Σάββατο, Αυγούστου 11, 2012

H διάκριση των εξουσιών ως "ταφόπλακα" της προστασίας των προσωπικών δεδομένων

1. Μια πολύ καλή ιδέα

Η διάκριση των εξουσιών αποτελεί μια κεντρική πνευματική κατάκτηση της εποχής του Διαφωτισμού, αρχικά ως μια πολιτικοφιλοσοφική απάντηση στον κίνδυνο της υπερσυγκέντρωσης ισχύος στα χέρια του ηγεμόνα. 

Ο διαχωρισμός της εκτελεστικής από την νομοθετική και την δικαστική εξουσία αποτελεί σε κάθε κράτος δικαίου μια εγγύηση ότι η εξουσία ελέγχεται και δεν αυθαιρετεί.  Σήμερα, η διάκριση των εξουσιών κατάντησε να λειτουργεί με το ακριβώς  αντίθετο αποτέλεσμα, με την απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα που αρνείται να ασκήσει τις συνταγματικές ελεγκτικές της αρμοδιότητες για να μην "θιγεί" η διάκριση των λειτουργιών, επειδή θα εκανε έμμεση κριτική στο σκεπτικό μιας εισαγγελικής διάταξης. Βρισκόμαστε ενώπιον ενός σπάνιου περιστατικού πλήρους στρέβλωσης του θεσμικού στόχου, καθώς το εργαλείο που δημιουργήθηκε για να αποτρέψει την υπερσυγκέντρωση εξουσίας, χρησιμοποιείται ακριβώς για να την ενισχύσει. 

Μια πολύ καλή ιδέα, η διάκριση των εξουσιών, που θεσπίστηκε για να μας προστατεύει από την ανεξέλεγκτη κρατική επιβολή, ξαφνικά μετατρέπεται στο κεντρικό επιχείρημα υπέρ της διατήρησης της κρατικής επιβολής ως ανεξέλεγκτης. 

2. Άλλο όμως η ιδέα κι άλλο η θετική κατοχύρωσή της

"Δεν μπορώ να επέμβω στο έργο του εισαγγελέα", λέει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων, "γιατί εγώ είμαι διοικητικό όργανο (εκτελεστική λειτουργία), ενώ ο εισαγγελέας είναι δικαστικός λειτουργός (δικαιοσύνη). Η διάκριση των εξουσιών δεν επιτρέπει να παρεμβαίνει η εκτελεστική λειτουργία στο έργο της δικαιοσύνης.

Εύλογο και πειστικό, για κάποιον που θεωρεί ότι το δίκαιο εξακολουθεί να λειτουργεί με τα νεφελώματα των γενικών γνώσεων και τις θεωρητικές πολιτειολογικές παραδοχές. Όμως, μια άλλη αρχή του κράτους δικαίου, παράλληλη και συνισχύουσα με την διάκριση των λειτουργιών, είναι η αρχή της ασφάλειας του δικαίου. Ο νομικός που θα εφαρμόσει τον νόμο δεν θα ανατρέξει στα γραπτά του Μοντεσκιέ για να αναζητήσει το κανονιστικό περιεχόμενο της διάκρισης των εξουσιών. Στην εποχή μας το δίκαιο είναι γραπτό και οι καταστατικές βάσεις του πολιτεύματος καταγράφονται στο Σύνταγμα, με μια "βαριά" διαδικασία πολλαπλών εγγυήσεων δημοσιότητας και αντιπροσωπευτιότητας. Η διάκριση των λειτουργιών, ως γενική ιδέα αφορά όντως την παραδοχή ότι η εκτελεστική λειτουργία δεν επιτρέπεται να παρεμβαίνει στο έργο της δικαιοσύνης. Αλλά στο Σύνταγμα, αυτή η ιδέα βρίσκει μια πολύ συγκεκριμένη διατύπωση, η οποία εμπεριέχει και τις εξαιρέσεις του κανόνα: υπάρχει και η διασταύρωση των λειτουργιών, καθώς η διάκριση μόνη της θα δημιουργούσε στεγανά "φέουδα" που θα οδηγούσε σε νέες αυθαιρεσίες. 

Το Σύνταγμα κατοχυρώνει την διάκριση των εξουσιών στο άρθρο 26. Η παράγραφος 3 αναφέρει ότι "η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια". Η συνταγματική κατοχύρωση της διάκρισης των λειτουργιών δεν περιορίζεται όμως στο άρθρο 26, αλλά καταστρώνεται και σε άλλες διατάξεις. Στο άρθρο 87 παράγραφος 1 αναφέρεται ότι "η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία." Άρα, η "δικαστική λειτουργία" του άρθρου 26 αφορά τα δικαστήρια που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές. Το άρθρο 88 του Συντάγματος αναγνωρίζει και μια ευρύτερη κατηγορία προσώπων, τους "δικαστικούς λειτουργούς", στους οποίους σαφώς περιλαμβάνονται και οι εισαγγελείς. Οι εισαγγελείς είναι μεν δικαστικοί λειτουργοί, αλλά δεν είναι αυτοί που "απονέμουν δικαιοσύνη", κατά το άρθρο 87, επειδή δεν είναι "τακτικοί δικαστές", μολονότι κάποτε μπορεί να μετέχουν σε δικαστικές συνθέσεις (όπως, άλλωστε, και οι γραμματείς της "έδρας"). Η εισαγγελική ιδιότητα εντάσσεται λοιπόν στο πλαίσιο της διάκρισης των λειτουργιών, μόνο στο βαθμό που οι εισαγγελείς μετέχουν στην σύνθεση ενός "δικαστηρίου" που συγκροτείται από "τακτικούς δικαστές". Αυτή είναι η μόνη συνταγματική σύνδεση των αρμοδιοτήτων τους με την διάκριση των λειτουργιών του άρθρου 26 παρ. 3. Μόνο ως μετέχοντες σε δικαστικές συνθέσεις τακτικών δικαστών, οι εισαγγελείς συμβάλλουν στην ενάσκηση της "δικαστικής λειτουργίας", την οποία το Σύνταγμα ορίζει ως διακριτή από τις άλλες δύο λειτουργίες. Οι εκτός δικαστικού σχηματισμού αρμοδιότητες των εισαγγελέων δεν υπάγονται λοιπόν στις συγκεκριμένες συνταγματικές διευθετήσεις.

Επομένως, η Ελληνική συνταγματική κατοχύρωση της διάκρισης των εξουσιών δεν αφορά τους εισαγγελείς στις εκτός δικαστικών σχηματισμών αρμοδιότητές τους. Άρα ουδείς μπορεί να επικαλείται την διάκριση των λειτουργιών ως απαγόρευση για την ενάσκηση ελέγχου στο έργο ενός μεμονωμένου εισαγγελέα. Μπορεί, βέβαια, να το απαγορεύει η λειτουργική ανεξαρτησία που απολαμβάνει ένας εισαγγελέας, αλλά αυτό είναι άλλος κανόνας, με ειδικό περιεχόμενο και σαφώς διακριτός από την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Και, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ληφθεί υπόψη και η φύση αυτού του "ελέγχου", για να δούμε εάν απαγορεύεται όπως κάθε παρέμβαση. 

3. Άλλο η "παρέμβαση" κι άλλο ο ανεξάρτητος έλεγχος

Μια άλλη ωραία κατάκτηση της σύγχρονης δημοκρατίας είναι οι ανεξάρτητες αρχές. Αποτέλεσαν επί δεκαετίες έναν πονοκέφαλο για τους θεωρητικούς, αφού δεν ήξεραν που ακριβώς να τις "εντάξουν", στο σύστημα της διάκρισης των λειτουργιών. Το θέμα στην Ελλάδα είναι κανονιστικά διευθετημένο: το Σύνταγμα περιέχει το ειδικό άρθρο 101Α που αναφέρεται στον τροπο ανάδειξης των μελών των ανεξάρτητων αρχών μέσα από μία κοινοβουλευτική διαδικασία που επιβάλλει ομοφωνία των κομμάτων που μετέχουην στην Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής. Το άρθρο 101Α υπάγεται στο Τμήμα ΣΤ' του Συντάγματος, το οποίο τιτλοφορείται "Διοίκηση". Επομένως, είναι σαφές ότι, κανονιστικά, οι ανεξάρτητες αρχές δεν αποτελούν πυλώνες ούτε της νομοθετικής εξουσίας, αλλά ούτε και της δικαιοσύνης. Μπορεί να έχουν την αρμοδιότητα να εκδίδουν και κανονιστικές πράξεις ορισμένες από αυτές, αλλά τέτοιες αρμοδιότητες έχουν και τα δημοτικά συμβούλια χωρίς κανείς ποτέ να αναρωτηθεί μήπως πρέπει να τα χρεώσει στην "νομοθετική" εξουσία, κι όχι στην Διοίκηση. Μπορεί να έχουν την αρμοδιότητα να αποφαίνονται και με ατομικές πράξεις για ιδιωτικές διαφορές, αλλά η απόφασή τους είναι διοικητική, όχι "δικαστική". 

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ιδρύθηκε στην Ελλάδα κατ' επιταγή της κοινοτικής Οδηγίας 95/46, η οποία επέβαλε στο κράτος να της αναθέσει πλήρεις ελεγκτικές αρμοδιότητες, ως προς τον ειδικό τομέα της τήρησης των κανόνων προστασίας δεδομένων. Το 2001, το ίδιο το Σύνταγμα αναγνώρισε στο άρθρο 9Α ότι η Αρχή έχει την αρμοδιότητα της διασφάλισης της προστασίας προσωπικών δεδομένων, όπως ο νόμος ορίζει. Ο νόμος αυτός, ο Ν.2472 ανέθεσε στην Αρχή την αποστολή της  εποπτείας της εφαρμογής του (άρθρο 15). Μέχρι και να "γνωμοδοτεί για κάθε ρύθμιση που αφορά την επεξεργασία και  προστασία προσωπικών δεδομένων" (άρθρο 19 παρ. 1 περ. θ'), έχει αρμοδιότητα η Αρχή, συμβουλεύοντας δηλαδή ακόμη και τον Νομοθέτη. Προβλέποντας ορισμένες εξαιρέσεις εποπτείας από κάποιους τομείς στους οποίους αναγνωρίζεται ότι υπάρχουν ήδη επαρκείς εγγυήσεις, ώστε να καθίσταται μάλλον περιττή η πρόσθετη εποπτεία της Αρχής. Οι τηλεφωνικοί κατάλογοι που έχουμε για αμιγώς οικιακή χρήση, προφανώς δεν θέτουν σε τόσο μεγάλο κίνδυνο τα προσωπικά δεδομένα των "επαφών", ώστε να δικαιολογούν επισκέψεις των ελεγκτών της Αρχής στο σπίτι μας για να διαπιστώσουν αν τους κλειδώνουμε στο σωστό συρτάρι. Θα ήταν μια δυσανάλογη παρέμβαση στην ιδιωτικότητά μας. 

Παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στο έργο της Δικαιοσύνης είναι να σηκώνει ο Υπουργός το τηλέφωνο και να υπαγορεύει δικαστικές αποφάσεις. Να μετατίθεται δυσμενώς ο  δικαστικός επειδή εξέδωσε μια "δυσάρεστη" απόφαση.  Να μειώνονται σε εξευτελιστικό βαθμό οι αποδοχές των δικαστών. Σεβασμός της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης σημαίνει αποχή από οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο τρόπο που νοθεύει την καθαρότητα της δικαστικής κρίσης, δηλαδή που επιβάλλει στον δικαστή να σκεφτεί με κριτήρια άλλα από αυτά που προβλέπουν το Σύνταγμα και ο νόμος. Αυτά είναι παραβάσεις της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Ο διορισμός της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων από το Υπουργικό Συμβούλιο θα ήταν κι αυτός παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών, αν δεν προβλεπόταν από το ίδιο το Σύνταγμα: όλες οι συνταγματικές διατάξεις έχουν την ίδια, υπέρτατη, κανονιστική ισχύ.

Ο έλεγχος όμως των έργων των δικαστικών λειτουργών κατά τα μη δικαιοδοτικά τους καθήκοντα, ως προς τη συμμόρφωσή τους με την τήρηση των κανόνων προστασίας προσωπικών δεδομένων, από ένα όργανο το οποίο έχει αναδειχθεί με ομόφωνη διακομματική απόφαση της Βουλής και το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητές του με όρους γραφειοκρατικής διαφάνειας, ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί "παρέμβαση", με την έννοια της καταστρατήγησης της διάκρισης των λειτουργιών. Η αξιολόγηση της συμβατότητας μιας εισαγγελικής διάταξης προς τους κανόνες προστασίας δεδομένων, από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων, ουδόλως επιβάλλει στον εισαγγελέα να σκεφτεί με κριτήρια άλλα από αυτά που προβλέπουν το Σύνταγμα και ο νόμος. Αντιθέτως, μάλιστα, ο ανεξάρτητος έλεγχος θα τον επαναφέρει στο να περιοριστεί   σε αυτά τα κριτήρια, αν υποτεθεί ότι ένας εισαγγελέας μπορεί κάποτε να παρασύρεται από εξωνομικές επιρροές, ξένες προς τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων (όπως η θέση της Κυβέρνησης ή η οργή της κοινής γνώμης για τον κατηγορούμενο).  Με αυτά τα χαρακτηριστικά, ο ανεξάρτητος έλεγχος της Αρχής δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την παρέμβαση στο έργο της δικαιοσύνης. Πολύ περισσότερο που, όπως είπαμε, στην έννοια αυτή δεν υπάγεται συνταγματικά ο κάθε προϊστάμενος της ποινικής δίωξης εισαγγελεάς. 

4. "Και τι ξέρει η Αρχή από απονομή Δικαιοσύνης;"

Υπάρχει μια έντονη αμφισβήτηση του ρόλου των ανεξάρτητων αρχών στην Ελλάδα, κυρίως επειδή ως θεσμοί δεν προέκυψαν μέσα από την εγχώρια πολιτική συζήτηση και την κοινωνική αναγκαιότητα, καθώς η ίδρυση των περισσοτέρων επιβλήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην "κόντρα" ανεξάρτητων αρχών - δικαστικών λειτουργών, συνήθως οι παραδοσιακοί νομικοί είναι με την μεριά των δικαστικών, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της διαφωνίας. Στην υπόθεση με τις κάμερες, μια γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ο οποίος είπαμε από ποιους διορίζεται) ήταν εντελώς αντίθετη από τις αποφάσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων (η οποία είπαμε επίσης από ποιους εκλέγεται), με αποτέλεσμα να παραιτηθούν από ευθιξία τα μισά μέλη της Αρχής. Δεν έχουμε διαμορφώσει μια αντίληψη σεβασμού των ανεξάρτητων αρχών στην Ελλάδα και σε αυτό ενέχεται τόσο η εκάστοτε κυβέρνηση, όσο και οι ίδιες οι ηγεσίες των ανεξάρτητων αρχών που αποφεύγουν να ασκήσουν τις αρμοδιότητές τους σε όλη τους την πληρότητα, ακόμη κι όταν αυτό δεν συνεπάγεται οικονομικό κόστος. 

Αν το αξιολογήσουμε από μια σκοπιά θεσμικής "βαρύτητας", θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ορισμένα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με την δημοκρατική νομιμοποίηση των δύο θεσμών. Ο εισαγγελέας έχει αποφοιτήσει από την σχολή δικαστών κι έχει διοριστεί  με προεδρικό διάταγμα, διαθέτοντας βέβαια τις εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας όπως και οι τακτικοί δικαστές. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων, από την άλλη, έχει επικεφαλής έναν ανώτατο δικαστικό και ως μέλη της καθηγητές νομικής και πληροφορικής και πρόσωπα εμπειρίας στον τομέα της προστασίας δεδομένων, που έχουν επιλεχθεί με ομοφωνία ή πλειοψηφία 4/5 από την διακομματική Διάσκεψη της Βουλής. Η Αρχή δεν υπάγεται σε ιεραρχικό έλεγχο ή δοικητική εποπτεία Υπουργού κι έχει περιορισμένη χρονικα θητεία, ενώ ο εισαγγελέας υπάγεται στην εποπτεία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υποχρεούμενος να εκτελεί τις παραγγελίες του, διατηρώντας βέβαια την ανεξαρτησία της συνείδησής του, και είναι ισόβιος. Και το σημαντικότερο απ' ολα: ο εισαγγελέας ασχολείται με οποιοδήποτε νομικό θέμα του ανατεθεί, καθώς προϊσταται της ποινικής δίωξης, ενώ η Αρχή μόνο με την προστασία προσωπικών δεδομένων. Παρ' όλ' αυτά, οι περισσότεροι νομικοί έχουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους δικαστικούς, παρά στις ανεξάρτητες αρχές, έχοντας κατά νου όχι τόσο την πολιτική "νομιμοποίηση" τους, αλλά την ιστορική και συνταγματική έδραση της Δικαιοσύνης ως μια από τις τρεις κρατικές λειτουργίες.

Αυτή η τελευταία προκατάληψη τελικά επικράτησε ως φαίνεται ακόμα και μέσα στην ίδια την Αρχή Προστασίας Δεδομένων: "ποιοι είμαστε εμείς που θα ελέγξουμε την Δικαιοσύνη;". Παρ' όλο που ο μεμονωμένος εισαγγελέας που διατάζει την δημοσιοποίηση των προσωπικών δεδομένων σαφέστατα και δεν αποτελεί "δικαστήριο", οπότε δεν υπάγεται στο σχήμα της συνταγματικά κατοχυρωμένης διάκρισης των λειτουργιών που αφορά μόνο τα δικαστήρια και όχι κάθε οιονεί δικαιοδοτική αρμοδιότητα του εισαγγελέα. Η Αρχή δυστυχώς επικαλέστηκε την διάκριση των εξουσιών ως γενική ιδέα, χωρίς να έχει λάβει υπόψη της την συγκεκριμένη συνταγματική κατάστρωσή της. Όταν όμως μια άλλη συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξάρτητη αρχή (το Ε.Σ.Ρ.) επελήφθη μιας εκπομπής για παράβαση της ιδιωτικής ζωής, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων δεν είχε καμία αναστολή να επέμβει και αυτή, εκδίδοντας μάλιστα και εν μέρει αντίθετη απόφαση, ως προς το σκέλος βέβαια της παραβίασης προσωπικών δεδομένων. Κι αυτά, παρόλο που το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος αναφέρει ότι ο άμεσος έλεγχος της ραδιοτηλεόρασης και η επιβολή κυρώσεων αποτελεί "αποκλειστική αρμοδιότητα" του Ε.Σ.Ρ! Έχουμε δηλαδή έναν ρητό συνταγματικό αποκλεισμό κάθε άλλης αρχής, κι όμως η Αρχή βρήκε τα νομικά εργαλεία να τον υπερβεί.

Έρχεται λοιπόν σήμερα η Αρχή, με ένα σκεπτικό που δεν αντέχει αν το αντιπαραβάλεις με τις συγκεκριμένες διατάξεις των άρθρων 26 και 87 του Συντάγματος, να αποποιηθεί της ευθύνης της, λόγω "της διάκρισης των λειτουργιών". Και προτείνει και μερικές τροποποιήσεις στο νομοθετικό πλαίσιο, αλλά, προς Θεού, όχι και ότι θα έχει αρμοδιότητα αδειοδότησης ή έστω γνωμοδότησης, παρ' όλο που πρόκειται για "ρύθμιση σχετική με την επεξεργασία και την προστασία προσωπικών δεδομένων". Δηλαδή, τον Νομοθέτη μπορεί να τον συμβουλεύσει η Αρχή, ενώ τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, όχι. Έτσι, ο εισαγγελέας παραμένει μόνος του, να αποφασίζει για τα προσωπικά δεδομένα των κατηγορούμενων, αφού η ίδια η "διάκριση των λειτουργιών", δηλαδή το Σύνταγμα, δεν επιτρέπει στην Αρχή να τοποθετηθεί! Και όσο κι αν μπορούν να γίνουν βεβαίως τροποποιήσεις των νόμων, η Αρχή δεν νοείται, τάχα, να αδειοδοτεί την Αστυνομία παράλληλα με την αρμοδιότητα του εισαγγελέα, γιατί αυτό θα συνιστά παραβίαση του... Συντάγματος. Αποτέλεσμα: οι εισαγγελείς και οι Αστυνομίες μπορούν να παραβιάζουν όσο θέλουν το Σύνταγμα, με την Αρχή σε ρόλο Πόντιου πιλάτου. Ποιος θα τους ελέγξει; Οι προϊστάμενοί τους; 

5. Έχουμε όμως και διεθνείς υποχρεώσεις

Το θέμα δεν θα μπορούσε παρά να έχει και διαστάσεις πέρα από τον μικρόκοσμο του Ελληνικού συνταγματικού δικαίου. Δεν αναφέρομαι εδώ στην διεθνή κατακραυγή για τον εξευτελισμό των οροθετικών, αλλά στις δεσμεύσεις της Ελλάδας απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στις 30.12.2008 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε. ένα νομοθέτημα του ευρωπαϊκού δικαίου, η "Απόφαση Πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2008, για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τυγχάνουν επεξεργασίας στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις". Πρόκειται για ένα νομοθέτημα το οποίο ρυθμίζει, μεταξύ άλλων τις ανταλλαγές προσωπικών δεδομένων που αφορούν διακρατικές ποινικές υποθέσεις, όχι μόνο μεταξύ των αστυνομικών, αλλά και των δικαστικών αρχών των κρατών της Ε.Ε. Στο νομοθέτημα αυτό αναφέρεται και ότι η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων πρέπει να έχει τις πλήρεις ελεγκτικές αρμοδιότητές της και επί των Ελληνικών Δικαστικών Αρχών, στο πλαίσιο βέβαια του πεδίου εφαρμογής του συγκεκριμένου νομοθετήματος και με σεβασμο στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. (Δείτε την ανάλυση που είχα κάνει για το θέμα το 2008, εδώ). 

Η προθεσμία που είχαμε ήταν δύο ετών, δηλαδή η Ελλάδα έπρεπε να είχε ενσωματώσει αυτή την Απόφαση στην εθνική νομοθεσία μέχρι τις 27.11.2010. Πράγματι, λίγους μήνες πριν την εκπνοή αυτής της προθεσμίας, στις 20-4-2010 ο Υπουργός συγκρότησε την νομοπαρασκευαστική επιτροπή που θα επεξεργαζόταν το νομοσχέδιο για αυτή την Απόφαση - πλαίσιο. Μέχρι στιγμής πάντως, αντί η νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων να επεκτείνεται και στην εφαρμογή της στο πλαίσιο της Δικαιοσύνης, ολοένα απομακρύνεται. Είτε με νομοθετικές παρεμβάσεις που αφαιρούν αρμοδιότητες από την Αρχή, είτε και με αποφάσεις της ίδιας της Αρχής, όπως αυτή για τα δεδομένα των οροθετικών, που η Αρχή αναζητά μια συνταγματική έδραση για να αποτρέψει και τον νομοθέτη ακόμη από το να της αναθέσει αρμοδιότητες. 

Όταν όμως κληθούμε να πληρώσουμε το πρόστιμο για την μη εφαρμογή της Απόφασης - Πλαίσιο, καμία ευφάνταστη κατασκευή για την διάκριση των εξουσιών δεν θα μας γλιτώσει.

6. Tί πραγματικά ζητήθηκε από την Αρχή

Ουδείς ζήτησε από την Αρχή να ελέγξει τον Εισαγγελέα. Η καταγγελία που υποβλήθηκε αφορούσε την δημοσιοποίηση στοιχείων από την Αστυνομία, όχι από την Εισαγγελία.  Ο νόμος δίνει στον Εισαγγελέα την αρμοδιότητα να διατάξει την δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων σχετικών με ποινική δίωξη. Σχετικά με ποινική δίωξη δεδομένα είναι: "Εναντίον του Χ ασκήθηκε ποινική δίωξη για την φερόμενη παράβαση του αδικήματος Υ". Τα δεδομένα που αφορούν την κατάσταση της υγείας του ατόμου και της εθνικής καταγωγής του ανήκουν σε διακριτές κατηγορίες ευαίσθητων δεδομένων, η δημοσίευση των οποίων προϋποθέτει άδεια της Αρχής, κατά το άρθρο 7 Ν.2472, αλλιώς απαγορεύεται. Ο Εισαγγελέας έκρινε όμως ότι και αυτά καλύπτονται από την αρμοδιότητά του. Η Αστυνομία δημοσίευσε και αυτά στις ιστοσελίδες της, χωρίς φυσικά άδεια της Αρχής. Η Αρχή θα μπορούσε να είχε αποφανθεί ότι ορισμένα από τα δεδομένα δεν είναι "σχετικά με ποινική δίωξη" ή ότι, εν πάσει περιπτώσει δεν νοείται τρεις μήνες μετά να παραμένουν στην ιστοσελίδα της Αστυνομίας, αφού αυτό εκφεύγει σε τελική ανάλυση και της ίδιας της εισαγγελικής διάταξης, η οποία αφορούσε τις ανάγκες μιας δεδομένης χρονικής περιόδου. 

Δεν ζητήθηκε λοιπόν στην Αρχή, ούτε να κάνει έλεγχο συνταγματικότητας και να "καταργήσει" την διάταξη που δίνει την σχετική αρμοδιότητα στον Εισαγγελέα, ούτε να επιβάλλει φυσικά κάποια κύρωση στον Εισαγγελέα ή να παρέμβει στο έργο του, αλλά να υποχρεώσει την Αστυνομία να είναι εφοδιασμένη και με άδεια της Αρχής για ορισμένες κατηγορίες ευαίσθητων δεδομένων. Επρόκειτο για ένα απολύτως ισορροπημένο και τεκμηριωμένο αίτημα, το οποίο απέφευγε κάθε ακρότητα και "ακτιβισμό": ούτε ζητήθηκε έλεγχος συνταγματικότητας του νόμου, ούτε υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της Αρχής, ούτε παραβίαση της διάκρισης εξουσιών. Ζητήθηκε απλώς η πλήρης εφαρμογή του Ν.2472/1997, όπως ισχύει αυτήν την στιγμή.

7. Τι πραγματικά αποφάνθηκε η Αρχή

Η Αρχή, όμως, χωρίς να καλέσει τις οργανώσεις να αναπτύξουν το αίτημα, το οποίο πάντως ήταν σαφώς διατυπωμένο στην καταγγελία, αποφάσισε ότι δεν έχει αρμοδιότητα να ελέγξει την νομιμότητα των ευαίσθητων δεδομένων  των οροθετικών που είναι δημοσιευμένα  στην ιστοσελίδα της Αστυνομίας. Αυτό αν ίσχυε θα σήμαινε όμως ότι η Αρχή δεν θα μπορούσε να έχει αρμοδιότητα ούτε μετά από νομοθετική τροποποίηση, γιατί κάτι τέτοιο θα ... παραβίαζε την διάκριση των εξουσιών. 

Επομένως, η πραγματική απόφαση της Αρχής είναι ότι αναγνωρίζει ένα τεράστιο κενό στην προστασία προσωπικών δεδομένων στην Ελλάδα, δηλαδή σε δικαστικές - εισαγγελικές - αστυνομικές αρχές, δικαιολογώντας πλήρως την ύπαρξη αυτού του κενού βάσει της αρχής της διάκρισης των εξουσιών!!! Πρόκειται για μια ταφόπλακα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, αφού δίνει μια "ασυλία" συνταγματικής δήθεν περιωπής σε κάθε αστυνομικό-προανακριτικο υπάλληλο τελικά, καθώς όλοι αυτοί έχουν προϊστάμενους εισαγγελείς και σε γενικές γραμμές οτιδήποτε μπορεί να αναχθεί, με αυτό το μαξιμαλιστικό σκεπτικό της Αρχής, στην "ανεξάρτητη Δικαιοσύνη". 

Η Αρχή προτείνει στο Υπουργείο και κάποιες τροποποιήσεις ώστε να εκλογικευθεί η αρμοδιότητα του εισαγγελέα (άραγε αυτή η πρόταση πώς και δεν παραβιάζει την διάκριση των λειτουργιών;), ενώ στην πραγματικότητα η Χώρα έχει υποχρέωση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση να δημιουργήσει ένα πλήρες νομοθέτημα για την προστασία των προσωπικών δεδομένων κατά την  ενάσκηση των αρμοδιοτήτων των αστυνομικών και εισαγγελικών - δικαστικών αρχών στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις. 

8. Συμπέρασμα

Οι πολίτες περιμένουν από τους θεσμούς να λειτουργούν αποτελεσματικά και να προστατεύουν τα δικαιώματά τους από την αυθαιρεσία της εκάστοτε εξουσίας. Όταν οι θεσμοί επινοούν χίλια - δυο τερτίπια για να αποποιηθούν των αρμοδιοτήτων τους, μην απορούμε μετά για το πού μπορεί να φτάσουν οι πολίτες για να δικαιωθούν. Ιδίως όταν είναι όντως αδικημένοι. Δεν πρόκειται να τους σταματήσει καμία επίκληση της "διάκρισης των λειτουργιών", ιδίως όταν είναι τόσο σαθρή. 


Παρασκευή, Αυγούστου 10, 2012

H απόφαση της Αρχής Δεδομένων για τις συλληφθείσες οροθετικές

Τρεις και πλέον μήνες μετά την απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση που επιφύλαξε το κράτος σε συλληφθείσες εκδιδόμενες οροθετικές γυναίκες και παρά την διεθνή κατακραυγή για την κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων τους με την δημοσιοποίηση πλήθους προσωπικών δεδομένων τους, σαν να ήταν καταζητούμενες ενώ είχαν ήδη προφυλακιστεί, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωρινού Χαρακτήρα δίνει στην δημοσιότητα ένα κείμενο 16 σελίδων, στο οποίο αποφαίνεται ότι δεν έχει αρμοδιότητα να ασχοληθεί με το θέμα.

Eίχε προηγηθεί η  καταδικαστική γνώμη της Συνηγόρου του Πολίτη, η αντίστοιχη διαμαρτυρία της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στην οποία μετέχει ως καταστατικό μέλος εκπρόσωπος της Αρχής!), η  σχετική ανάλυση της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου που επεσήμαινε ότι έπρεπε προηγουμένως να έχει τοποθετηθεί η Αρχή Προστασίας Δεδομένων, καθώς και η σχετική ανακοίνωση της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων. Το θέμα γνώρισε διεθνείς διαστάσεις, με οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών να καταδικάζουν την απάνθρωπη συμπεριφορά, ενώ τοποθετήθηκε και η εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κατόπιν σχετικών ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. 

Ως πληρεξούσιος δικηγόρος ορισμένων οργανώσεων που ασχολούνται με ανθρώπινα δικαιώματα, στις 2.5.2012 υπέβαλα μια καταγγελία στην Αρχή, αναφέροντας ότι, καθώς ο νόμος αναφέρει ότι η δημοσιοποίηση στοιχείων για λόγους δημόσιας υγείας προϋποθέτει άδεια της Αρχής, η διαδικασία θα έπρεπε να είχε διέλθει και από αυτό το επίπεδο ανεξάρτητης κρίσης. Και ότι η κρίση θα έπρεπε να είναι αρνητική, αφού είχαν προηγηθεί ανακοινώσεις του ΚΕΕΛΠΝΟ και της ΕΛ.ΑΣ. για το θέμα αυτό, χωρίς προσωπικά δεδομένα, οπότε το ίδιο το κράτος διέθετε ηπιότερο μέσο για την προστασία της δημόσιας υγείας, το οποίο είχε εξάλλου εφαρμόσει κι επομένως η δημοσιοποίηση όλων των υπόλοιπων στοιχείων ήταν περιττή και ξεπερνούσε τα ανεκτά όρια σε μια δημοκρατική κοινωνία. 

Ένα μήνα μετά, στις 6.6.2012, σχετικό έγγραφο προς την Αρχή απέστειλε και ο Γενικός Γραμματέας Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του αντίστοιχου Υπουργείου, θέτοντας ερωτήματα για την νομιμότητα της δημοσιοποίησης των φωτογραφιών, ζητώντας τη γνώμη της Αρχής για τυχόν αναγκαίες παρεμβάσεις στο θσμικό πλαίσιο. 

Η Αρχή απέφυγε να καλέσει τις οργανώσεις κατά τις δύο μυστικές συνεδριάσεις που αφιέρωσε στο θέμα. Κάλεσε όμως την Ελληνική Αστυνομία να τοποθετηθεί, χωρίς ποτέ να μας δώσει την δυνατότητα να αντικρούσουμε τα επιχειρήματά της, τα οποία περιέχονταν στις έγγραφες απαντήσεις της. Και, ακόμη χειρότερα, η Αρχή "συνένωσε" την υπόθεση με άλλη καταγγελία που εκκρεμούσε από το έτος 2009 και η οποία αφορούσε διαμαρτυρία για δημοσιοποίηση στοιχείων ατόμου που διωκόταν για πορνογραφία ανηλίκων. Το γεγονός ότι μαθαίνουμε το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας από την ιστοσελίδα της Αρχής, παρά τα πολλαπλά τηλεφωνήματά μας προς τον Πρόεδρο για εμφάνιση των εκπροσώπων των οργανώσεων κατά τη συνεδρίαση, δείχνει ότι η ανεξάρτητη αρχή περιφρονεί το ρόλο της κοινωνίας των πολιτών και των συγκεκριμένων, αντιπροσωπευτικών οργανώσεων που ασχολούνται με τα δικαιώματα των οροθετικών στην Ελλάδα. Ακόμη χειρότερα, συνδέει το θέμα της προστασίας των δεδομένων υγείας των οροθετικών με την καταγγελία ενός ατόμου που κατηγορείται για πορνογραφία ανηλίκων, προκαλώντας μια απαράδεκτη σύγχυση και ανυπόστατους συνειρμούς στο κοινό, ενώ οφείλει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή να διαλύει τις συγχύσεις και  να διαμορφώνει μια κουλτούρα σεβασμού ανθρώπινων δικαιωμάτων. Αυτά τα  ατοπήματα στα οποία υπέπεσε η Αρχή, ακόμη κι αν δεν παρουσιάζουν τα στοιχεία της νομικής παρατυπίας, υποδεικνύουν ότι, δυστυχώς, το αρμόδιο θεσμικό όργανο για την προστασία των προσωπικών δεδομένων στην Ελλάδα δεν έχει αντιληφθεί ούτε την σοβαρότητα της ίδιας της υπόθεσης, αλλά ούτε και τον παιδευτικό θεσμικό του ρόλο. Ανεξάρτητα λοιπόν από το αποτέλεσμα, τα ατοπήματα αυτά δεν συνάδουν με τους κανόνες της ορθής διοικητικής συμπεριφοράς, πρωτοπόρος της οποίας θα έπρεπε να είναι η Αρχή, αλλά αντίθετα στοιχειοθετούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις κακοδιοίκησης. 

Επί της ουσίας τώρα: η Αρχή θεμελιώνει την αναρμοδιότητά της στην διάκριση των λειτουργιών. Το σκεπτικό είναι ότι αφού η δημοσιοποίηση των στοιχείων επετράπη με διάταξη εισαγγελέα, δηλαδή δικαστικού λειτουργού, τότε η Αρχή δεν επιτρέπεται να παρέμβει, καθώς αυτό θα συνιστούσε παρέμβαση της εκτελεστικής λειτουργίας στο έργο της Δικαιοσύνης. Πρόκειται για αστειότητες. Η "διάκριση των λειτουργιών" δεν είναι μια συνθηματολογική έκφραση πολιτικού τύπου, αλλά έχει ένα συγκεκριμένο, νομικά καθορισμένο περιεχόμενο από το ίδιο το Σύνταγμα. Συγκεκριμένα, το άρθρο 26 παρ. 3 αναφέρει ότι "η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια". Ποια "δικαστική λειτουργία", λοιπόν και ποιο "δικαστήριο" υπάρχει όταν ένας εισαγγελέας διατάζει την δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων για σκοπούς προστασίας της δημόσιας υγείας; Ο εισαγγελέας έχει μεν τις εγγυήσεις ανεξαρτησίας του δικαστικού λειτουργού, αλλά δεν είναι "δικαστήριο", όπως είναι λ.χ. το Μονομελές Πρωτοδικείο. Κι επίσης δεν ασκεί "δικαστική λειτουργία", αφού δεν εκδίδει δικαστική απόφαση, αλλά, εν προκειμένω, μια διάταξη με την οποία επιτρέπει στην Αστυνομία την δημοσιοποίηση των στοιχείων. Εξάλλου, δεν ζητήθηκε στην Αρχή να παρέμβει στο έργο του Εισαγγελέα, αλλά να υπενθυμίσει στην Αστυνομία (που σίγουρα αυτή, ούτε είναι "δικαστήριο", ούτε ασκεί "δικαστική λειτουργία") ότι ο ίδιος ο νόμος προβλέπει ότι χρειάζεται άδεια για την δημοσιοποίηση δεδομένων υγείας για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας. Άρα, ποια παρέμβαση στη "δικαιοσύνη" και ποια διάκριση των λειτουργιών;

Δεν θα ήταν η πρώτη περίπτωση που η Αρχή θα αντιλαμβανόταν το ρόλο της ως συμπληρωματικό των αρμοδιοτήτων του εισαγγελέα: με την γνωμοδότηση 3/2009 που αφορά την εισαγγελική αρμοδιότητα για διάταξη παράδοσης εγγράφων που τηρούνται από το Δημόσιο (δηλαδή και πάλι τον ρυθμιστικό εισαγγελικό ρόλο ως προς τη ροή προσωπικών πληροφοριών), η Αρχή καθαρά και ξάστερα είχε γνωματεύσει ότι "η εισαγγελική παραγγελία δεν πρέπει να επεκτείνεται σε ευαίσθητα δεδομένω (λ.χ δεδομένα υγείας)" και ότι "όταν ο εισαγγελέας εξετάζει αίτημα πολίτη για χορήγηση και ευαίσθητων δεδομένων, θα πρέπει να διαβιβάζει την σχετική αίτηση προς την Διοίκηση με τη σημείωση ότι οφείλει να ζητήσει την άδεια της Αρχής". Αυτά δεν ήταν εκτροπή στη διάκριση των εξουσιών. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι είναι εντελώς διαφορετική μια ανακριτική πράξη, όπως η δημοσιοποίηση στοιχείων στο πλαίσιο ποινικής δίωξης, από την  (διοικητικής φύσεως) εισαγγελική παραγγελία χορήγησης στοιχείων από την Διοίκηση. Λες και στην μία περίπτωση επιτρέπεται η παρέμβαση στην διάκριση των λειτουργιών, ενώ στην άλλη όχι. Και η Αρχή πέφτει σε αυτήν την παγίδα, αφού στην απόφασή της για τις οροθετικές αναφέρει ότι η αρμοδιότητα δημοσιοποίηση στοιχείων "δεν αποτελεί αμιγώς διοικητική αρμοδιότητα του εισαγγελέως, η οποία εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου, με βάση το οργανικό κριτήριο, ως πράξη προερχόμενη από όργανο της δικαστικής εξουσίας, αλλά μπορεί να ενταχθεί στο έργο της απονομής δικαιοσύνης, με το οποίο είναι επιφορτισμένες κατά το Σύνταγμα (άρθρο 87 επ.) οι δικαστικές και εισαγγελικές αρχές, καθώς λαμβάνει χώρα κατά τη διερεύνηση μιας ποινικής υπόθεσης, με τη διενέργεια προανακρίσεως ή κυρίας ανακρίσεως που ως σκοπό έχουν την βεβαίωση εγκλημάτων που αναφέρονται στην διάταξη και απαριθμούνται ενδεικτικός σ' αυτή και κατατείνει στον κολασμό τους." Πρόκειται για σαφέστατη παρερμηνεία του άρθρου 87 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρει καθαρά και ξάστερα ότι : "Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία." Η δικαιοσύνη, λοιπόν, δεν απονέμεται από τους εισαγγελείς, ούτε τις "εισαγγελικές αρχές", όπως ανακριβώς αναφέρει η απόφαση της Αρχής. Άλλο "δικαστικός λειτουργός", προς τον οποίο εξομοιώνεται ο εισαγγελέας, κι άλλο "τακτικός δικαστής", στον οποίο αποκλειστικά και μόνο έχει αναθέσει το Σύνταγμα την απονομή της Δικαιοσύνης. Αναφέρει η Αρχή στην απόφαση: "κατάφαση της Αρχής για άσκηση τέτοιου ελέγχου, θα υπήγαγε ουισαστικά τους λειτουργούς της εισαγγελικής αρχής, οι οποίοι, όπως και οι δικαστικοί λειτουργοί, απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και υπόκεινται κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους μόνο στο Σύναγμα και τους νόμους, στο διοικητικό έλεγχο της Αρχής, πράγμα το ποίο τυγχάνει ευθέως αντίθετο προς την προαναφερθείσα αρχή της διάκρισης των εξουσιών." Και πάλι, όμως, το Σύνταγμα στο άρθρο 87 παρ. 2 αναφέρει ότι "οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους (...)". Η διάκριση λοιπόν αφορά μόνο τους δικαστές κι όχι κάθε περίπτωση δικαστικού λειτουργού, κατηγορία ευρύτερη στην οποία ανήκουν και οι εισαγγελείς, οι οποίοι υπάγονται σε ένα σύστημα σαφούς εποπτείας κατά τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών (βλ. εδώ). Επομένως, καμία απολύτως εισαγγελική πράξη νοείται ως απονομή Δικαιοσύνης, τουλάχιστον στο ισχύον Ελληνικό συνταγματικό πλαίσιο. Το γεγονός ότι οι εισαγγελείς υπάγονται για διοικητικούς κι εγγυητικούς λόγους στο σύστημα της Δικαιοσύνης δεν σημαίνει και ότι  το Σύνταγμα επιτρέπει να αποφαίνονται ως "τακτικοί δικαστές" ή "δικαστήρια", ώστε οι πράξεις τους να απολαμβάνουν και "ασυλία" από τον έλεγχο των ανεξάρτητων αρχών ή -τελικά- και της ίδιας της Δικαιοσύνης.  Δεν μιλάμε για παρέμβαση της κυβέρνησης στο έργο της δικαιοσύνης! Μιλάμε για επιβοήθηση του προϊσταμένου της αστυνομικής αρχής εισαγγελέα, από μια συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξάρτητη αρχή

H καταγγελία στην Αρχή δεν την καλούσε να "καταργήσει" ως αντισυνταγματική την διάταξη με την οποία απονέμεται στον εισαγγελέα η αρμοδιότητα δημοσιοποίησης, αλλά την καλούσε να τοποθετηθεί για την ουσιαστική νομιμότητα της συγκεκριμένης δημοσιοποίησης, η οποία ξεπερνούσε τα ανεκτά όρια ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλαδή παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας. Δεν ζητήθηκε δηλαδή από την Αρχή να παραστήσει το "Συνταγματικό δικαστήριο", αλλά να αναγνωρίσει ότι διατηρεί την αρμοδιότητα του άρθρου 7 παρ.2 ν.2472 που αναφέρει ότι η δημοσιοποίηση ευαίσθητων δεδομένων για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας προϋποθέτει (και) την δική της άδεια, την οποία δεν διέθετε η Ελληνική Αστυνομία. Ο στόχος δεν ήταν λοιπόν η κατάργηση της εισαγγελικής αρμοδιότητας, ώστε να τίθεται ζήτημα "διάκρισης των εξουσιών". Ο στόχος ήταν η αξιολόγηση της Αστυνομίας που ακόμη και σήμερα διατηρεί στις ιστοσελίδες της αναρτημένα αυτά τα δεδομένα. Σήμερα, που έχουν εκλείψει όλες οι δικαιολογήσεις της εισαγγελικής διάταξης (προστασία δημόσιας υγείας, διευκόλυνση απονομής δικαιοσύνης), η Αστυνομία δεν έχει απολύτως κανέναν λόγο να διατηρεί on line αυτά τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Αυτή την διάκριση μπορούσε και όφειλε να την είχε κάνει η Αρχή, αφού με καμία ερμηνεία μπορεί να θεμελιωθεί ότι η διάταξη του Εισαγγελέα αφορούσε μια απροϋπόθετη και αέναη δημοσιοποίηση ανεξάρτητα από τους σκοπούς που εξυπηρετούσε. Η Αρχή, όμως, αποφάσισε να μην ασχοληθεί ούτε με αυτό. 

Το μόνο θετικό στοιχείο αυτής της απόφασης - που κατά τ΄ άλλα προσβάλλει τον νομικό μας πολιτισμό -  είναι ορισμένα κριτήρια που με το ζόρι ψέλλισε η Αρχή, ως απάντηση στον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, στο οποίο "υπάγεται" υπηρεσιακά κατά τον νόμο. Η Αρχή απαντά ότι όντως το νομικό πλαίσιο χρήζει τροποποιήσεων εισηγούμενη ορισμένες από αυτές, καλώντας έτσι τον νομοθέτη να επέμβει στην "δικαστική" εξουσία των... εισαγγελέων. Στην απάντηση της, η Αρχή ακολουθεί όλα αυτά που έχουν υποστηριχθεί και στην καταγγελία των οργανώσεων, αλλά και στην σχετική βιβλιογραφία: ο εισαγγελέας οφείλει να σέβεται την αρχή της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα, οι αλλαγές που αντιγράφει η Αρχή από την βιβλιογραφία, χωρίς βέβαια να παραθέτει, κατά την προσφιλή της συνήθεια, παραπομπές, είναι: 

α) ότι η εισαγγελική διάταξη πρέπει να είναι ειδικώς και πλήρως αιτιολογημένη και να εξειδικεύει τον σκοπό που επιβάλλει στην συγκεκριμένη περίπτωση την δημοσιοποίηση των στοιχείων που εξαντλητικά θα αναφέρει, 
β) να αναφέρεται ο τρόπος της δημοσιοποίσης και το χρονικό διάστημα που θα διαρκέσει για να μην καταλείπονται "περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στις Αρχές που θα κληθούν να την εφαρμόσουν" και 
γ) να θεσπιστεί δικαίωμα ασκήσεως από τον κατηγορούμενο, εντός πολύ σύντομης προθεσμίας, προσφυγής κατά της εισαγγελικής διάταξης, σε ανώτερο ιεραρχικά εισαγγελέα που θα αποφαίνεται σε πολύ σύντομη επίσης προθεσμία η άσκησ της οποίας θα έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. 

Οι προτάσεις αυτές που κινούνται προς την σωστή κατεύθυνση, δεν είναι ολοκληρωμένες. Η δημοσιοποίηση δεν είναι δυνατόν να γίνεται για κάθε είδους αδίκημα με τον ίδιο τρόπο. Είναι γνωστό ότι για τα αδικήματα λ.χ. που σχετίζονται με την σεξουαλικότητα, σε άλλες χώρες υπάρχουν μητρώα για sex offenders, πρόσβαση στα οποία μπορεί να έχει κάθε ενδιαφερόμενος. Αλλά: πρόσβαση, όχι γενική δημοσιότητα. Προκαλεί κατάπληξη που η Αρχή δεν τολμάει να διατυπώσει αυτές τις διαφοροποιήσεις, ενώ τόσο η Σύσταση (R) 15 του 1987, όσο και η ίδια η Απόφαση-Πλαίσιο για την προστασία προσωπικών δεδομένων στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις επιβάλλουν την διάκριση ανάλογα με τις κατηγορίες των προσωπικών δεδομένων. Δεν αρκούν δύο - τρεις βελτιώσεις της διάταξης: χρειάζεται ένα πλήρες νομοθέτημα που να καθορίζει με σαφήνεια το πλαίσιο της ροής προσωπικών πληροφοριών για την εξυπηρέτηση των αναγκών της αστυνομίας και της δικαιοσύνης. 

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα είναι ο μοναδικός δημόσιος φορέας στην Ελλάδα, ο οποίος -κατ΄ αποτέλεσμα- αποφάνθηκε ότι νομίμως δημοσιοποιήθηκαν τα προσωπικά δεδομένα των οροθετικών γυναικών που συνελήφθησαν και διαπομπέφθηκαν με τον πιο απάνθρωπο τρόπο. Πρόκειται για τον πιο πανυγηρικό τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε ένα  ανεξάρτητο δημόσιο όργανο να διακηρύξει ότι έχει αποτύχει παντελώς στην αποστολή που του έχει ανατεθεί από το Σύνταγμα. 



Παρασκευή, Ιουλίου 27, 2012

Μια νέα αρχή

Χθες το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων με εξέλεξε Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης, με την αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 που προβλέπει ο νόμος. 

Όσες και όσοι παρακολουθείτε το e-lawyer στα 7 χρόνια που λειτουργεί, γνωρίζετε την πεποίθησή μου ότι οι διαφορές των πολιτών με τις δημόσιες αρχές μπορούν και πρέπει να επιλύονται με εξωδικαστικούς τρόπους, οι οποίοι όμως δεν θα θίγουν τα ατομικά δικαιώματα χάριν του συμβιβασμού.

Με το ζήτημα του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης, του νέου θεσμού που προβλέπει ο Καλλικράτης για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών και την πρόταση βελτιώσεων των δημοτικών υπηρεσιών ασχολούμαι από το 2010, συγκροτώντας και μια ομάδα εργασίας που αναζήτησε πληροφορίες από άλλες χώρες, αλλά και  πρακτικές ιδέες για την  οργάνωση και λειτουργία του θεσμού στον Δήμο Αθηναίων. Ο θεσμός ενσωματώνει μια σύνθετη αποστολή για την ενίσχυση της δικαιοσύνης, της διαφάνειας, της ίσης μεταχείρισης, της εξασφάλισης των δικαιωμάτων δημοτών και επιχειρήσεων. Yπήρξαν δήμοι που ακολούθησαν κι εφάρμοσαν στοιχεία της πρότασης που δημοσιεύσαμε τότε. Μέσα στο 2011 εκλέχθηκαν Συμπαραστάτες σε ορισμένους δήμους και περιφέρειες και γι' αυτό η πρόταση επικαιροποιήθηκε, λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία που ενσωματώθηκε στις ετήσιες εκθέσεις τους. Η επικαιροποιημένη πρόταση συνόδευσε την χθεσινή υποψηφιότητα. 

Ευχαριστώ και συγχαίρω όλες και όλους που εργάστηκαν για την επίτευξη της ευρείας διαπαραταξιακής συναίνεσης στο δημοτικό συμβούλιο, η οποία οδήγησε τελικά στην συγκέντρωση της απαιτούμενης πλειοψηφίας.

Είμαι στη σπάνια θέση, να έχω την δυνατότητα να επιδιώξω την εφαρμογή των αρχών στις οποίες είμαι αφιερωμένος, ως νομικός. Και αυτήν την θεσμική δυνατότητα θα αξιοποιήσω σε όλη της την πληρότητα. 


Πέμπτη, Ιουλίου 12, 2012

Δικαστής διατάζει το Twitter να χορηγήσει στοιχεία

Μια δικαστική διάταξη ενός Δικαστή της Νέας Υόρκης έρχεται να επανατοποθετήσει το ζήτημα της άρσης του απορρήτου στις υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης, τουλάχιστον στο πλαίσιο του αμερικανικού δικαίου. Η υπόθεση αφορά έναν διαδηλωτή της Occupy Wall Street, ο οποίος διώκεται για ανάρμοστη συμπεριφορά, επειδή κινήθηκε στο οδόστρωμα της Γέφυρας του Μπρούκλιν, αντί για το πεζοδρόμιο. Ο διαδηλωτής ισχυρίζεται ότι οι αστυνομικοί οδήγησαν τους διαδηλωτές στο οδόστρωμα, ισχυρισμό που οι αρχές επιθυμούν να ανατρέψουν, ζητώντας από το Twitter να τους χορηγήσει δεδομένα του χρήστη προκειμένου να εξεταστεί τι ακριβώς συνέβη. 

Αρχικά ο τοπικός εισαγγελέας έστειλε μια κλήτευση στο Τwitter με το οποίο ζητούσε τα στοιχεία του χρήστη. Το Twitter ενημέρωσε τον χρήστη ότι υπήρχε αυτή η κλήτευση, με αποτέλεσμα ο χρήστης να την προσβάλλει δικαστικά. Τότε το Twitter αποφάσισε να περιμένει την απόφαση επί της προσφυγής που είχε υποβάλλει ο ίδιος ο χρήστης και μέχρι τότε να μην εκτελέσει την εντολή χορηγώντας τα δεδομένα. To δικαστήριο όμως απέρριψε το αίτημα του χρήστη, με την αιτιολογία ότι δεν είχε ιδιοκτησιακό δικαίωμα στα δεδομένα κι ως εκ τούτου, ο χρήστης δεν είχε έννομο συμφέρον να προσβάλλει την κλήτευση που απευθυνόταν στο Twitter. Πρόκειται για μια από τις αγκυλώσεις του αμερικάνικου δικαίου που εξακολουθεί σε ενα βαθμό να ταυτίζει την ιδιωτικότητα με την ιδιοκτησία, ενώ πρόκειται για προφανώς διακριτά ατομικά δικαιώματα. Ωστόσο, η απόφαση βασιζόταν και στους Όρους Χρήσης του Twitter, που δεν αναγνώριζαν ιδιοκτησιακά δικαιώματα στα δεδομένα των χρηστών, ενώ σε μεταγενέστερο χρόνο, οι Όροι μεταβλήθηκαν αναφέροντας ρητώς ότι "διατηρείτε κάθε δικαίωμά σας στο περιεχόμενο που υποβάλλετε, αναρτάτε ή παρουσιάζετε μέσω της υπηρεσίας". 

Στη συνέχεια, αφού ο χρήστης δεν είχε έννομο συμφέρον, το ίδιο το Twitter προσέβαλε την κλήτευση, προκειμένου να μην χορηγήσει τα στοιχεία του χρήστη στις αρχές. Το Twitter ανέφερε ότι δεν είναι δυνατόν να μην αναγνωρίζεται έννομο συμφέρον στους χρήστες και να πρέπει το ίδιο κάθε φορά να προσβάλλει δικαστικώς τις κλητεύσεις.  Η διάταξη που εξέδωσε ο δικαστής (βλ. εδώ) έκανε εν μέρει δεκτό το αίτημα του Twitter, περιορίζοντας τον όγκο των δεδομένων στην χρονικά κρίσιμη περίοδο (γιατί οι αρχές ζητούσαν πληροφορίες κι από μεταγενέστερες του συμβάντος περιόδους), επιβάλλοντας στο κράτος να ζητήσει την έκδοση εντάλματος έρευνας για τα υπόλοιπα δεδομένα. Ο δικαστής αναφέρει στην απόφασή του ότι τα twits αποτελούν δημόσια έκφραση και ότι δεν είναι το ίδιο με ένα e-mail, ένα dm, ένα προσωπικό chat, ή οποιοδήποτε άλλο μέσο προσωπικής συνομιλίας που υπάρχει σήμερα διαθέσιμο στο διαδίκτυο. Και καταλήγει ότι "δεν υπάρχει εύλογη προσδοκία ιδιωτικότητας για τα twits που ο ίδιος ο χρήστης κατέστησε δημόσια".  Οπότε, κατά τον δικαστή είναι κρίσιμο ότι ο ίδιος ο χρήστης επέλεξε να δημοσιοποιήσει την πληροφορία, ενώ εάν ήθελε να την κρατήσει σε σφαίρα περιορισμένης προσβασιμότητας, μπορεί να είχε προχωρήσει σε αυτή την επιλογή του (υπάρχουν και "κλειδωμένα" twits, στα οποία δεν αναφέρεται η απόφαση). 

Θεωρώ ότι σε ένα βαθμό, ο αμερικάνος δικαστής υποπίπτει στο ίδιο νομικό σφάλμα της γνωμοδότησης Σανιδά του 2009, στην οποία αναφερόταν ότι "δεν υπάρχει απόρρητο στο Διαδίκτυο", για όσα λέγονται δημόσια. Ο αντίλογος είναι ότι το απόρρητο μπορεί να μην καλύπτει το περιεχόμενο ενός δημόσιου μηνύματος, καλύπτει όμως σαφέστατα τα "εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας" που υποβλήθηκαν σε επεξεργασία προκειμένου αυτό το μήνυμα να αναρτηθεί σε δημόσια θέα, δηλαδή τα δεδομένα κίνησης και θέσης, από τα οποία μπορούν να εξαχθούν πληροφορίες για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του χρήστη, μιας ταυτότητας που, ανεξάρτητα από την δημόσια έκφραση ο χρήστης μπορεί κι έχει εύλογη προσδοκία ότι παραμένει απόρρητη. Όσο κι αν δεν αρέσει σε κάποιους, το Σύνταγμα δεν επιβάλλει σε κανένα άτομο ως προϋπόθεση για την ενάσκηση της ελευθερίας της έκφρασης την υποχρέωση να υπογράφει όσα λέει.  Παράλληλα, το Σύνταγμα προβλέπει δικαστικές και νομικές εγγυήσεις για την άρση του απορρήτου: αν δεν τηρηθούν τότε θα πρόκειται για παρανόμως αποκτηθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν επιτρέπεται να λαμβάνονται υπόψη από τα δικαστήρια κι αν ληφθούν οι αποφάσεις τους θα είναι ανατρέψιμες σε επόμενους βαθμούς δικαιοδοσίας. 

Στην Ευρώπη, ένας δικαστής δεν θα ήταν νομιμοποιημένος να πει με την ευκολία του αμερικάνου ότι πρέπει να λειτουργήσει δικαιοπλαστικά σε ένα αίτημα άρσης απορρήτου. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προϋποθέτει ως ανεξαίρετο κανόνα ότι μόνο εφόσον υπάρχει νόμος (και μάλιστα προσβάσιμος για τα άτομα και προβλέψιμων συνεπειών από την τυχόν παράβασή του), μπορεί να υποχωρήσει η προστασία της ιδιωτικότητας. Δηλαδή εάν δεν υπάρχει νομική σαφήνεια και ασφάλεια δικαίου η ΕΣΔΑ δεν επιτρέπει περιορισμούς στην ιδιωτικότητα. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Copland κατά Ηνωμένου Βασιλείου ξεκαθάρισε ότι δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις ως εργοδότης δεδομένα που παράγονται από την χρήση του υπολογιστή του εργαζόμενου, εάν δεν υπάρχουν σαφείς κανονιστικές διατάξεις που αναφέρουν τις προϋποθέσεις για μια τέτοια επεξεργασία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε το Ηνωμένο Βασίλειο επειδή ο διευθυντής ενός δημόσιου κολλεγίου αναζήτησε πληροφορίες για τις ιστοσελίδες που επισκεπτόταν μια γραμματέας καθώς και των e-mail της και των τηλεφωνικών κλήσεών της, χωρίς να υπάρχει επαρκής νομική βάση, παρόλο που αφορούσε τον εξοπλισμό του κολλεγίου. Έτσι, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατέστησε απολύτως σαφές ότι είναι άλλο η ιδιοκτησία των μέσων επικοινωνίας (που ανήκε στο Δημόσιο) κι άλλο η ιδιωτικότητα του εργαζόμενου (που αφορούσε τις πληροφορίες που διακινήθηκαν μέσα από τις κρατικές υποδομές). 

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο αμερικάνος δικαστής μπορεί να είναι εύλογο και δίκαιο κατά το αμερικάνικο δίκαιο και κατά το κοινό περί δικαίου αίσθημα: να μην χρησιμοποιείται καταχρηστικά το απόρρητο για να αποφεύγεται η λογοδοσία ενώπιον των δικαστικών αρχών. Από την άλλη πλευρά, ο ευρωπαϊκός νομικός πολιτισμός, ακόμη κι αν συμφωνεί με αυτή την θέση, δεν μπορεί να παρακάμψει το θεσμικό εγγυητικό κενό σε επίπεδο ασφάλειας δικαίου: να αρθεί το απόρρητο, αλλά όχι για οποιονδήποτε λόγο και σίγουρα όχι επειδή το αποφάσισε απροϋπόθετα ένας δικαστής. Η άρση του απορρήτου είναι μια σοβαρή επέμβαση στα ατομικά δικαιώματα (όχι μόνο της ιδιωτικότητας τελικά, αλλά και της ίδιας της ελευθερίας της έκφρασης) η οποία προϋποθέτει την σύμπραξη και των τριών κρατικών λειτουργιών κι όχι μόνο της δικαιοσύνης: πρέπει ο δημοκρατικά εκλεγμένος νομοθέτης να έχει προσδιορίσει με σαφήνεια τις γενικές προϋποθέσεις που θα ισχύουν για όλους, όσων αιτείται η άρση του απορρήτου. Και οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να αποτελούν κοινή γνώση, με τα μέσα δημοσιοποίσης των κρατικών κανόνων, ώστε να είναι σε θέση καθένας να ρυθμίζει την συμπεριφορά του και να αποφεύγει απρόβλεπτες επεμβάσεις στην ιδιωτική του ζωή. 


Ευχαριστώ τον κ. Ερρίκο Κλόπφερ από τον ΣΚΑΪ που με ενημέρωσε για την υπόθεση. 


Τρίτη, Ιουλίου 10, 2012

"Μίσος στους δρόμους" - Ξενοφοβική βία στην Ελλάδα

Η διεθνής οργάνωση Human Rights Watch δημοσιοποίησε σήμερα μια έκθεση 99 σελίδων με τίτλο "Μίσος στους δρόμους - Ξενοφοβική βία στην Ελλάδα" (.pdf). Στην έκθεση καταγράφεται η αποτυχία της αστυνομίας και της δικαιοσύνης στην αποτροπή και την τιμώρηση των επιθέσεων σε μετανάστες. Η οργάνωση αναφέρει ότι παρά τα διαρκώς αυξανόμενα περιστατικά, η αστυνομία δεν επεμβαίνει αποτελεσματικά για την προστασία των θυμάτων και τη λογοδοσία των δραστών. Η έκθεση επισημαίνει ότι το δικαστικό σύστημα λειτουργεί αποτρεπτικά για την καταγγελία των περιστατικών και ο νόμος του 2008 που καθιστά επιβαρυντική περίσταση το φυλετικό μίσος δεν έχει εφαρμοστεί μέχρι σήμερα. 

Το σχετικό δελτίο τύπου της οργάνωσης μπορείτε να δείτε εδώ
Η σύνοψη της έκθεσης και οι συστάσεις είναι αναρτημένες εδώ

Μετάφραση της σύνοψης και των συστάσεων στα Ελληνικά: 


Human Rights Watch: Μίσος στους Δρόμους - Ξενοφοβία στην Ελλάδα
Περίληψη και Βασικές Συστάσεις

Aπό τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 2000, η Ελλάδα έγινε η μεγάλη πύλη μεταναστών χωρίς χαρτιά και αιτούντων άσυλο από την Ασία και την Αφρική προς την Ευρώπη. Ολόκληρη η χώρα μεταβλήθηκε δημογραφικά, λόγω της πολυετούς κακοδιαχείρισης της μετανάστευσης και της πολιτικής ασύλου, αλλά και πιο πρόσφατα, λόγω της βαθιάς οικονομικής κρίσης. Το κέντρο της Αθήνας, ιδίως, περιλαμβάνει μεγάλο πληθυσμό αλλοδαπών που ζουν σε ακραία φτώχεια, καταλαμβάνοντας εγκαταλειμένα κτίρια, πλατείες και πάρκα. Ενώ οι τουρίστες είναι καλοδεχούμνοι, οι μετανάστες και οι αιτούντες άσυλο αντιμετωπίζουν ένα εχθρικό περιβάλλον, ενώ κινδυνεύουν να κρατηθούν σε απάνθρωπες και εξευτελιστικές συνθήκες, να υποφέρουν από την ένδεια και να υποστούν ξενοφοβική βία.

"Είμαστε άνθρωποι και δεν επιτρέπεται να μας μεταχειρίζονται έτσι. Δεν είμαι ζώο να με κυνηγούν με ρόπαλαDouglas Kesse, από την Γκάνα, αιτών άσυλο, 11.1.2012.



Τον Μάιο του 2011, ύστερα από τον φόνο ενός Έλληνα, του Μανώλη Καντάρη, στο κέντρο της Αθήνας, συμμορίες Ελλήνων, με προφανές κίνητρο τα αντίποινα για τον φόνο, επιτέθηκαν αδιακρίτως σε μετανάστες και αιτούντες άσυλο, κυνηγώντας τους στους δρόμους, πετώντας τους έξω από λεωφορεία, χτυπώντας και μαχαιρώνοντάς τους.

Το ξέσπασμα της αντιμεταναστευτικής βίας αποτελούσε λόγο σοβαρής ανησυχίας. Ωστόσο, οι επιθέσεις εναντίον μεταναστών και αιτούντων άσυλο είχαν ξεκινήσει πολύ πριν τον Μάιο του 2011 και συνεχίστηκε από τότε με τρομακτική συχνότητα, τόσο στην Αθήνα, όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Μετανάστες και αιτούντες άσυλο μίλησαν στην Human Rights Watch για άτυπα απαγορευμένες περιοχές της Αθήνας, κατά τις βραδινές ώρες, λόγω του φόβου επιθέσεων από συχνά μαυροφορεμένες ομάδες Ελλήνων με βίαιες προθέσεις. Ο Yunus Mohammadi, πρόεδρος της ένωσης Αφγανών στην Ελλάδα, μας είπε ότι άρχισε να δείχνει στους νεοαφιχθέντες έναν χάρτη της Αθήνας με μια κόκκινη γραμμή γύρω από τις περιοχές που πρέπει να αποφεύγουν. "Αυτό ακριβώς έκανα στο Αφγανιστάν με τον Ερυθρό Σταυρό, για περιοχές που οι άνθρωποι δεν έπρεπε να πηγαίνουν επειδή γίνονταν μάχες", λέει ο  Mohammadi said. “Και να τώρα, που κάνω το ίδιο πράγμα σε μια Ευρωπαϊκή χώρα". Μια χώρα που υπερηφανεύεται για την φιλοξενία της, η Ελλάδα, έχει γίνει από την περασμένη δεκαετία μια χαρακτηριστικά αφιλόξενη χώρα για πολλούς αλλοδαπούς. Ενώ οι τουρίστες είναι ευπρόσδεκτοι, οι μετανάστες και οι αιτούντες άσυλο αντιμετωπίζουν ένα εχθρικό περιβάλλον ενώ κινδυνεύουν να κρατηθούν σε απάνθρωπες και εξευτελιστικές συνθήκες, να υποφέρουν από την ένδεια και να υποστούν ξενοφοβική βία. 


Η παρούσα έκθεση βασίζεται σε συνεντεύξεις του Human Rights Watch που έγιναν με 59 ανθρώπους, οι οποίοι έπεσαν θύματα ή ξέφυγαν από ένα ξενοφοβικό περιστατικό, συμπεριλαμβανομένων 51 σοβαρών επιθέσεων μεταξύ του Αυγούστου 2009 και του Μάιου 2012. Στα θύματα σοβαρών επιθέσεων περιλαμβάνονται μετανάστες και αιτούντες άσυλο εννέα διαφορετικών εθνικοτήτων, καθώς και δύο έγκυες γυναίκες. Από τις καταθέσεις των θυμάτων προκύπτουν κοινά χαρακτηριστικά: οι περισσότερες επιθέσεις γίνονται την νύχτα, σε κεντρικές πλατείες ή κοντά σε αυτές. Οι επιτιθέμενοι, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και γυναίκες, ενεργούν σε ομάδες και συνήθως φέρουν μαύρα ρούχα, με καλυμμένα από κουκούλες ή κράνη πρόσωπα. Δεν σπανίζουν οι επιθέσεις με γυμνές γροθιές, αλλά οι δράστες φέρουν συχνά επίσης ρόπαλα ή μπουκάλια μπύρας ως όπλα. Oι περισσότερες επιθέσεις συνοδεύονται από προσβολές και παραινέσεις εγκατάληψης της Ελλάδας και σε μερικές περιπτώσεις οι δράστες επίσης ληστεύουν τα θύματα.

Μεταξύ των μεταναστών και αιτούντων άσυλο που συνάντησε και πήρε συνέντευξη η Human Rights Watch είναι και ο Ali Rahimi, ένας Αφγανός αιτών άσυλο, τον οποίο μαχαίρωσαν πέντε φορές στον κορμό, έξω από ένα διαμέρισμα στον Άγιο Παντελεήμονα, τον Σεπτέμβριο του 2011. Ο  Mehdi Naderi, ένας Αφγανός μετανάστης χωρίς χαρτιά έχει μια ευδιάκριτη ουλή στην μύτη από μια επίθεση του Δεκεμβρίου του 2011, κατά την οποία τον χτύπησαν με ξύλα και σιδερόβεργες κοντά στην πλατεία Αττικής. Και το αριστερό χέρι μιας Αφγανής πρόσφυγα, της Maria N. σκίστηκε όταν την χτύπησαν δύο άντρες σε μια μοτοσυκλέτα, με ένα ξύλινο ρόπαλο με καρφιά. 

Οι ανησυχίες για την αυξανόμενη εγκληματικότητα και την αστική υποβάθμιση έχουν γίνει κυρίαρχο στοιχείο στις καθημερινές συζητήσεις καθώς και στον πολιτικό διάλογο. Κόμματα όλου του ιδεολογικού φάσματος συνδέουν κανονικά και ρητά την αντικανονική μετανάστευση με την παθογένεια της πόλης. Η χωρίς χαρτιά μετανάστευση και η εγκληματικότητα στην Αθήνα ήταν στην κορυφή των θεμάτων συζήτησης στις εθνικές εκλογές του Μάη και Ιούνη 2012. Εθνικιστικά, ακροδεξιά κόμματα όπως η Χρυσή Αυγή έχουν αποκτήσει ισχύ και μεγάλη δημοτικότητα τα τελευταία χρόνια, λόγω της εκμετάλλευσης του αντιμεταναστευτικού αισθήματος. Έχοντας κερδίσει μια έδρα στο δημοτικό συμβούλιο της Αθήνας το 2012, η Χρυσή Αυγή έλαβε αρκετές ψήφους τον Ιούνιο του 2012 στις εθνικές εκλογές, ώστε να εισέλθει στην Βουλή για πρώτη φορά στην ιστορία της. Θα έχει 18 έδρες.

Η εκμετάλλευση της εύλογης ανησυχίας για την εγκλημτικότητα, σε συνδυασμό με την ευρύτατη δυσχέρεια που επέφερε η οικονομική κρίση, εμφανίζεται να ενδυναμώνει ένα κλίμα έλλειψης ανοχής απέναντι στους μετανάστες και τους αιτούντες άσυλο. Όπως είπε ένας κάτοικος της Αθήνας, "ποτέ δεν ήμουν ρατσιστής, αλλά τώρα έγινε. Γιατί δεν μπορούμε να τους στείλουμε όλους πίσω;" Οι λεγόμενες ομάδες πολιτών έχουν ξεφυτρώσει μέσα στα τελευταία χρόνια στο κέντρο της πόλης ως αυτόκλητες μονάδες παρακολούθησης, ισχυριζόμενες ότι έχουν οργανώσει περιπολίες στους δρόμους και ότι προστατεύουν τους κατοίκους διώχνοντας τους μετανάστες. Αφίσες με μισαλλόδοξα μηνύματα κατά των μεταναστών που υπογράφονται από αυτές τις ομάδες βρίσκονται αναρτημένες σε όλη την πόλη. Μολονότι δεν υπάρχει κάποια γνωστή αστυνομική έκθεση ή δικαστική απόφαση που να συνδέει τις ομάδες πολιτών με τις συμμορίες που οργανώνουν τις βίαιες επιθέσεις σε μετανάστες και αιτούντες άσυλο, υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ώστε να υποτεθεί ότι οι δράστες αυτών των  βίαιων επιθέσεων είναι μέλη ή σχετιζόμενοι με αυτές τις ομάδες. Δύο άνδρες και μια γυναίκα που είναι υπόδικοι για το μαχαίρωμα ενός Αφγανού αιτούντος άσυλο τον Σεπτέμβριο του 2011 φέρονται ως μέλη μιας ομαδας πολιτών και τέτοιες ομάδες υπογράφουν απειλητικές αφίσες που έχουν αναρτηθεί στο κέντρο της Αθήνας. Οι κάτοικοι αποδίδουν ή κατηγορούν αυτές τις ομάδες που οργανώνουν δράσεις εναντίον των μεταναστών, όπως το κλείσιμο της παιδικής χαράς του Αγίου Παντελεήμονα, επειδή είχαν πολλούς αλλοδαπούς.

Η πραγματική έκταση της ξενοφοβικής βίας στην Ελλάδα είναι άγνωστη. Οι κυβερνητικές στατιστιές δεν είναι αξιόπιστες, λόγω της αποτυχίας του συστήματος της ποινικής Δικαιοσύνης στην έρευνα και δίωξη εγκλημάτων μίσους. Σοβαρό πρόβλημα είναι και ότι τα θύματα, ιδίως οι μετανάστες χωρίς χαρτιά, αποφεύγουν να καταγγέλλουν τα εγκλήματα. Η Ελληνική κυβέρνηση αναφέρει ότι σε όλη τη χώρα το 2009 έγιναν μόνο δύο εγκλήματα μίσους, ενώ το 2008 ένα. Τον Μάιο 2012 ο αρμόδιος εισαγγελέας της Αθήνας που έχει λόγω αρμοδιότητας όλες τις πληροφορίες όσον αφορά τα εγκλήματα μίσους είπε στην Human Rights Watch ότι από το 2011 υπάρχουν εννέα υπό εξέταση υποθέσεις ως πιθανά εγκλήματα μίσους.

Οι πηγές των μη κυβερνητικών οργανώσεων βοηθούν να καλυφθούν τα κενά. Τον Ιούνιο του 2011, ο διευθυντής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, Νικήτας Κανάκης, εκτιμούσε ότι στην κλινική της οργάνωσης στην Αθήνα είχαν περιθάλψει 300 θύματα ρατσιστικών επιθέσεων. Ο Τζανέτος Αντύπας, επικεφαλής της Ελληνικής μη κυβερνητικής οργάνωσης (ΜΚΟ) Πράξις είπε ότι είχαν περιθάλψει 200 θύματα κατά την ίδια περίπου περίοδο. Τέλος, ένα δίκτυο ΜΚΟ κατέγραψε 63 περιστατιά μεταξύ του Οκτώβρη και του Δεκέμβρη 2011 στην Αθήνα και την πάτρα. Η Ελλάδα έχει σαφείς υποχρεώσεις σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο των ανθρώπινων δικαιωμάτων να λαμβάνει αποτελεσματικά μέτρα για να αποτραπεί η ρατσιστική και ξενοφοβική βία, να εξεταστούν και να διωχθούν οι δράστες και πρέπει να καταδικάζει δημόσια και απερίφραστα αυτή τη βία. Αυτές οι υποχρεώσεις ισχύουν ανεξάρτητα από το εάν οι δράστες είναι υπάλληλοι του κράτους. 

Οι υποθέσεις που καταγράφονται σε αυτή την έκθεση δείχνουν ότι οι μετανάστες και αιτούντες άσυλο δυσχερώς μπορούν να δικαιωθούν. Τα θύματα των ξενοφοβικών επιθέσεων στην Αθήνα αντιμετωπίζουν πολλά εμπόδια στην καταγγελία των εγκλημάτων και στην ενεργοποίηση μιας αστυνομικής αντιμετώπισης των επιθέσεων. Οι εισαγγελείς και τα δικαστήρια δεν έχουν καταφέρει μέχρι τώρα να διώξουν επιθετικά την ρατσιστική και ξενοφογική βία. Λόγω της οικονομικής κρίσης και με το βάρος του ελέγχου της αντικανονικής μετανάστευσης, οι εθνικές αρχές - όπως και η ΕΕ και η διεθνής κοινότητα γενικά - έχουν κλείσει τα μάτια τους. Προκειμένου να εναρμονιστεί με το ευρωπαϊκό δίκαιο, η Ελλάδα τροποποίησε το 2008 τον Ποινικό Κώδικά της, αναγνωρίζοντας το ρατσιστικό κίνητρο ως επιβαρυντική περίσταση για την επιμέτρηση των ποινών. Mια εγκύκλιος του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη το 2006 προς την Ελληνική Αστυνομία διέταξε την αστυνομία να διερευνά το πιθανό ρατσιστικό κίνητρο κατά την τέλεση εγκλήματος, όταν το επικαλούνται τα θύματα ή οι μάρτυρες, όταν αυτό υποστηρίζεται από ενδείξεις, όταν συνομολογείται από τον δράστη ή τους δράστες ή όταν ο φερόμενος δράστης/δράστες και το θύμα/τα θύματα του εγκλήματος ανήκουν σε διαφορετικές φυλετικές, θρησκευτικές ή κοινωνικές ομάδες ή αυτοπροσδιορίζονται έτσι. Πρατικά, η αστυνομία εμφανίζεται πλημμελώς προετοιμασμένη ή πλημμελώς διαθέσιμη για εξέταση καταγγελιών ρατσιστικής βίας. Δεν υπάρχει ειδική πρακτική εκπαίδευση στις αστυνομικές ακαδημίες και δεν υπάρχουν εξειδικευμένοι υπάλληλοι με αρμοδιότητα την επιδίωξη ή εποπτεία εξέτασης για πιθανά εγκλήματα μίσους. Ενώ οι αναφερόμενοι έχουν άμεση βοήθεια - καλώντας για παράδειγμα ένα ασθενοφόρο- η Human Rights Watch άκουσε κατ΄επανάληψη ότι η αστυνομία αποθαρρύνει τα θύματα για την υποβολή επίσημων καταγγελιών. Τα θύματα που εξετάσαμε αναφέρουν ότι οι αστυνομικοί τους είπαν πως είναι ανούσιο να υποβάλουν μήνυση εάν δεν μπορούν να υποδείξουν θετικά τους δράστες ή ότι θα πρέπει απλώς να οργανωθούν να απαντήσουν. Η αστυνομία είπε στην Human Rights Watch ότι είναι δύσκολο να διερευνήσουν εγκλήματα κουκουλοφόρων. Ωστόσο, η αποτυχία της αστυνομίας στην αποτροπή ή την επιδίωξη διερεύνησης ακόμη και σε περιοχές που η βια είναι προβλέψιμη κι επαναλαμβανόμενη, αποδυναμώνει αυτή τη δικαιολογία. Τρία θύματα που επέμειναν ότι ήθελαν να βρουν το δίκιο τους έλαβαν την απάντηση ότι πρέπει να πληρώσουν ένα παράβολο 100 ευρώ που θεσπίστηκε το 2010 για να αποθαρρύνει τις αβάσιμες μηνύσεις, μολονότι δικαστικοί λειτουργοί είπαν στην Human Rights Watch ότι τα εγκλήματα μίσους πρέπει να διώκονται αυτεπαγγέλτως, χωρίς να πρέπει το θύμα να υποβάλει επίσημη μήνυση (ή παράβολο). Τέλος, οι μετανάστες χωρίς χαρτιά έμαθαν ότι μπορει να τους επιβληθεί κράτηση εάν επιμείνουν να διεκδικήσουν το άνοιγμα μιας ποινικής υπόθεσης. Πράγματι, ο φόβος της κράτησης και της απέλασης είναι διάχυτος στις συνεντεύξεις, ως ο βασικός λόγος για τον οποίο οι μετανάστες ήταν επιφυλακτικοί στην αναζήτηση βοήθειας μετά από μια επίθεση, μολονότι η Human Rights Watch δεν κατέγραψε κάποια υπόθεση στην οποία τα θύματα όντως να κρατήθηκαν ή να απελάθηκαν από την Ελλάδα κατόπιν υποβολής μηνύσεως. 

Οι απαντήσεις από την Δικαιοσύνη ήταν επίσης ανεπαρκείς. Όπως προαναφέρθηκε, το ρατσιστικό κίνητρο θεσπίστηκε ως επιβαρυντική περίσταση της τέλεησςη του εγκλήματος, το 2008, δίνοντας στους δικαστές την ευχέρεια να επιβάλουν την ανώτατη ποινή για κάθε δεδομένο έγκλημα. Απ' όσο γνωρίζουμε, ο ρατσισμός ως επιβαρυντική περίσταση δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί, σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την θέσπιση του. Η Εισαγγελία πρωτοδικών Αθηνών δεν έχει εξειδικευμένους εισαγγελείς για τον άμεσο χειρισμό ή την εποπτεία των εγκλημάτων μίσους, όπως αυτά που οφείλονται σε ρατσιστική ή ξενοφοβική βία. 

Οι εθνικές αρχές σε μεγάλο βαθμό τείνουν να υποβαθμίσουν την έκταση του προβλήματος, αλλά τελευταία έχουν γίνει θετικά βήματα. Μια διυπουργική ομάδα εργασίας συνεδρίασε τον Απρίλιο του 2012 προκειένου να συζητήσει μέτρα για την έγερση της επίγνωσης όσον αφορά την ρατσιστική και ξενοφοβική βία στην αστυνομία, όπως επίσης και να βελτιωθεί η καταγραφή των ρατσιστικών εγκλημάτων. Αυτά περιλαμβάνουν την χρήση μιας ειδικής φόρμας από την αστυνομία και το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης και την δημιουργία μιας κεντρικής βάσης δεδομένων στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Επίσης, τον Απρίλιο του 2012, το υπουργείο Δικαιοσύνης ζήτησε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να συντάξει ειδικές κατευθυντήριες γραμμές προς τους εισαγγελείς, ώστε να τους βοηθήσει να χειριστούν την ρατσιστική βία. Τέλος, υπάρχι συζήτηση σχετικά με την μεταρρύθμιση του ποινικού δικαίου ώστε να ενδυναμωθεί το πεδίο εφαρμογής και η εφαρμογή της επιβαρυντικής περίστασης του ρατσιστικού κινήτρου. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει να παίξει έναν σοβαρό ρόλο ώστε να εξασφαλίσει ότι η Ελλάδα τηρεί την υποχρέωσή της να αποτρέψει και να διώξει αποτελεσματικά την ρατσιστική βία. Μέχρι τώρα, τα Ευρωπαϊκά όργανα έχουν δώσει λίγη έως καθόλου προσοχή στην ενίσχυση του αντιμεταναστευτικού αισθήματος και στα περιστατικά εναντίον μεταναστών και αιτούντων άσυλο. Υπάρχει ακόμη η πίεση στην Ελλάδα από τους Ευρωπαίους γείτοντές της να έχει την ευθύνη για έναν δυσανάλογα μεγάλο αριθμό αιτούντων άσυλο αφενός και να διασφαλίσει τα εσωτερικά κι εξωτερικά σύνορα της ΕΕ αφετέρου, γεγονός που έχει συμβάλει στην παρούσα αφόρητη κατάσταση. Οι σοβαρές περικοπές στον προϋπολογισμό που απορρέουν από τα μέτρα λιτότητας που έλαβε η Ελλάδα έχουν επίσης αποδυναμώσει την αστυνομική δύναμη και την παροχή των υπηρεσιών που θα μπορούσαν να βοηθήσουν την αποτροπή κοινωνικών εντάσεων και την γιγάντωση της βίας. 

Ωστόσο, αυτή η πραγματικότητα δεν απαλλάσσει την Ελλάδα από το καθήκον της να αντιμετωπίσει τον ρατσισμό και την ξενοφοβία. Δεν υπάρχει δικαιολογία για την κάλυψη με ασυλία των συμμοριών βίας που βλάπτουν μετανάσες και αιτούντες άσυλο. Οι Ελληνικές αρχές πρέπει να λάβουν επείγοντα μέτρα για να εξαλείψουν αυτό το ανησυχητικό φαινόμενο. 


Κύριες συστάσεις

Στην Ελληνική Κυβέρνηση


• Δημόσια και κατηγορηματική καταδίκη, στο ανώτατο επίπεδο, των περιστατικών ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας. 



• Επείγουσα αντιμετώπιση των ελλείψεων της αστυνομίας όσον αφορά την αποτροπή και διερεύνηση καταγγελιών ρατσιστικής βίας με:
- γρήγορη εισαγωγή ειδικής φόρμας για την καταγραφή ισχυρισμός ρατσιστικής βίας και της κεντρικής βάσης δεδομένων
- διοργάνωση υποχρεωτικής και κατάλληλης εκπαίδευσης σε όλα τα επίπεδα και εντός υπηρεσίας εκπαίδευση στη διαλεύκανση, αποτροπή, αντιμετώπιση και διερεύνηση των εγκλημάτων μίσους, συμπεριλαμβανομένων των εγκλημάτων ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας για όλους τους αστυνομικούς υπαλλήλους και
- έκδοση αναλυτικών οδηγιών για την αστυνομία σχετικά με την διερεύνηση των εγκλημάτων μίσους, συμπεριλαμβανομένης της ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας
και


• Θέσπιση κι εφαρμογή μιας αποτρεπτικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της ξενοφοβικής βίας, συμπεριλαμβανομένων των κατάλληλων εφοδίων επιβολής του νόμου σε περιοχές με υψηλούς δείκτες τέτοιας βίας.


• Διασφάλιση είτε μέσω νομοθεσίας είτε μέσω δεσμευτικών εγκυκλίων ότι ανεξάρτητα από τη φύση της προσβολής, κάθε έγκλημα που μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως έγκλημα μίσους αποτελεί αντικείμενο υποχρεωτικής κρατικής δράσης - διερεύνησης και δίωξης - χωρίς την προϋπόθεση του να καταβληθεί από το θύμα το παράβολο των 100 ευρώ. 


• Βελτίωση της ανταπόκρισης της δικαιοσύνης με 
- αναθεώρηση του Ποινικού Κώδικα ώστε να βελτιωθεί το εύρος και η εφαρμογή της επιβαρυντικής περίστασης του ρατσιστικού κινήτρου,
- οργάνωση κατάλληλης εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένης της διενέργειας ειδικών σεμιναρίων σε τμήματα διαρκούς επαγγελματικής εκπαίδευσης για τους εισαγγελείς και τους δικαστές στην εθνική και ευρωπαϊκή αντιρατσιστική νομοθεσία και 
- ενθάρρυνση του διορισμού ενός ή περισσότερων ειδικών εισαγγελέων σε εισαγγελίες όπως της Αθήνας, προκειμένου να παράσχουν τεχνική εξειδίκευση σε συναδέλφους τους για την δίωξη τέτοιων υποθεσεων. 

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η Γενική Διεύθυνση Δικαιοσύνης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα πρέπει να αξιολογήσει την συμμόρφωση της Ελλάδας με τις υποχρεώσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων όσον αφορά την πρόληψη και την δίωξη ρατσιστικής και άλλης βίας μίσους και να επιχορηγήσει την υποστήριξη πρωτοβουλιών για να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις στην κρατική δράση εναντίον της ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας, όπως επίσης και να επιχορηγήσει εκστρατείες ενημέρωσης του κοινού.


Πέμπτη, Ιουλίου 05, 2012

Mεταβολή "μικρού" ονόματος για συνειδησιακούς λόγους


Η μεταβολή του κύριου ("μικρού")  ονόματος για συνειδησιακούς λόγους απασχολεί ολοένα και περισσότερους πολίτες. Από τη στιγμή που γνωστοποιήθηκε ότι η διαγραφή θρησκεύματος από τα ληξιαρχεία γίνεται με μια απλή δήλωση, υπήρξαν αιτήματα πολιτών για διαγραφή. Στη συνέχεια, αυτούς τους πολίτες απασχολεί το αίτημα της μεταβολής κύριου ονόματος που αντιστοιχεί σε ιερές μορφές του αρχικού θρησκεύματός τους. Ενώ όμως η διαγραφή του θρησκεύματος, όπως και η μεταβολή του επωνύμου, γίνονται με αιτήσεις προς την Διοίκηση, η μεταβολή του κύριου ονόματος αποφασίζεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση (άρθρ. 13 παρ. 1 Ν 344/1976).

Ο νόμος αναφέρει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει το κατά πόσον υπάρχει "σπουδαίος λόγος", ο οποίος δικαιολογεί την μεταβολή του κύριου ονόματος. Υπάρχουν, για παράδειγμα, δικαστικές αποφάσεις που απορρίπτουν την μεταβολή του κύριου ονόματος όταν ο επικαλούμενος λόγος κρίνεται ήσσονος σημασίας. Δεν λείπουν πάντως και αποφάσεις κατά τις οποίες ένα μη εύηχο όνομα δικαιολόγησε τέτοια μεταβολή. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση αφορά την μεταβολή του ονόματος "Γκόλφω", λόγω του προβλήματος που αντιμετώπιζε η αιτούσα από τον συσχετισμό της με ηρωϊδα διαφήμισης ανθρακούχου νερού! Λόγοι συνειδησιακοί πάντως, όπως είναι η μεταβολή του θρησκεύματος, έχουν ήδη κριθεί επαρκείς για την μεταβολή. Στην απόφαση 430/2003, το μονομελές πρωτοδικείο Πάτρας έκρινε ότι η μεταβολή του θρησκεύματος αποτελεί και σπουδαίο λόγο για την μεταβολή του κύριου ονόματος: "«…η βούληση του αιτούντος για μεταβολή του ονόματός του, ενόψει της ανωτέρω μεταβολής της θρησκευτικής του πίστης, κρίνεται δικαιολογημένη και επιβαλλόμενη από σπουδαίο λόγο, που συνδέεται άρρηκτα με την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση του, ως και κατ` ουσία βάσιμη και να μεταβληθεί το κύριο όνομα αυτού, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα...».

Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να αναθέσουν την σχετική εντολή σε πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος υποβάλλει το αίτημα στο δικαστήριο και το κοινοποιεί με δικαστικό επιμελητή στον αρμόδιο εισαγγελέα. Κατά την ημέρα της δικασίμου, προσκομίζονται όλα τα σχετικά έγγραφα που υποστηρίζουν το αίτημα και, στη συνέχεια, αναμένεται η έκδοση της απόφασης. Σε περίπτωση θετικής έκβασης, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία διατάσσεται η μεταβολή του ονόματος προσκομίζεται στο ληξιαρχείο, το οποίο είναι υποχρεωμένο να προβεί στην σχετική μεταβολή.  

Τετάρτη, Ιουλίου 04, 2012

Πρόστιμο για προσωπικά δεδομένα σε πολιτική αφίσα


Πρόστιμο ύψους 3.000 ευρώ επέβαλε η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα σε πολιτικό φορέα για την χρήση προσωπικών δεδομένων σε  αφίσα (βλ. την απόφαση 117/2012 εδώ). Συγκεκριμένα, επρόκειτο για τη χρήση φωτογραφίας τριών προσώπων, τα οποία συμμετείχαν στην συνάντηση των Αγανακτισμένων στο Σύνταγμα στις 25.5.2011, εικόνα που  χρησιμοποιήθηκε χωρίς τη συγκατάθεσή τους, σε μεγάλου μεγέθους πολιτική αφίσα, η οποία τοποθετήθηκε σε κεντρικούς δρόμους διαφόρων πόλεων. 

Η απόφαση της Αρχής λαμβάνει υπόψη της ότι η πολιτική επικοινωνία αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα, το οποίο βασίζεται στα άρθρα 5, 5Α και 14 του Συντάγματος. Από την άλλη πλευρά, η προστασία των προσωπικών δεδομένων και ο σεβασμός στην ιδιωτική ζωή γνωρίζουν επίσης συνταγματική κατοχύρωση στα άρθρα 9 και 9Α του Συντάγματος. Στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι κατ' αρχήν το δικαίωμα της πολιτικής πληροφόρησης αποτελεί υπέρτερο έννομο συμφέρον, το οποίο υπερέχει προφανώς του δικαιώματος του ατόμου για προστασία  των προσωπικών του δεδομένων. 

Ωστόσο, η χρήση της εικόνας του προσώπου των τριών συμμετεχόντων στην εκδήλωση των Αγανακτισμένων, κρίθηκε από την Αρχή ότι μπορούσε να δημιουργήσει στο μέσο πολίτη την πεπλανημένη εντύπωση ότι οι εικονίζόμενοι ανήκουν πολιτικά στο χώρο του εν λόγω πολιτικού φορέα. Έτσι, η χρήση της φωτογραφίας αποτελούσε ένα ανακριβές προσωπικό δεδομένο και μάλιστα ευαίσθητο, καθώς κρίθηκε ότι θα μπορούσε να αντανακλά τις πολιτικές πεποιθήσεις των εικονιζόμενων (τα ευαίσθητα δεδομένα είναι: φυλετική εθνική καταγωγή, πολιτικά φρονήματα, θρησκευτικές/φιλοσοφικές πεποιθήσεις, συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, υγεία, κοινωνική πρόνοια, ερωτική ζωή, ποινικές διώξεις και καταδίκες και συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων). Η Αρχή έλαβε υπόψη και το γεγονός ότι τα εικονιζόμενα πρόσωπα ήταν στελέχη Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης, με αυξημένη υποχρέωση για τήρηση πολιτικής ουδετερότητας, λόγω της αποστολής τους. 

Eίναι η πρώτη φορά που η Αρχή ασκεί την κυρωτική της αρμοδιότητα για την χρήση προσωπικών δεδομένων στον τομέα της πολιτικής επικοινωνίας. Ως δικηγόρος των εικονιζόμενων στην αφίσα προσώπων, κατά την ακρόαση ενώπιον της Αρχής αναφέρθηκα στη στάθμιση των δύο αντίρροπων συνταγματικών δικαιωμάτων, δηλαδή αφενός του δικαιώματος πολιτικής πληροφόρησης κι αφετέρου του δικαιώματος της ιδιωτικότητας και της προστασίας προσωπικών δεδομένων. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι παρόλο που η συμμετοχή των ατόμων αφορούσε μια δημόσια εκδήλωση στην κεντρικότερη πλατεία της χώρας, η Αρχή διασφάλισε τον δικαίωμά τους στον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό, που θέτει ως προϋπόθεση την συγκατάθεση για την χρήση της εικόνας τους στο context του κομματικού marketing. Γιατί η πολιτική επικοινωνία, όπως και κάθε άλλη δημόσια δραστηριότητα, δεν επιτρέπεται να ασκείται με οποιοδήποτε τίμημα, αλλά πάντα με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα. 

Κυριακή, Ιουλίου 01, 2012

"Μνημόνιο" και έλεγχος συνταγματικότητας

Στον πυρήνα της διάκρισης των λειτουργιών βρίσκεται ο έλεγχος της συνταγματικότητας. Όσο πιο ελεύθερο είναι ένα δικαστήριο ή μια ανεξάρτητη διοικητική αρχή (ή -κάποτε- και μια οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία) να απέχει από την εφαρμογή μιας πράξης της νομοθετικής λειτουργίας που αντίκειται σε θεμελιώδεις αρχές του δικαίου, τόσο πιο σταθερά δομημένη είναι η ανεξαρτησία της. Από την άλλη πλευρά, όμως, υπάρχει ένας σοβαρότατος αντίλογος: η ανάγκη για ασφάλεια δικαίου. Εάν οι νόμοι ανατρέπονται με απρόβλεπτη συχνότητα και πρακτική ευχέρεια, η διάχυτη αμφιβολία που δημιουργείται για το πραγματικά ισχύον δίκαιο ενδεχομένως θα θέσει σε κίνδυνο μια σειρά από βιοτικές περιστάσεις, στις οποίες η σταθερότητα του θεσμικού πλαισίου είναι προϋπόθεση υπαρξιακής σημασίας. 

Ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα περιορίζεται στην υποχρέωση του δικαστή να μην εφαρμόζει νόμο τον οποίο κρίνει αντισυνταγματικό, στην συγκεκριμένη υπόθεση που δικάζει και για την οποία οφείλει να εκδώσει δικαστική απόφαση (άρθρο 93 παρ.4 Σ.). Δεν περιλαμβάνει δηλαδή την εξουσία του δικαστή να καταργήσει το νόμο: αυτό είναι αρμοδιότητα του νομοθέτη. Μόνον σε μία περίπτωση προβλέπει το ελληνικό δίκαιο την κατάργηση νόμου από δικαστική αρχή: το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 του Συντάγματος, όταν επιλύει την σύγκρουση ανάμεσα σε αντιφατικές αποφάσεις ανώτατων δικαστηρίων (Συμβουλίου της Επικρατείας - Αρείου Πάγου - Ελεγκτικού Συνεδρίου), έχει την αρμοδιότητα να κηρύξει διάταξη νόμου ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Είναι χαρακτηριστικό, ότι η απόφαση του ΑΕΔ δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, για να επισφραγιστεί με αντίστοιχη δημοσιότητα προς αυτήν που είχε και ο καταργούμενος νόμος. 

Έτσι λοιπόν κάθε δικαστήριο στην Ελλάδα - κι όχι μόνο ένα ανώτατο δικαστήριο - οφείλει να απέχει από την εφαρμογή αντισυνταγματικού νόμου, γι' αυτό κι ο έλεγχος αυτός λέγεται "διάχυτος", σε αντίστιξη προς τον "κεντρικό" έλεγχο που θα επιτελούσε ένα μεμονωμένο, συνταγματικό δικαστήριο (που δεν έχουμε). Η έλλειψη, όμως, συνταγματικού δικαστηρίου αποστερεί τους πολίτες κι από την δυνατότητα άμεσης προσφυγής εναντίον του αντισυνταγματικού νόμου: ο πολίτης μόνο στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης διαφοράς μπορεί να επικαλεστεί την αντισυνταγματικότητα και ο δικαστής μόνο παρεμπιπτόντως καλείται να αποφανθεί επί του θέματος, γι' αυτό και ο έλεγχος λέγεται "παρεμπίπτων" κι όχι "κύριος" όπως θα ήταν εάν υπήρχε συνταγματικό δικαστήριο. 

Ως προς το περιεχόμενο του ελέγχου της συνταγματικότητας, ο δικαστής καλείται να συγκρίνει τον νόμο με το Σύνταγμα και να αναζητήσει το κατά πόσον οι διατάξεις του πρώτου συμβαδίζουν με τις διατάξεις του δεύτερου. Η σύγκριση γίνεται με τις μεθόδους της νομικής ερμηνείας, δηλαδή με ένα σύνολο κριτηρίων που έχουν διαπλασθεί σταδιακά από τους θεωρητικούς, ερμηνευτές και εφαρμοστές του δικαίου (σχηματικά: γραμματική, ιστορική, συστηματική και τελολογική ερμηνεία). Έτσι, η ορθότητα μιας δικαστικής κρίσης περί συνταγματικότητας ενός νόμου κρίνεται με γνώμονα το κατά πόσον ο εφαρμοστής του δικαίου: α) ακολούθησε όντως τις επιστημονικές μεθόδους (και δεν αποφάσισε αυθαίρετα)  και β)  εξέθεσε τις σχετικές λογικές διαδρομές με σαφήνεια στο αιτιολογικό της απόφασης (και δεν περιορίστηκε σε ταυτολογίες ή προσχηματικές - ονομαστικές αναφορές σε μεθόδους ερμηνείας). 

Στην υπόθεση του πρώτου "μνημονίου", δηλαδή του Ν.3845/2010, αρχικά το ζήτημα της συνταγματικότητας τέθηκε υπόψη του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συνδικαλιστικές οργανώσεις και μεμονωμένοι πολίτες προσέβαλαν δικαστικά τις διοικητικές πράξεις που είχαν εκδοθεί κατ' εφαρμογή του μνημονίου, ζητώντας τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της συνταγματικότητάς του, σε διάφορα επίπεδα τύπου και ουσίας. Από το εάν ο νόμος ψηφίστηκε με την συνταγματικά επιβεβλημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία έως το εάν οι ρυθμίσεις του μνημονίου είναι συμβατές με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε τις αιτήσεις ακύρωσης, κρίνοντας ότι ο νόμος δεν ήταν αντίθετος με το Σύνταγμα, καθώς οι περιορισμοί δικαιωμάτων που επιβάλλει επιτρέπονται για λόγους δημοσίου συμφέροντος και δέχθηκε ότι δεν απαιτείτο αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, γιατί το "μνημόνιο" δεν είναι διεθνής σύμβαση. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών ανακοίνωσε ότι θα προσβάλλει την απόφαση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. 

Σήμερα ήρθε στη δημοσιότητα μια απόφαση που αφορά το θέμα της "μνημονιακής" περικοπής της μισθοδοσίας μιας Α.Ε. του ευρύτερου δημόσιου τομέα και η οποία καταλήγει σε αντίθετο αποτέλεσμα, απορρίπτοντας τα περί αναγκαιότητας λόγω δημοσίου συμφέροντος. Έκρινε δηλαδή ότι οι νόμοι που επιβάλλουν μειώσεις στους συγκεκριμένους εργαζομένους είναι αντίθετοι με το Σύνταγμα και διάφορες διατάξεις του, μεταξύ των οποίων και με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Σ.), η οποία αποτελεί ένα κριτήριο που πρέπει να λαμβάνει υπόψη του ο νομοθέτης όταν θέτει περιορισμούς στα ατομικά δικαιώματα. Η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει ένα τριπλό στάδιο για τον έλεγχο του κατά πόσον ένας νομοθετικός περιορισμός ατομικού δικαιώματος είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα: ο δικαστής εξετάζει κατά πόσον το επιβαλλόμενο νομοθετικό μέτρο είναι αναγκαίο ενόψει του επιδιωκόμενου στόχου, κατάλληλο  (δηλαδή πρόσφορο να επιφέρει το προσδοκόμενο αποτέλεσμα) και σε επιτρεπτή ισορροπία από άποψη κόστους-οφέλους.   

Η απόφαση 559/2012, με την οποία κρίθηκε αντισυνταγματική η περικοπή μισθών, προέρχεται από ένα πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συγκεκριμένα από το Ειρηνοδικείο Αθηνών. Το γεγονός ότι η Ειρηνοδίκης αποφάσισε διαφορετικά -ως προς αυτό το θέμα- από το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν θα έπρεπε να σοκάρει, γιατί η υποχρέωσή της να μην εφαρμόσει νόμο που κρίνει αντισυνταγματικό είναι εντελώς ανεξάρτητη από τις απόψεις κάθε άλλου δικαστηρίου, ακόμη και της ολομέλειας του ΣτΕ: αφού ο έλεγχος είναι διάχυτος και οι δικαστές δεσμεύονται μόνο από το Σύνταγμα και τη συνείδησή τους, δεν είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν προγενέστερες δικαστικές αποφάσεις. Περαιτέρω, η απόφαση της Ειρηνοδίκου μπορεί να μην είναι τελική, εάν υποβληθεί έφεση ή και αναίρεση. Θα έχει μάλιστα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, εάν η κρίση της Ειρηνοδίκου γίνει δεκτή στον δεύτερο βαθμό και εάν επικρατήσει και σε τυχόν απόφαση του Αρείου Πάγου, τί θα αποφανθεί το Α.Ε.Δ., καθώς τότε θα έχουμε "σύγκρουση" αποφάσεων δύο ανώτατων δικαστηρίων, την οποία ενδέχεται να κληθεί να άρει το Α.Ε.Δ. με απόφαση που - όλως εξαιρετικώς - μπορεί ακόμη και να κηρύξει ανεφάρμοστο το "μνημόνιο", εάν υποθέσουμε ότι η σημερινή απόφαση αντέξει όλα αυτά τα πολλαπλά επίπεδο ελέγχου. 

Η απάντηση της έννομης τάξης στο μεγάλο ζήτημα της (αν)ασφάλειας δικαίου που επιφέρουν αυτές οι νομολογιακές αποκλίσεις, είναι ότι οι δικαστικές αποφάσεις (πλην της τελικής του Α.Ε.Δ.) δεν καταργιούν νόμο. Από την άλλη άποψη, τι ισχύ έχει ένας νόμος, εάν "κινδυνεύει" να παρακαμφθεί από ένα μονομελές δικαστήριο, την στιγμή που η ολομέλεια ενός ανώτατου δικαστηρίου έχει κρίνει οτι ο νόμος είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα; Κατά τη γνώμη μου, η λύση βρίσκεται και πάλι στην αιτιολογία της απόφασης: χωρίς να υποχρεούται, ο δικαστής που έχει διαφορετική άποψη από προγενέστερη δικαστική απόφαση, οφείλει όχι απλώς να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους κρίνει ότι ο νόμος είναι αντισυνταγματικός, αλλά και τα σημεία στα οποία σφάλλει η προγενέστερη απόφαση. Μια "γνήσια" στροφή στην νομολογία, επιβάλλει δηλαδή την διαλεκτική σχέση ανάμεσα στις δικαστικές κρίσεις και δεν επιτρέπει - τουλάχιστον με όρους ασφάλειας δικαίου- την παρθενογένεση της αντισυνταγματικότητας, αφού το θέμα έχει ξανακριθεί. Αλλιώς δεν πρόκειται για στροφή, αλλά για μεμονωμένο περιστατικό. 

Με ανάστροφη φορά, σε ένα παρεμφερές κοινωνικό και οικονομικό θέμα, υπήρξαν πολλά Ειρηνοδικεία στη χώρα που έκριναν αντισυνταγματικό το "τέλος ακινήτου" (χαράτσι της Δ.Ε.Η.), επειδή δεν υπήρχαν διαβαθμίσεις ανάλογα με τις πραγματικές δυνατότητες του ιδιοκτήτη να το αποπληρώσει. Και σε αυτές τις υποθέσεις, τα μονομελή δικαστήρια έκριναν με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας, την οποια δεν την είχε λάβει υπόψη ο νομοθέτης. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, όμως, και πάλι διαφώνησε, κρίνοντας μεν αντισυνταγματική την κύρωση της διακοπής του ρεύματος για τις περιπτώσεις υπερημερίας, αλλά ταυτόχρονα απέρριψε τις ενστάσεις περί αντισυνταγματικότητας του ιδιου του τέλους. 

Το δίκαιο δεν είναι πάντοτε ό,τι μας αρέσει, ούτε βέβαια κάθε κρίση περί αντισυνταγματικότητας  είναι εξ ορισμού ορθή. Το ότι ένας δικαστής έκρινε την συνταγματικότητα δεν σημαίνει ότι θα πρέπει πάντοτε να χειροκροτείται - καθώς οι  πολιτικές εκτιμήσεις καθενός είναι out of context όταν μιλάμε για νομικά- αλλά με μοναδικό γνώμονα κατά πόσον η θεμελίωση της κάθε κρίσης α) υπάρχει και β) είναι επιστημονικά ευσταθής. Το σωστό/λάθος μιας δικαστικής απόφασης κρίνεται μόνο με βάση την αιτιολογία της και την αντοχή της νομικής τεκμηρίωσής της. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να μην διαπιστώσει κανείς - με "πολιτικούς" όρους- ότι τα μονομελή και κατώτερα δικαστήρια, σε αυτές τις υποθέσεις, ήταν πιο τολμηρά από το ανώτατο ΣτΕ.

Η περίπτωση επαναφέρει επίσης τη συζήτηση για την δημιουργία ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου, με το οποίο οι αποφάσεις θα είναι: α) άμεσες (δηλ. χωρίς να χρειάζεται να περάσουν από πλείονα δικαστήρια) και β) τελικές. Είναι μια λύση υπέρ της ασφάλειας δικαίου. Είμαι όμως κατά της κατάργησης του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου: θεωρώ ότι διάκριση των λειτουργιών και πραγματική ανεξαρτησία της δικαιοσύνης υπάρχει όταν κάθε δικαστής μπορεί πράγματι να απέχει από την εφαρμογή αντισυνταγματικού νόμου, στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαφοράς. Παράλληλα όμως προς αυτή τη δυνατότητα, ο πολίτης θα πρέπει να έχει και την δυνατότητα απ' ευθείας συνταγματικής προσφυγής σε ένα ανώτατο δικαστήριο που θα λύνει τελειωτικά το θέμα, με οριζόντια αποτελέσματα, δηλαδή κηρύσσοντας ανίσχυρο τον αντισυνταγματικό νόμο κι όχι απλώς γνωματεύοντας για την αντισυνταγματικότητά του. Υπάρχει ένας αντίλογος που λέει ότι οι αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου έχουν έναν τόσο τελειωτικό χαρακτήρα που ενδεχομένως να αποτελέσουν φραγμό για την εξέλιξη της νομολογίας. Δεν είναι αλήθεια: τίποτε δεν απαγορεύει το Συνταγματικό Δικαστήριο σε μεταγενέστερη υπόθεση να επανεξετάσει την θέση του και ενδεχομένως να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα. 

Σάββατο, Ιουνίου 30, 2012

Η "προεδροποίηση" του πολιτεύματος

Από την συνταγματική αναθεώρηση του 1986, με την οποία αφαιρέθηκαν ορισμένες αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, όπως η διάλυση της Βουλής εάν διαπίστωνε την δυσαρμονία της με την λαϊκή βούληση, το ελληνικό πολίτευμα χαρακτηρίστηκε "πρωθυπουργοκεντρικό". Ήταν η περίοδος που τα πολιτικά συμφραζόμενα έθεταν στο επίκεντρο τον παντοδύναμο αρχηγό μιας μονοκομματικής  κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, την οποίο αντιπολιτευόταν μια επίσης ισχυρή αξιωματική αντιπολίτευση - εν αναμονή κυβέρνηση, ενώ ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας περιοριζόταν στον συμβολικό εγγυητικό ρόλο της εθιμοτυπίας των ορκωμοσιών και της υπογραφής των νομοθετικών προϊόντων της Βουλής. Οι κυβερνήσεις εναλλάσσονταν με την λογική του "ώριμου φρούτου", με την εξουσία να αφορά μόνο δύο πολιτικούς φορείς, υποστηριζόμενους από τις πλατειές εκλογικές πελατείες τους. 

Ο όρος "προεδρευόμενη" που συνοδεύει τον χαρακτηρισμό του πολιτεύματος ως "κοινοβουλευτικής δημοκρατίας", είχε προκαλέσει ορισμένες ενστάσεις κατά την θέσπιση του Συντάγματος του 1975. Η δημοκρατία μας δεν είναι "προεδρική", καθώς την κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας τυπικά μόνον ενσαρκώνει ο Πρόεδρος, ενώ το σύνολο των πολιτικών αποφάσεων έχει απορροφηθεί από τις αρμοδιότητες του Πρωθυπουργού. Οι ενστάσεις για τον όρο "προεδρευόμενη" σχετίζονταν με το δυσμετάφραστο του σε άλλες γλώσσες. Στην πραγματικότητα όμως, νομίζω ότι ο όρος ήταν η μετάφραση του αγγλικού ρήματος "chair", που αποδίδει το ρόλο του συντονιστή - όχι όμως και του πρωταγωνιστή- μιας συζήτησης. Το αμιγώς κοινοβουλευτικό σύστημα είναι εκείνο στο οποίο όλες οι δημόσιες εξουσίες απορρέουν άμεσα ή έμμεσα από το κοινοβούλιο κι όχι από τις αποφάσεις του ανώτατου άρχοντα. Η παλιά διαπάλη πρωθυπουργού - βασιλιά, δεν αφορούσε ένα γνήσιο κοινοβουλευτικό σύστημα, αφού η Βουλή δεν διέθετε τον πρωτεύοντα σημερινό ρόλο. Ο ανώτατος άρχοντας τότε μπορούσε να διορίσει και να παύσει "τους υπουργούς αυτού" κι έπρεπε να κατοχυρωθεί η απόλυτη αρχή της δεδηλωμένης για να λήξει αυτός ο συνταγματικός κύκλος. Στο σύστημα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, η διαπάλη έχει μετατοπιστεί στο δίπολο κυβέρνηση - αντιπολίτευση. Οπότε ο ρόλος του Προέδρου είναι απλώς να "προεδρεύει" κι όχι να κυβερνά. Είναι περισσότερο "Προεδρεύων" και λιγότερο "Πρόεδρος". 

Τον τελευταίο χρόνο όμως, τα πολιτικά συμφραζόμενα έχουν μεταβληθεί σημαντικά. Η σοβαρότατη κρίση εμπιστοσύνης των δύο πολιτικών φορέων που εναλλάσσονταν στην μονοκομματική κυβερνητική εξουσια, όπως αυτή εκφράστηκε με τις μετακινήσεις αρχικά των βουλευτών και την μετάθεση αυτής της δυσπιστίας σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, κόστισε σημαντικά στο "πρωθυπουργοκεντρικό" σύστημα, αναδεικνύοντας τις σοβαρές στρεβλώσεις που επέφερε μέσα στα χρόνια, στον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος. Όταν έγινε αντιληπτό ότι μια μονοκομματική κυβέρνηση, παρά την τυπική δεδηλωμένη, αδυνατεί να απορροφήσει τους κοινωνικούς κραδασμούς και να χτίσει τις ευρείες συναινέσεις που επιβάλλονταν για την λήψη εξαιρετικά επαχθών και αντιλαϊκών μέτρων, η πολιτική λύση αναζητήθηκε στην τρικομματική συμπόρευση. Στο επίκεντρο λοιπόν ήρθε ο συντονιστής, ο "ρυθμιστής του πολιτεύματος", κατά την συνταγματική ορολογία. Ο οποίος παρείχε το forum, τις εγκαταστάσεις και την υψηλή επιστασία της Προεδρίας της Δημοκρατίας, για τις συζητήσεις που κατέληξαν στον διορισμό της κυβέρνησης Παπαδήμου. 

Μετεκλογικά, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλήθη να ασκήσει την αρμοδιότητα της ανάθεσης των διερευνητικών εντολών και, όταν αυτές απέβησαν άκαρπες, να οργανώσει τις συζητήσεις μεταξύ των πολιτικών αρχηγών για τον σχηματισμό οικουμενικής κυβέρνησης. Τα φώτα της δημοσιότητας έπεσαν στο προεδρικό μέγαρο με πρωτόγνωρο τρόπο, επιβεβαιώνοντας, για μια ακόμη φορά, ότι δεν επρόκειτο για μια ήρεμη θητεία επισφράγισης της πολιτικής σταδιοδρομίας ενός παλαιού κοινοβουλευτικού. Ο Πρόεδρος εκλήθη να λύσει προβλήματα που δεν είχε αντιμετωπίσει κανένας προκάτοχός του, όπως ο προσδιορισμός του κύκλου των πολιτικών αρχηγών που θα έπρεπε να υποδεχθεί στο προεδρικό μέγαρο, ο χειρισμός μιας κατηγορίας για "πλαστογραφία", η πίεση ηγετών άλλων χωρών για σχηματισμό κυβέρνησης, η δυστοκία των πολιτικών αρχηγών να χειριστούν ένα πολυσήμαντο εκλογικό αποτέλεσμα και η δυσανεξία τους στην συνεννόηση για την αντιστοίχιση της λαϊκής εντολής με πρόσωπα στελέχωσης ενός κυβερνητικού σχήματος. Μετά τις διαπιστώσεις αυτές, ο Πρόεδρος άσκησε άλλη μια σπανίως εφαρμοζόμενη αρμοδιότητα, διορίζοντας πρωθυπουργό τον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας με εντολή να σχηματίσει μια υπηρεσιακή κυβέρνηση. Μετά τις επόμενες εκλογές, ο Πρόεδρος περιορίστηκε στη διαπίστωση της ανάγκης ανάθεσης μιας διερευνητικής εντολής, με αποτέλεσμα τον σχηματισμό άλλης μιας τρικομματικής κυβέρνησης, όχι όμως "ειδικού σκοπού" και με επικεφαλής τον αρχηγό του πρώτου σε έδρες κόμματος. 

Η ασθένεια του Πρωθυπουργού έφερε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας συγκυριακά στη θέση της επίσημης εκπροσώπησης της χώρας σε μια κρίσιμη σύνοδο κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κι ενώ τυπικά μια τέτοια εκπροσώπηση προβλέπεται, στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μια σύγκλιση του ρόλου του Προέδρου με αυτόν του Πρωθυπουργού - ας μη χρησιμοποιήσω πιο άκομψους όρους, όπως "αναπλήρωση" ή "υποκατάσταση". Ο Πρόεδρος υποχρεώθηκε για λίγο,  να κάνει κάτι περισσότερο από το να προεδρεύσει απλώς κι αυτό νομίζω ότι είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει. Είναι μεν συγκυριακό, αλλά να που οι συγκυρίες μπορεί να επιφυλάξουν στον Πρόεδρο και έναν κάπως πιο σύνθετο ρόλο από αυτόν του τυπικού διαβιβαστή εντολών σχηματισμού κυβέρνησης. 

Μέσα σε αυτά τα πολιτικά συμφραζόμενα, μπορούμε νομίζω σταδιακά να υποδεχθούμε το τέλος της φιλολογίας περί "πρωθυπουργοκεντρικού" συστήματος. Σε συνθήκες πολυκομματικής κυβέρνησης, ο ρόλος του Πρωθυπουργού είναι που γίνεται συντονιστικός, ενώ, αντίθετα, ο ρόλος του Προέδρου κάποτε μπορεί να αποδεικνύεται και ως πιο πολιτικός απ' όσο τον έχουμε συνηθίσει. Δεν νομίζω ότι πρόκειται πλέον για πολλά "μεμονωμένα περιστατικά", αλλά για μια σταδιακή μετάβαση, η οποία μπορεί κάποια στιγμή να "συναντηθεί" και με ένα παλαιότερο φιλελεύθερο συνταγματικό αίτημα για μια πιο κάθετη διάκριση των λειτουργιών. Σε ένα προεδρικό σύστημα, στο οποίο η κυβέρνηση δεν μετέχει αποφασιστικά στο νομοθετικό έργο,  η αντιπροσώπευση τοποθετείται σε πιο ξεκάθαρες διαστάσεις, αφού το εκλογικό σώμα καλείται να αναδείξει με διακριτό τρόπο την στελέχωση των δύο αιρετών κρατικών λειτουργιών. Με το ισχύον Σύνταγμα, όσο κι αν το πολίτευμα συγκυριακά "προεδροποιείται", το αίτημα αυτό δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Ιδίως όταν ο Πρόεδρος, παρά την εξάντληση των ρυθμιστικών του αρμοδιοτήτων, αποφεύγει πεισματικά - κατά την πάγια μεταπολιτευτική παράδοση - να ασκήσει την πιο σοβαρή και πιο ουσιαστική απ' όλες τις εξουσίες του: την αναπομπή αντισυνταγματικού νομοσχεδίου στη Βουλή. Ακόμη κι όταν η αντισυνταγματικότητα τεκμηριώνεται σε εύθετο χρόνο από ανεξάρτητες αρχές (συνέβη το καλοκαίρι του 2009 με το νομοσχέδιο για τις κάμερες και την λήψη του DNA). 

Μια συζήτηση για το ενδεχόμενο μετάβασης σε ένα προεδρικό σύστημα, όμως, δεν θα πρέπει να επιβαρύνεται από τους συνειρμούς που προκαλούν τα πρόσωπα που ήδη θητεύουν στα αντίστοιχα αξιώματα. Αντίθετα, θα πρέπει να είναι προσανατολισμένη στις ανάγκες της κοινωνίας και στην αξιολόγηση της αντοχής του υπάρχοντος συστήματος, σε σχέση με τα ωφέλη που θα αποκομίζονταν από τέτοιες θεμελιώδεις θεσμικές ανακατατάξεις. 

Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...