οικείο Ο.Τ.Α.. Στην περίπτωση αυτή αναστέλλεται η ισχύς των συμβάσεων μισθώσεως τωνχώρων αυτών και μειώνεται ανάλογα το μίσθωμα. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών που εκδίδεται κάθε δύο χρόνια και μέσα στο μήνα Ιανουάριο, καθορίζεται ο τρόπος χρήσης των χώρων αυτών και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια. Εντός οκτώ (8) ημερών από τη διεξαγωγή των εκλογών τα κόμματα, οι συνασπισμοί και οι συνδυασμοί υποχρεούνται, με δαπάνη τους, να αποκαταστήσουν τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση


4. Αν το δημοτικό συμβούλιο δεν διαθέτει, μέσα στην προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, τους ανωτέρω χώρους, αυτοί διατίθενται με απόφαση του οικείου Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, που εκδίδεται υποχρεωτικώς εντός τριών ημερών από την πάροδο των ανωτέρω προθεσμιών και επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 118 του παρόντος.


5. Η διάθεση των χώρων της παραγράφου 3 γίνεται αναλογικά και επί ίσοις όροις. Σε περίπτωση προηγούμενης γραπτής συμφωνίας πολιτικών κομμάτων, που συγκροτούν, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής, κοινοβουλευτική ομάδα, ή των συνδυασμών υποψηφίων για τις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές, αυτή είναι υποχρεωτική για τα δημοτικά συμβούλια και τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Για τη χρήση των ανωτέρω χώρων δεν απαιτείται άδεια και δεν καταβάλλεται στον οικείο Ο.Τ.Α. τέλος διαφήμισης ή αποζημίωση χρήσης."


Όπως είναι αυτονόητο, οι αποφάσεις των δημοτικών συμβουλίων που καθορίζουν χώρους υπαίθριας προβολής των κομμάτων δεν επιτρέπεται να παραβιάζουν το άρθρο 11 του Κ.Ο.Κ., αλλά αντιθέτως να το εφαρμόζουν και να απαγορεύουν την ανάρτηση αφισών σε στήλους ηλεκτροδότησης που βρίσκονται σε δρόμους κλπ. 

Η εικόνα των κεντρικών δρόμων της Αθήνας, όμως, δεν δείχνει μια πιστή τήρηση των παραπάνω νομοθετικών υποχρεώσεων. Τα πολιτικά κόμματα που έχουν προβεί σε αυτές τις υπερβάσεις δεν θα υποστούν καμία συνέπεια, ως συνήθως. Την συνέπεια την υφίστανται καθημερινά όσοι και όσες ζουν, εργάζονται και κινούνται στην πόλη, έναντι των οποίων ο νόμος εφαρμόζεται κανονικά. 


Κυριακή, Ιουνίου 10, 2012

Προσαγωγή συντελεστών θεατρικής παράστασης

Όπως έγινε γνωστό χθες, ένας θίασος ηθοποιών οδηγήθηκε σε αστυνομικό τμήμα για τη συμμετοχή τους σε μια θεατρική παράσταση το περιεχόμενο της οποίας είχε προκαλέσει την αντίδραση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Η Δ.Ι.Σ. δεν περιορίστηκε στην προειδοποίηση των πιστών σχετικά με το περιεχόμενο του έργου, αλλά προχώρησε και σε υποβολή μήνυσης εναντίον των "υπευθύνων", με επίκληση των ποινικών διατάξεων για βλασφημία και καθύβριση θρησκεύματος. Ενημέρωση 11.6.2012: Με σημερινή ανακοίνωσή της, η Δ.Ι.Σ. διαψεύδει ότι υπέβαλε την εν λόγω μήνυση ή ότι έδωσε εντολή προς τούτο, αλλά εμένει στα περί βλάσφημου έργου (βλ. εδώ). 

Πρέπει πρώτα να διαχωρίσουμε αυτές τις διατάξεις από εκείνες που ισχύουν για την προστασία της ίσης μεταχείρισης ατόμων, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Υπάρχει η νομοθεσία που ορίζει ότι ουδείς πρέπει να υφίσταται παρενόχληση και κάθε άλλη αρνητική συμπεριφορά λόγω του θρησκεύματός του (Ν.3304/2005), καθώς και η νομοθεσία που τιμωρεί ποινικά όποιους προσβάλλουν άτομα ή ομάδες λόγω του θρησκεύματός τους (αντιρατσιστικός Ν.927/1979). Αυτή η νομοθεσία δεν έχει καμία σχέση με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα περί βλασφημίας και καθύβρισης θρησκεύματος: στην δεύτερη περίπτωση δεν προστατεύονται άτομα ή ομάδες ατόμων, αλλά το ίδιο το θρήσκευμα. Πρόκειται δηλαδή για προστασία χωρίς θύμα: το ίδιο το θρήσκευμα δεν αποτελεί υποκείμενο δικαίου, ανεξάρτητο δηλαδή από τους φορείς του μέγεθος που αξίζει έννομης προστασίας. 

Περαιτέρω, υπάρχουν ήδη ευάριθμες αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων που αναφέρουν ότι το περιεχόμενο ενός έργου τέχνης, το οποίο αποτελεί εξ ορισμού μη-κυριολεκτικό λόγο, αλλά προϊόν της δημιουργικής ανθρώπινης φαντασίας, δεν μπορεί να έχει θύματα με την νομική έννοια του όρου. Από την απόφαση που αθώωσε τον Μίμη Ανδρουλάκη για το "βλάσφημο" έργο του "Μι εις την νιοστή", το πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη για τον πίνακα με τον σταυρό στο Outlook, την απόφαση που αθώωσε τον Αυστριακό καρτουνίστα για το κόμικ "η ζωή του Χριστού" έως και την πιο πρόσφατη απόφαση που δεν απαγόρευσε την προβολή του "Kώδικα Da Vinci", η Ελληνική Δικαιοσύνη έχει επιβεβαιώσει ότι δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής του αδικήματος περί βλασφημίας και καθύβρισης θρησκεύματος όταν πρόκειται για έργα τέχνης. Aντιθέτως, σε όλες αυτές τις αποφάσεις, τα δικαστήρια τόνισαν ότι η απαγόρευση θα καταργούσε το δικαίωμα του κοινού που επιθυμεί να αποκτήσει πρόσβαση στα συγκεκριμένα έργα τέχνης, δηλαδή θα έθιγε την ελευθερία της έκφρασης τόσο στην ενεργητική της διάσταση (δικαίωμα του καλλιτέχνη να εκφραστεί), όσο και στην παθητική της διάσταση (δικαίωμα του κοινού να απολαύσει το έργο). 

Παρ' όλ' αυτά, τα σχετικά άρθρα 198-199 του Ποινικού Κώδικα παραμένουν σε ισχύ, όπως παραμένει βέβαια και το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα που αίρει τον άδικο χαρακτήρα μιας πράξης όταν η πράξη αυτή αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος, όπως εν προκειμένω είναι η ελευθερία της έκφρασης. 

Η ελευθερία της έκφρασης έχει κατοχυρωθεί, εκτός των άλλων κανονιστικών κειμένων και από το άρθρο 19 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο έχει κυρώσει η Ελλάδα με νόμο του 1997. Σύμφωνα με την αρμόδια Επιτροπή του Ο.Η.Ε. που παρακολουθεί την τήρηση των εν λόγω δεσμεύσεων, ιδίως ως προς την ελευθερία της έκφρασης έχουν επισημανθεί τα εξής: 

"48. Οι απαγορεύσεις των δηλώσεων ασέβειας για μια θρησκεία ή για ένα άλλο σύστημα πίστεως, όπως οι νόμοι περί βλασφημίας, είναι ασύμβατοι με το Σύμφωνο, εκτός από τις ειδικές περιστάσεις που περιγράφονται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 το Συμφώνου. Τέτοιοι περιορισμοί πρέπει επίσης να τηρούν τις αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 19 παράγραφος 3, όπως κι αυτές των άρθρων 2,5,17,18 και 26. Έτσι, για παράδειγμα, δεν θα ήταν επιτρεπτό αυτοί οι νόμοι να επιβάλλουν διακρίσεις υπέρ ή εναντίον άλλης θρησκείας ή συστήματος πίστεως ή στους πιστούς έναντι των μη-πιστών. Ούτε θα ήταν επιτρεπτό τέτοιες απαγορεύσεις να χρησιμοποιούνται για να αποτραπεί ή να τιμωρηθούν οι επικρίσεις θρησκευτικών ηγετών ή ο σχολιασμός στο θρησκευτικό δόγμα ή δόγματα ."

Οι διεθνείς υποχρεώσεις της Ελλάδας επιβάλλουν λοιπόν την κατάργηση των άρθρων 198-199 ΠΚ, όχι μόνο στην εφαρμογή τους σε περιπτώσεις έργων τέχνης, αλλά γενικά. Ας μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα έχει καταδικαστεί 9 φορές μέσα στα τελευταία χρόνια από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβιάσεις της ελευθερίας της έκφρασης (βλ. εδώ) κι έχει μια μακρά ιστορία λογοκριτικών επεμβάσεων (βλ. εδώ) που πρέπει επιτέλους να αποτελέσει μια "παράδοση" προς αποφυγή. 

Φαίνεται όμως ότι κάποιοι, δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι οφείλουν να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και να συμβάλλουν έμπρακτα στην προώθησή τους. Κάποιοι επιδιώκουν να επιβάλλουν μια λογική μίσους, διχασμού ακόμη και νομικών κυρώσεων, με έωλη νομική βάση, παρά το νομολογιακό οπλοστάσιο. Επιδιώκεται άλλη μια καταδίκη της χώρας για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης, εάν η Ελληνική Δικαιοσύνη παρακάμψει το σχετικό κεκτημένο - πράγμα που φυσικά απεύχομαι. 

Οι φραστικές καταδίκες δεν αρκούν: η ίδια η υπόβολη της μήνυσης που οδήγησε και σε προσαγωγές κι επομένως σε προσβολή προσωπικότητας των ηθοποιών συνιστά απόπειρα παραβίασης της ελευθερίας της έκφρασης. Δεν υπάρχει απολύτως καμία δικαιολογία για τους μηνυτές: εκείνοι είναι που πρέπει να λογοτοδήσουν στην Δικαιοσύνη για την έλλειψη σεβασμού που επέδειξαν στα ανθρώπινα δικαιώματα των καλλιτεχνών. Δεν αρκεί μια αθώωση του θιάσου και των συντελεστών: οι μηνυτές πρέπει να υποστούν τις νόμιμες συνέπειες για την αναστάτωση που προκάλεσαν και για την βαθύτατη περιφρόνησή τους στην θεμελιώδη δημοκρατική κατάκτηση της ελευθερίας της έκφρασης. 





Πέμπτη, Ιουνίου 07, 2012

Εκτός νόμου

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 29 του Συντάγματος, "Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος".

Το Σύνταγμα προϋποθέτει ότι η ελευθερία ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα έχει ως προϋπόθεση ότι, τόσο η οργάνωση (δηλαδή το καταστατικό τους και η θεωρητική υποδομή τους), όσο και η δράση τους (δηλ. το τι κάνουν στην πράξη) εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. 

Εγγυητικός θεσμός για την τήρηση του άρθρου 29 του Συντάγματος είναι ο Άρειος Πάγος: αυτός ανακηρύσσει τους συνδυασμούς, αφού πρώτα έχει ελεγχθεί ότι τα υποψήφια κόμματα πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 29. Στην πράξη, όμως, αυτό έχει υποβιβαστεί σε μια απλή μονομερή γραφειοκρατική διαδικασία που είναι ζήτημα κατά πόσον καλύπτει την ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 29 του Συντάγματος. Δηλαδή κατά το Ν.3023/2002, τα κόμματα οφείλουν πριν "αναλάβουν δραστηριότητα", να καταθέσουν στον Άρειο Πάγο μια δήλωση στην οποία αναφέρεται ότι "η οργάνωση και η δράση τους εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος". 

Η υποβολή δήλωσης, κατά την γνώμη μου δεν αρκεί για την πλήρη εφαρμογή του άρθρου 29 του Συντάγματος: ο Άρειος Πάγος, ακόμη κι όταν υπάρχει το τυπικό σκέλος (η δήλωση), οφείλει να εξετάζει κατά πόσον η οργάνωση ή/και η δράση ενός κόμματος δεν εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, ακόμη και πέραν από τις χονδροειδείς περιπτώσεις που αναφέρει ο εκλογικός νόμος (λ.χ. χρήση του "στέμματος" ως κομματικού εμβλήματος). Διότι τίποτε δεν αποκλείει ότι η "δήλωση", ακόμη κι όταν υπάρχει, μπορεί να αποδειχθεί στο μέλλον ψευδής. Εάν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι η δράση ενός κόμματος (γιατί εκεί μπορεί να είναι το πρόβλημα, στις πράξεις κι όχι στα καταστατικά και τις θεωρίες) δεν εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, σαφώς κι έχει συνταγματικό καθήκον να μην ανακηρύξει τους συνδυασμούς του συγκεκριμένου κόμματος. 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η έννοια της "ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος" ενέχει έναν μεγάλο βαθμό αφαίρεσης, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αυθαίρετες αποφάσεις για την ανακήρυξη ή μη ενός συνδυασμού. Με τον όρο αυτό, ο συνταγματικός νομοθέτης  δεν εννοούσε τα πολιτικά κόμματα που ενδεχομένως οραματίζονται ένα διαφορετικό κοινωνικοπολιτικό σύστημα και που επιδιώκουν, μέσα στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, να πείσουν για μια πολιτειακή μεταβολή. Αυτές δεν είναι κομματικές δράσεις που δεν "εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία" του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αντιθέτως, είναι θεμιτές επιδιώξεις, ενταγμένες στην ίδια την λειτουργία ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Το Σύνταγμα επιδιώκει να αποκλείσει μόνο τα κόμματα, των οποίων η δράση και η οργάνωση εμποδίζουν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ένα κόμμα που η δράση των μελών του στρέφεται συστηματικά κατά θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως για παράδειγμα είναι η ελευθερία της έκφρασης, αναπόσπαστου στοιχείου της δημοκρατίας, αποτελεί περίπτωση η οποία  σαφώς μπορεί να εμποδίζει την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Επομένως, η λειτουργία ενός τέτοιου κόμματος δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 29 του Συντάγματος και ο Άρειος Πάγος δεν έχει καμία υποχρέωση να ανακηρύξει έναν τέτοιο συνδυασμό υποψηφιοτήτων, ακόμη κι αν έχει υποβληθεί "δήλωση".


Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...