Κυριακή, Ιουλίου 05, 2009

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: η πλοήγηση στο Διαδίκτυο εμπίπτει στην ιδιωτικότητα

Στην υπόθεση Copland κατά Ηνωμένου Βασιλείου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η ίδια η πλοήγηση στο Διαδίκτυο, αλλά και μια λίστα με τα e-mail που έστειλε κάποιος, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των ιστοσελίδων ή των μηνυμάτων, εμπίπτει στην προστασία της ιδιωτικής ζωής. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο από το 2007 έχει κρίνει λοιπόν ότι τα "εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας" δηλαδή οι μη δημοσιευμένες πληροφορίες που αφορούν την χρήση του Διαδικτύου προστατεύονται ως μέρος της ιδιωτικής ζωής του ατόμου. Άρα ισχύει και για αυτές η εθνική νομοθεσία που παρέχει εγγυήσεις για την ιδιωτική επικοινωνία, όπως σε εμάς η νομοθεσία για το απόρρητο των επικοινωνιών.

Ακολουθεί πλήρης μετάφραση e-lawyer της απόφασης Copland.



ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΜΗΜΑ


ΥΠΟΘΕΣΗ COPLAND κατά ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ



(Προσφυγή  αρ. 62617/00)



ΑΠΟΦΑΣΗ




ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ



3 Απριλίου




ΤΕΛΙΚΟ



03/07/2007



Η Απόφαση θα καταστεί οριστική στο πλαίσιο του Άρθρου 44 παρ. 2 της Σύμβασης. Μπορεί να υποβληθεί σε επιμέλεια κειμένου.
















Στην υπόθεση Copland κατά του Ηνωμένου Βασιλείου,

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Τέταρτο Τμήμα) με την ακόλουθη σύνθεση:

Κ. J. Casadevall, Πρόεδρος,
Σερ Nicolas Bratza,
Κ. G. Bonello,
Κ. R. Maruste,
Κ. S. Pavlovschi,
Κ. L. Garlicki,
Κ. J. Borrego Borrego, δικαστές,
και  Κ T.L. Early, Γραμματέας του Τμήματος,

Κατόπιν μυστικής διάσκεψης στις 7 Μαρτίου 2006 και στις 14 Μαρτίου 2007

Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση η οποία δημοσιεύθηκε την παραπάνω ημερομηνία:

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.  Η υπόθεση άρχισε με μια προσφυγή (αρ. 62617/00) κατά του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, η οποία υποβλήθηκε στο Δικαστήριο κατά το Άρθρο 34 της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («Η Σύμβαση») από την κα Lynette Copland.

2. Η προσφεύγουσα εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον κ.   James Welch της Liberty, μια μη κυβερνητική οργάνωση για τα πολιτικά δικαιώματα με έδρα στο Λονδίνο. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τον εντεταλμένο της, κ. J. Grainger του υπουργείου Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας.

3. Η προσφεύγουσα διαμαρτύρεται για την παρακολούθηση των τηλεφωνημάτων της, του e-mail της και της πλοήγησής της στο Διαδίκτυο κατά τα  Άρθρα  8 και 13.

4.  Με απόφασή του στις 7 Μαρτίου 2006, το Δικαστήριο κήρυξε την προσφυγή εν μέρει παραδεκτή. 

5.  Η προσφεύγουσα υπέβαλε περαιτέρω γραπτές παρατηρήσεις, ενώ η Κυβέρνηση δεν υπέβαλε περαιτέρω παρατηρήσεις (Κανόνας 59 § 1).



ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

I.  ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

6.  Η προσφεύγουσα γεννήθηκε το 1950 και μένει στο Llanelli της Ουαλίας.

7.  Το 1991 η προσφεύγουσα εργαζόταν στο Carmarthenshire College (“το Κολλέγιο”). Το Κολλέγιο είναι νομικό πρόσωπο που διοικείται από το Κράτος και κατά τα κεφάλαια 18 και 19 του Νόμου της Μέσης και Ανώτερης Εκπαίδευσης του 1992 που περιέχει διατάξεις για την μέση και ανώτερη εκπαίδευση.

8.  Το 1995 η προσφεύγουσα έγινε προσωπική βοηθός  του Διευθυντή του Κολλεγίου (“ΔΚ”) και από το 1995 της ζητήθηκε να συνεργαστεί με τον νέο Αναπληρωτή Διευθντή ( “ΑΔ”).

9. Περί τον Ιούλιο του 1998, κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειας, η προσφεύγουσα επισκέφθηκε ένα άλλο campus του Κολλεγίου,  μαζί με έναν διευθυντή. Στη συνέχεια έμαθε ότι ο ΑΔ επικοινώνησε με το campus για να μάθει σχετικά με τη διεύθυνσή της και αντελήφθη ότι υπονόησε πως υπήρξε κάποια ανάρμοστη σχέση ανάμεσα σε αυτήν και τον διευθυντή. 

10.  Κατά τη διάρκεια της παροχής της εργασίας της, το τηλέφωνο, το e-mail και η πλοήγησή της στο Διαδίκτυο παρακολουθούντο με υποκίνηση του ΑΔ. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, η παρακολούθηση διενεργήθηκε για να διαπιστωθεί εάν η προσφεύγουσα έκανε υπερβολική χρήση των υποδομών του Κολλεγίου για προσωπικούς σκοπούς. Η Κυβέρνηση αναφέρει ότι η παρακολούθηση των τηλεφωνικών κλήσεων αφορούσε την ανάλυση των λογαριασμών τηλεφώνου του κολλεγίου, ως προς τους κληθέντες τηλεφωνικούς αριθμούς, τις ημερομηνίες και ώρες κλήσεων, τη διάρκειά τους και το κόστος τους. Η προσφεύγουσα επίσης πίστευε ότι υπήρχαν αναλυτικές και εκτενείς περιγραφές της διάρκειας των κλήσεων, των αριθμών των κλήσεων που έλαβε και έκανε και των αριθμών τηλεφώνων των ατόμων που την είχαν καλέσει. Εκθέτει ότι τουλάχιστον σε μία περίπτωση ο ΑΔ ήταν εν γνώσει του ατόμου με το οποίο είχε ανταλλάξει εισερχόμενες και εξερχόμενες τηλεφωνικές κλήσεις. Η Κυβέρνηση αναφέρει ότι η παρακολούθηση των τηλεφώνων έγινε για μερικούς μήνες μέχρι περίπου τις 22 Νοεμβρίου 1999. Η προσφεύγουσα αντέκρουσε ότι οι τηλεφωνικές κλήσεις της παρακολουθούντο για μια περίοδο περί τους 18 μήνες μέχρι το Νοέμβρη του 1999. 

11. Η πλοήγηση της προσφεύγουσας στο Διαδίκτυο παρακολουθείτο επίσης από τον ΑΔ. Η Κυβέρνηση δέχθηκε ότι αυτή η παρακολούθηση έγινε με την ανάλυση των ιστοσελίδων που επισκέφθηκε η προσφεύγουσα, της ώρας, των ημερομηνιών και της διάρκειας των επισκέψεων στις ιστοσελίδες καθώς και ότι αυτή η παρακολούθηση έγινε από τον Οκτώβρη έως το Νοέμβρη του 1999. Η προσφεύγουσα δεν σχολίασε τον τρόπο με τον οποίο παρακολουθήθηκε η πλοήγησή της στο Διαδίκτυο, αλλά ισχυρίστηκε ότι αυτό συνέβη για περίοδο μεγαλύτερη από αυτή που παραδέχθηκε η Κυβέρνηση.

12.  Το Νοέμβρη του 1999 η προσφεύγουσα έμαθε ότι έγιναν έρευνες στο e-mail της στη δουλειά της, όταν το Κολλέγιο επικοινώνησε με τη θετή κόρη της και της ζητήθηκαν πληροφορίες για τα e-mail που είχε στείλει στο Κολλέγιο. Η προσφεύγουσα έγραψε στον ΔΚ εάν διεξήγετο μια γενική έρευνα ή εάν ερευνούσαν μόνο τα δικά της e-mail. Ο ΔΚ απάντησε στην προσφεύγουσα με e-mail στις 24 Νοέμβρη 1999 ότι,  μολονότι όλη η κίνηση των e-mail αρχειοθετείται, το τμήμα πληροφορικής του Κολλεγίου έκανε έρευνα μόνο στα δικά της e-mail, κατόπιν αιτήματος του ΑΔ.

13.  Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η καταγραφή των e-mails έλαβε τη μορφή της ανάλυσης των διευθύνσεων των e-mail και των ημερομηνιών και ώρας αποστολής και ότι η παρακολούθηση έγινε για λίγους μήνες έως τις 22 Νοεμβρίου 1999. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, η παρακολούθηση των e-mail διενεργήθηκε το λιγότερο για έξι μήνες, από το Μάη 1999 έως το Νοέμβρη 1999. Η προσφεύγουσα προσκομίζει ως έγγραφες αποδείξεις τις εκτυπώσεις που περιέχουν αναλυτικά τα e-mail της από τις 14 Μάη 1999 έως τις 22 Νοέμβρη 1999 και δείχνουν τις ημέρες και ώρες των e-mail που απεστάλησαν από τον λογαριασμό της μαζί με τις διευθύνσεις των αποδεκτών.

14.   Με Υπόμνημα που έχει ημερομηνία 29 Νοεμβρίου 1999, ο ΔΚ σε επιβεβαίωση  περιεχομένου συνομιλίας που είχε με τον ΑΔ, αναφέρει:


   “Προκειμένου να αποφευχθούν παρεξηγήσεις θεώρησα πρέπον να επιβεβαιώσω τις απόψεις που σας εξέφρασα την προηγούμενη εβδομάδα, όσον αφορά την διερεύνηση της κίνησης των e-mail της προσφεύγουσας.

Αφότου [η προσφεύγουσα] έλαβε γνώση ότι κάποιος από [το Κολλέγιο] παρακολουθεί τα e-mail της, μίλησα στον [ST] ο οποίος επιβεβαίωσε ότι αυτό ήταν αλήθεια και ότι ζητήθηκε από εσάς. Δεδομένου ότι η επικείμενη νομοθεσία θα καθιστά παράνομο να παρακολουθούν οι οργανισμοί το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κάποιου, χωρίς άδεια, φυσικά ανησυχώ για τα τελευταία γεγονότα και διέταξα τον [ST] να μην διεξάγει περαιτέρω έρευνες. Περαιτέρω, σας ζητώ να πράξετε το ίδιο και ζητώ να μου προωθήσετε κατά προτεραιότητα κάθε  σημαντική πληροφορία που έχετε και αφορά την [προσφεύγουσα]. Είπατε ότι θα απαντούσατε θετικά και στα δύο αιτήματα, επιβεβαιώνοντας τις ανησυχίες σας σχετικά με την [προσφεύγουσα].»

15. Κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν υπήρχε κάποια «πολιτική» στο Κολλέγιο για την παρακολούθηση των τηλεφώνων, των e-mail ή της πλοήγησης στο Διαδίκτυο από τους εργαζόμενους. 

16. Περί τον Μάρτιο ή Απρίλιο 2000 η προσφεύγουσα ενημερώθηκε από άλλα μέλη του προσωπικού του Κολλεγίου ότι μεταξύ του 1996 και του τέλους του 1999 διάφορες από τις δραστηριότητές της είχαν παρακολουθηθεί από τον ΑΔ ή από πληρεξούσια του πρόσωπα. 

Η προσφεύγουσα πιστεύει επίσης ότι τα άτομα στα οποία είχε κάνει κλήσεις, είχαν δεχθεί στη συνέχεια τηλεφωνήματα από τον ΑΔ ή από πληρεξούσιούς του, προκειμένου να ταυτοποιηθούν οι κληθέντες και ο σκοπός της κλήσης. Περαιτέρω πιστεύει ότι ο ΑΔ έλαβε γνώση ενός απόρρητου fax που έστειλε η ίδια στους δικηγόρους της και ότι οι προσωπικές της ενέργειες, τόσο στην εργασία της όσο και όταν βρισκόταν σε άδεια ή έλειπε λόγω ασθένειας, κατέστησαν αντικείμενο παρακολούθησης. 

17. Η προσφεύγουσα υπέβαλε στο Δικαστήριο δηλώσεις από άλλα μέλη του προσωπικού που ισχυρίζονται ότι οι κινήσεις της παρακολουθούνταν με ανάρμοστο και παρεμβατικό τρόπο. Η προσφεύγουσα που εργάζεται ακόμη στο Κολλέγιο πιστεύει ότι ο ΑΔ έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα.

II.  ΣΧΕΤΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

A.  Νόμος της ιδιωτικότητας

18.  Κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν υπήρχε ένα γενικό δικαίωμα ιδιωτικότητας στο Αγγλικό δίκαιο. 

19. Από την θέση σε ισχύ του Νόμου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του 1998 στις 2 Οκτωβρίου 2000, τα δικαστήρια αναμένεται ότι θα μελετήσουν και θα καταστήσουν αποτελεσματική την πρωτογενή νομοθεσία κατά τρόπο σύμφωνο με τα δικαιώματα της Σύμβασης στο μέτρο του δυνατού. Ο Νόμος καθιστά παράνομη κάθε αντίθετη στη Σύμβαση πράξη δημόσιας αρχής, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων, εκτός εάν αυτό επιβάλλεται από την πρωτογενή νομοθεσία, επιτρέποντας έτσι την ανάπτυξη του κοινοδικαίου σε συμφωνία με τα δικαιώματα της Σύμβασης. Στην υπόθεση Douglas κατά Hello! Ltd ([2001] 1 WLR 992), ο Δικαστής απέδειξε ότι ήταν προετοιμασμένος για να αναγνωρίσει δικαστικά ότι το Αγγλικό δίκαιο προβλέπει ένα δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, αλλά αυτό ανατράπηκε από το Εφετείο. 

20. Ο Κανονισμός για τις αρμοδιότητες έρευνας του 2000 ( “ο Νόμος 2000”) προβλέπει διατάξεις, μεταξύ άλλων, για την παρακολούθηση της επικοινωνιών. Ο Κανονισμός Τηλεπικοινωνιών (Νόμιμη Επιχειρηματική Πρακτική) του 2000 προβλεπόταν από το Νόμο 2000 και τέθηκε σε ισχύ στις 24 Οκτωβρίου 2000. Ο Κανονισμός προβλέπει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι εργοδότες επιτρέπεται να καταγράφουν ή να παρακολουθούν τις επικοινωνίες των εργαζομένων (όπως το e-mail ή το τηλέφωνο) χωρίς τη συγκατάθεση είτε του εργαζομένου είτε του άλλου μέρους που συμμετέχει στην επικοινωνία. Οι εργοδότες απαιτείται να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την ενημέρωση των εργαζομένων ότι οι επικοινωνίες τους ενδέχεται να παρακολουθούνται. 

B.  Συμβατική ευθύνη παραβίασης της πίστης και εμπιστοσύνης από τον εργοδότη

21.  Η Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Malik κατά  Bank of Credit and Commerce International SA [1997] IRLR 462 επιβεβαίωσε ότι, εκ του νόμο, σε κάθε σύμβαση εργασίας περιέχεται ένας γενικός όρος, ότι ο εργοδότης δεν θα «συμπεριφερθεί κατά τρόπο που ενέχει κίνδυνο να καταστρέψει ή να προκαλέσει σοβαρή βλάβη στη σχέση εμπιστοσύνης και πίστης ανάμεσα σε εργοδότη κι εργαζόμενο». Στην υπόθεση  Malik, η Βουλή των Λόρδων ασχολήθηκε με την επιδίκαση της λεγόμενης «αποζημίωσης στιγματισμού», όταν ένας πρώην εργαζόμενος δεν μπορούσε να βρει εργασία λόγω της σχέσης του με έναν ανέντιμο προηγούμενο εργοδότη. Κατά τον υπολογισμό των ζημιών που θα μπορούσαν να επιδικαστούν για παραβίαση εμπιστοσύνης και πίστης, η Βουλή ασχολήθηκε μόνο με την καταβολή αποζημίωσης από την οικονομική ζημία λόγω της μειονεκτικής θέσης στην αγορά εργασίας. Ο Λόρδος Nicholls σημειώνει ρητά ότι «στην παρούσα υπόθεση δεν θα ασχοληθώ με την ηθική βλάβη, καθώς αφορά μόνον την οικονομική ζημία.»

22.  Για τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του όρου πίστης και εμπιστοσύνης στην υπόθεση Malik, ο Λόρδος Steyn παραθέτει τα εξής:

“η επιβαλλόμενη αμοιβαία υποχρέωση πίστης και εμπιστοσύνης ισχύει μόνο όταν υπάρχει «μη εύλογη και κατάλληλη αιτία» για την συμπεριφορά του εργοδότη και τότε μόνο όταν η συμπεριφορά του έχει μελετηθεί ώστε να καταστρέψει ή να βλάψει ανεπανόρθωτα την σχέση πίστης και εμπιστοσύνης. Αυτό περιγράφει το πιθανό αποτέλεσμα και το πεδίο εφαρμογής της επιβαλλόμενης υποχρέωσης.”

Γ.  Το παράπτωμα της παράβασης δημόσιου καθήκοντος 

23.  Το παράπτωμα της παράβασης δημόσιου καθήκοντος υπάρχει όταν ο δημόσιος υπάλληλος είτε (α) ασκεί τις αρμοδιότητές του με σκοπό να βλάψει τον ενάγοντα ή (β) ενέργησε με γνώση ή με βαριά αμέλεια ότι η πράξη του είναι παράνομη και με γνώση ή με βαριά αμέλεια περί της πιθανότητας να προκληθεί βλάβη στον ενάγοντα ή σε μια ομάδα ανθρώπων στην οποία ανήκει ο ενάγων (Three Rivers D.C. κατά  Bank of England (No.3) (HL) [2000] WLR 1220).

Δ.  Νόμος Προστασίας Δεδομένων  1984

24.  Κατά το χρόνο υποβολής της προσφυγής από την προσφεύγουσα, ο Νόμος Προστασίας Δεδομένων 1984 ( “ο Νόμος 1984”) όριζε τον τρόπο κατά τον οποίο επεξεργάζονται ή χρησιμοποιούν δεδομένα οι  άνθρωποι και οργανισμοί που τηρούσαν δεδομένων, οι «κατέχοντες τα δεδομένα». Προβλέπονταν συγκεκριμένα αγώγιμα μέσα σε άτομα, για την περίπτωση παραβίασης των προσωπικών δεδομένων τους. Ο Νόμος του 1984 έχει ήδη αντικατασταθεί από το Νόμο Προστασίας Δεδομένων 1998.

25.  Το κεφάλαιο 1 του Νόμου 1984 περιέχει τους ακόλουθους ορισμούς:

   “(2) 'Δεδομένα' είναι οι πληροφορίες που έχουν καταχωρηθεί σε μορφότυπο ο οποίος μπορεί να υποβληθεί σε επεξεργασία με συσκευή η οποία λειτουργεί αυτοματοποιημένα, ακολουθώντας εντολές που δόθηκαν για αυτό το σκοπό.

 (3) 'Προσωπικά δεδομένα'  είναι τα δεδομένα που αποτελούνται από πληροφορίες οι οποίες σχετίζονται με ένα εν ζωή άτομο, το οποίο μπορεί να ταυτοποιηθεί από αυτές τις πληροφορίες (ή από αυτές και από άλλες πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή του χρήστη των δεδομένων).

 (4) 'Υποκείμενο των δεδομένων' είναι ένα φυσικό πρόσωπο το οποίο είναι το υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων.

(5) 'Χρήστης των δεδομένων' είναι ένα πρόσωπο το οποίο κατέχει δεδομένα. Ένα πρόσωπο «κατέχει» δεδομένα εάν - 

 (α) τα δεδομένα αποτελούν μέρος συλλογής δεδομένων που υποβάλλονται ή πρόκειται να υποβληθούν σε επεξεργασία  από το ίδιο πρόσωπο ή από άλλο πρόσωπο που λειτουργεί για λογαριασμό του κατά την παραπάνω υποπαράγραφο  (2) και 

(β) αυτό το πρόσωπο … ελέγχει το περιεχόμενο και τη χρήση των δεδομένων που αποτελούν την συλλογή και 

 (γ) τα δεδομένα είναι στη μορφή που υποβλήθηκαν ή πρόκειται να υποβληθούν σε επεξεργασία κατά την παράγραφο (α) …

 (7) 'Επεξεργασία'  όσον αφορά τα δεδομένα, είναι τροποποίηση, αποθήκευση, διαγραφή η επαναπροσδιορισμός των δεδομένων ή των εξαγόμενων πληροφοριών που αποτελούν τα δεδομένα και, στην περίπτωση των προσωπικών δεδομένων, είναι η διενέργεια αυτών των εργασιών με αναφορά στο υποκείμενο των δεδομένων.

 (9) 'Ανακοίνωση' όσον αφορά δεδομένα, περιλαμβάνει την ανακοίνωση των πληροφοριών που έχουν εξαχθεί από δεδομένα ...”

      26.  Οι  “αρχές προστασίας δεδομένων” που πρέπει να σέβονται οι κάτοχοι δεδομένων περιλαμβάνονταν στο πρώτο μέρος του σχήματος 1 του Νόμου ως εξής:

t

“1. Οι πληροφορίες που περιέχονται σε προσωπικά δεδομένα συλλέγονται, και τα δεδομένα θα υποβάλλονται σε επεξεργασία, θεμιτώς και νομίμως. 

2. Τα προσωπικά δεδομένα τηρούνται μόνο για έναν ή περισσότερους νόμιμους σκοπούς. 

4. Τα προσωπικά δεδομένα που τηρούνται για κάθε σκοπό πρέπει να είναι κατάλληλα, σχετικά και όχι υπερβολικά σε σχέση με τον σκοπό αυτόν ή τους σκοπούς αυτούς.”

      27.  Το κεφάλαιο 23 του Νόμου 1984 προβλέπει δικαιώματα για αποζημίωση του υποκειμένου των δεδομένων για την περίπτωση της μη εξουσιοδοτημένης ανακοίνωσης προσωπικών δεδομένων:

“ (1) Ένα φυσικό πρόσωπο που είναι υποκείμενο δεδομένων τα οποία τηρούνται από έναν χρήστη δεδομένων … και το οποίο υφίσταται βλάβη λόγω:

 (γ) ... της ανακοίνωσης των δεδομένων ή της πρόσβασης σε αυτά τα δεδομένα χωρίς εξουσιοδότηση, 

Έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον χρήστη των δεδομένων … για την ζημιά και για την ηθική βλάβη που υπέστη το φυσικό πρόσωπο από την […] ανακοίνωση ή πρόσβαση..”


28.  Ο Νόμος 1984 επίσης θέσπισε τη θέση του Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος είχε καθήκον να προωθεί την τήρηση των αρχών προστασίας δεδομένων από τους χρήστες των δεδομένων. Στο κεφάλαιο 10 πρόβλεπε και την εξής ποινική παράβαση: 


   “(1)  Εάν ο Επίτροπος κρίνει ότι ένα υπεύθυνο πρόσωπο παραβίασε ή παραβιάζει κάποια από τις αρχές προστασίας δεδομένων του αποστέλλει εντολή («εντολή επιβολής») απαιτώντας να λάβει […] μέτρα για να συμμορφωθεί με την εκάστοτε αρχή ή αρχές.

 (2) Προκειμένου να αποφασίσει εάν θα αποστείλει την εντολή, ο Επίτροπος λαμβάνει υπόψη εάν η παραβίαση έχει προκαλέσει ή μπορεί να προκαλέσει σε ένα άτομο ζημιά ή ηθική βλαβη.

...

(9) Κάθε πρόσωπο που δεν τηρεί την εντολή επιβολής είναι ένοχο ποινικού αδικήματος... “

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ 

I.  ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗ

29.  Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η παρακολούθηση που έγινε συνιστάς παρέμβαση στην ιδιωτική της ζωή και την αλληλογραφία της κατά την έννοια του Άρθρου 8, το οποίο έχει ως εξής:

The applicant alleged that the monitoring activity that took place amounted to an interference with her right to respect for private life and correspondence under Article 8, which reads as follows:

“1.  Καθένας έχει δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 

2. Δεν επιτρέπεται παρέμβαση κρατικής αρχής στην ενάσκηση αυτού του δικαιώματος, εκτός από την περίπτωση που αυτό προβλέπεται από το νόμο και είναι αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία για τα συμφέροντα της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας ασφάλειας ή της οικονομικής ευημερίας της χώρας, για την προστασία της δημόσιας τάξης και την αποτροπή του εγκλήματος,, για την προστασία της υγείας ή των ηθών ή για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.

30.  Η Κυβέρνηση αρνείται αυτό τον ισχυρισμό. 

A.  Οι προτάσεις των μερών 

1. Η Κυβέρνηση 

31.  Η Κυβέρνηση αποδέχεται ότι το Κολλέγιο είναι ένα δημόσιο όργανο για τις πράξεις του οποίου το Κράτος είναι άμεσα υπεύθυνο σύμφωνα με τη Σύμβαση. 

32.  Μολονότι έγιναν κάποιες παρακολουθήσεις των τηλεφωνικών κλήσεων, των  e-mails και της πλοήγησης στο Διαδίκτυο πριν από το Νοέμβριο 1999, αυτό δεν επεκτάθηκε στο περιεχόμενο των τηλεφωνικών κλήσεων ή στην ανάλυση του περιεχομένου των ιστοσελίδων που επισκέφθηκε η προσφεύγουσα. Η παρακολούθηση έτσι δεν αφορούσε τίποτε περισσότερο από την ανάλυση των αυτομάτως παραγόμενων πληροφοριών που αποδεικνύουν εάν οι υποδομές του Κολλεγίου χρησιμοποιήθηκαν για ατομικούς σκοπούς, πράγμα που από μόνο του δεν συνιστά παραβίαση του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής ή της αλληλογραφίας. Η υπόθεση P.G. και  J.H. κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 44787/98, ΕΔΔΑ 2001, είναι διαφορετική διότι σε εκείνη την περίπτωση υπήρξε παρακολούθηση τηλεφωνικών κλήσεων. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές σε σχέση με την υπόθεση Halford κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση 25 Ιουνίου 1997, Συλλογή αποφάσεων  1997III, στην οποία παρακολουθήθηκαν οι τηλεφωνικές κλήσεις της προσφεύγουσας από ένα τηλέφωνο που είχε δοθεί για ιδιωτική χρήση και μάλιστα ο δικαστικός αγώνας εναντίον του εργοδότη της.  

33. Στη περίπτωση κατά την οποία η ανάλυση των καταγραφών της χρήσης τηλεφώνου, e-mail και Διαδικτύου κριθεί ότι αποτελούσαν παραβίαση της ιδιωτικής ζωής ή της αλληλογραφίας της προσφεύγουσας, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι αυτή η παρέμβαση ήταν δικαιολογημένη. 

34.  Πρώτον, αποσκοπούσε στο νόμιμο σκοπό της  προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων, διασφαλίζοντας ότι οι υποδομές που παρέχονται από τον δημόσιας χρηματοδότησης εργοδότη δεν αποτελούν αντικείμενο κατάχρησης. Δεύτερον, η παρέβαση βασίζεται στο εσωτερικό δίκαιο, καθώς το Κολλέγιο ως δημόσιο όργανο, διαθέτει αρμοδιότητες παροχής μέσης και ανώτερης εκπαίδευσης καθώς και να πράττει οτιδήποτε κατάλληλο και αναγκαίο σε σχέση με αυτούς τους σκοπούς είχε την αρμοδιότητα να ασκεί εύλογο έλεγχο στις υποδομές ώστε να διασφαλίσει ότι με αυτές διεκπεραιώνονται οι καταστατικές του λειτουργίες. Ήτν εύλογα προβλέψιμο ότι οι υποδομές που παρέχονται από ένα νομικό πρόσωπο κρατικής χρηματοδότησης δεν μπορούν να χρησιμοποιούναται υπερβολικά για προσωπικούς σκοπούς και ότι το Κολλέγιο θα διεξήγαγε ανάλυση των καταγραφών για να ελέγξει εάν υπήρχε προσωπική χρήση που χρειαζόταν διερεύνηση. Σε σχέση με αυτό, η περίπτωση ήταν ανάλογη με την υπόθεση Peck κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 44647/98, ΕΔΔΑ 2003I.

35.  Τέλος, αυτές οι πράξεις ήταν αναγκαίες σε μια δημοκρατική κοινωνία και ήταν αναλογικές, καθώς η παρέμβαση αφορούσε μόνο ό,τι ήταν απαραίτητο για να κριθεί εάν υπήρξε τέτοια υπερβολική χρήση υποδομών ώστε να χρειαστεί έρευνα.


2.  Η προσφεύγουσα

36.  Η προσφεύγουσα δεν δέχεται ότι δεν διαβάστηκαν τα  e-mails της και ότι δεν παρακολουθήθηκαν οι τηλεφωνικές κλήσεις της, αλλά ισχυρίζεται ότι, ακόμη κι αν τα περιστατικά συνέβησαν όπως τα αναφέρει η Κυβέρνηση, είναι πρόδηλο ότι έγιναν ενέργειες παρακολούθησης που αποτελούν παρέμβαση στο δικαίωμά της για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και της αλληλογραφίας της. 

37.   Αναφέρθηκε σε νομοθεσία που σχετίζεται με την ισχυριζόμενη παραβίαση, δηλαδήτον Κανονισμό περί Ερευνών του 2000, τον Κανονισμό Τηλεπικοινωνιών του 2000 (βλ. παράγραφο 20 ανωτέρω), οι οποίοι ισχυρίζεται ότι αποτελούν ρητή αναγνώριση της  Κυβέρνησης ότι τέτοιες παρακολουθήσεις αποτελούν παρέμβαση κατά την έννοια του Άρθρου 8 και απαιτούν εξουσιοδότηση προκειμένου να είναι νόμιμες. Επειδή αυτοί οι νόμοι τέθηκαν σε ισχύ το 2000, η νομική βάση για αυτή την παρέμβαση ήρθε μετά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Έτσι, η παρέμβαση δεν είχε βάση στο εσωτερικό δίκαιο και ήταν εντελώς διαφορετική από την περίπτωση στην υπόθεση  Peck (βλ. παραπάνω παράγραφο 34) στην οποία οι τοπικές αρχές ήταν ειδικώς εξουσιοδοτημένες από το νόμο να καταγράφουν εικόνες από γεγονότα που συνέβαιναν σε εκείνη την περιοχή. Σε αυτή την υπόθεση δεν υπήρχε τέτοια ρητή εξουσία του Κολλεγίου, για διενέργεια παρακολούθησης στους εργαζόμενούς του και οι νομοθετικές αρμοδιότητες δεν καθιστούσαν αυτή την παρακολούθηση εύλογα προβλέψιμη.  


38.   Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά του Κολλεγίου δεν ήταν ούτε αναγκαία ούτε αναλογική. Υπήρχαν λογικές και λιγότερο παρεμβατικές μέθοδοι που θα μπορούσε  να είχε  χρησιμοποιήσει  το Κολλέγιο όπως η σύνταξη και δημοσίευση μιας “πολιτικής” σχετικά με την παρακολούθηση της χρήσης τηλεφώνου, Διαδικτύου και e-mail από τους εργαζόμενους. 

B.  Η αξιολόγηση του Δικαστηρίου

39.  Το Δικαστήριο σημειώνει την παραδοχή της Κυβέρνησης ότι το Κολλέγιο είναι ένα δημόσιο όργανο για τις ενέργειες του οποίου είναι υπεύθυνη, κατά την έννοια της Σύμβασης. Έτσι, θεωρεί ότι στην παρούσα υπόθεση το ερώτημα περί του αν εμπίπτει στο Άρθρο 8 σχετίζεται με τις αρνητικές υποχρεώσεις του Κράτους να μην παρεμβαίνει στην ιδιωτική ζωή και την αλληλογραφία της προσφεύγουσας και ότι δεν ανακύπτει κάποιο χωριστό θέμα σχετικά με την κατοικία της ή την οικογενειακή της ζωή.

40.  Το Δικαστήριο περαιτέρω παρατηρεί ότι τα μέρη διαφωνούν ως προς τη φύσυ της παρακολούθησης και την χρονική περίοδο που έλαβε χώρα. Εντούτοις, το Δικαστήριο δεν κρίνει αναγκαίο να υπεισέλθει σε αυτήν την διαφορά, καθώς υπάρχει ζήτημα, κατά την έννοια του Άρθρου 8, ακόμη και για τα γεγονότα όπως τα παραδέχεται η Κυβέρνηση.


1. Πλαίσιο της ιδιωτικής ζωής


41.   Σύμφων με τη νομολογία του Δικασηρίου, οι τηλεφωνικές κλήσεις από επαγγελματικους χώρους εμπίπτουν, κατ' αρχήν, στις έννοιες της “ιδιωτικής ζωής” και της “αλληλογραφίας”, κατά την έννοια του Άρθρου 8 § 1 (βλ. Halford, ό.π., § 44 και Amann κατά Ελβετίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αρ. 27798/95, § 43, ΕΔΔΑ 2000II). Λογικά συνεπάγεται ότι κι τα  e-mails που αποστέλλονται από την δουλειά θα πρέπει όμοια να προστατεύονται από το Άρθρο 8, καθώς και οι πληροφορίες που προέρχονται από παρακολούθηση της προσωπικής χρήσης Διαδικτύου.

42.   Η προσφεύγουσα στην παρούσα υπόθεση δεν είχε ειδοποιηθεί ότι οι κλήσεις της μπορούσαν να παρακολουθηθούν και γι' αυτό είχε μια εύλογη προσδοκία ιδιωτικότητας για τις κλήσεις που έκανε από το τηλέφωνο της εργασίας της (βλ. Halford, § 45). Η ίδια προσδοκία υπήρχε σε σχέση με το  e-mail και την χρήση του Διαδικτύου.

2. Περί του εάν υφίσταται στα δικαιώματα που εγγυάται το Άρθρο  8.

43.  Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η χρήση πληροφοριών που σχετίζονται με την ημέρα και την έκταση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και ιδίως οι κληθέντες αριθμοί μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο του Άρθρου 8 καθώς αυτές οι πληροφορίες αποτελούν “αναπόσπαστο στοιχείο των τηλεφωνικών επικοινωνιών” (βλ.  Malone κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 2 Αυγούστου 1984, Συλλογή A αρ. 82, § 84). Το γεγονός ότι αυτά τα δεδομένα έχουν ληφθεί νομίμως από το Κολλέγιο, ως λογαριασμοί τηλεφώνου, δεν αποκλείει την κρίση περί μιας παρέμβασης στα δικαιώματα που προστατεύονται από το Άρθρο 8 (ό.π.). Επιπλέον, η αποθήκευση προσωπικών δεδομένων που σχετίζονται με την ιδιωτική ζωή ενός φυσικού προσώπου εμπίπτει επίσης στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου  8 § 1 (βλ.  Amann, ό.π., § 65). Έτσι, είναι άσχετο το γεγονός ότι τα δεδομένα που κατείχε το κολλέγιο δεν ανακοινώθηκαν ή δεν χρησιμοποιήθηκαν εναντίον της προσφεύγουσας σε πειθαρχικές ή άλλες διαδικασίες.

44.  Συνακόλουθα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η συλλογή και αποθήκευση των προσωπικών πληροφοριών που αφορούν το τηλέφωνο, το e-mail και την χρήση του Διαδικτύου εκ μέρους της προσφεύγουσας, εν αγνοία της, αποτελούν παρέμβαση στο δικαίωμά της για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και της αλληλογραφίας της κατά την έννοια του Άρθρου 8.


3.Περί του εάν η παρέμβαση ήταν « σύμφωνη με το νόμο ».


45.  Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι αποτελεί πάγια νομολογία ότι ο όρος “σύμφωνα με το νόμο” εννοεί – κι αυτό προκύπτει από το αντικείμενο και τον σκοπό του Άρθρου 8- ότι θα πρέπει να είναι ένα μέτρο νομικής προστασίας το εσωτερικού δικαίου εναντίον της αυθαίρετης παρέμβασης κρατικών αρχών επί των δικαιωμάτων που προστατεύονται από το Άρθρο  8 § 1. Αυτό ισχύει περισσότερο για θέματα όπως η εν θέματι παρακολούθηση , ενόψει της έλλειψης δημόσιας φροντίδας και λόγω του κινδύνου κατάχρησης εξουσίας  (βλ. Halford, cited above, § 49).


46.  Ο όρος αυτός επιβάλλει όχι απλώς συμμόρφωση με το εσωτερικό δίκαιο, αλλά σχετίζεται και με την ποιότητα αυτού του δικαίου, επιβάλλοντας την συμβατότητά του με το Κράτος Δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, Khan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 12 Μάη  2000, Συλλογή αποφάσεων  2000-V, § 26. P.G. και J.H. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ό.π, § 44). Προκειμένου να συντρέχει η προϋπόθεση της προβλεψιμότητας, ο νόμος πρέπει να είναι επαρκώς σαφής με την έννοια του να δίνει στα άτομα επαρκή στοιχεία για τις περιστάσεις υπό τις οποίες και τους όρους κατά τους οποίους οι αρχές εξουσιοδοτούνται να λάβουν τέτοια μέτρα (βλ. Halford, ό.π., § 49 και Malone, ό.π., § 67).

47.  Το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί από τους ισχυρισμούς της Κυβέρνησης ότι το Κολλέγιο είχε εξουσία στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του να πράττει οτιδήποτε ήταν κατάλληλο και απαραίτητο για τους σκοπούς της παροχής μέσης και ανώτερης εκπαίδευσης, και κρίνει το επιχείρημα μη πειστικό. Περαιτέρω, η Κυβέρνηση δεν ισχυρίζεται ότι υπήρχαν στον κρίσιμο χρόνο διατάξεις, είτε στο γενικό εσωτερικό δίκαιο είτε στις διοικητικές διατάξεις του Κολλεγίου, στις οποίες να αναφέρονται οι περιστ΄σεις υπό τις οποίες οι εργοδότες θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν την χρήση του τηλεφώνου, του e-mail ή του Διαδικτύου  των εργαζομένων. Περαιτέρω, είναι σαφές ότι οι Κανονισμοί Τηλεπικοινωνιών 2000 που περιέχουν τέτοιες διατάξεις, δεν είχαν τεθεί σε εφαρμογή κατά τον κρίσιμο χρόνο. 

48.  Συνακόλουθα, καθώς δεν υπήρχε εσωτερικό δίκαιο  κατά τον κρίσιμο χρόνο, η παρέμβαση σε αυτή την υπόθεση δεν ήταν “σύμφωνη με το  νόμο”, όπως απαιτείται από το Άρθρο 8 § 2 της Σύμβασης. Το Δικαστήριο δεν διαφωνεί ότι η παρακολούθηση της χρήσης τηλεφώνου, e-mail ή Διαδικτύου στο χώρο της εργασίας, από έναν εργοδότη, μπορεί να κριθεί “αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία” σε συγκεκριμένες περιστάσεις, ενόψει ενός νόμιμου στόχου. Πάντως, όσον αφορά το παραπάνω συμπέρασμα, δεν είναι απαραίτητο να εξετατεί αυτο το θέμα στην παρούσα υπόθεση.

49.  Γι' αυτό υπάρχει παραβίαση του Άρθου 8 


II. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 14 ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ



50.  Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι δεν είχε στη διάθεσή της αποτελεσματικό ένδικο μέσο εσωτερικού δικαίου για την παραβίαση του Άρθρου 8 και ότι, λόγω αυτού, είχε παραβιαστεί επίσης το άρθρο 13 που προβλέπει τα εξής:


“Καθένας του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που κατοχυρώνονται από την Σύμβαση παραβιάζονται θα έχει ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο ενώπιον μιας εθνικής αρχής, ανεξάρτητα από το εάν η παραβίαση έγινε από πρόσωπα που ενεργούσαν υπό την δημόσια ιδιότητά τους.”


51.  Δεδομένης της κρίσης για το Άρθρο 8 (βλ. παράγραφο  48 παραπάνω), το Δικαστήριο δεν θεωρεί αναγκαίο να εξετάσει το παράπονο της προσφεύγουσας όσον αφορά το Άρθρο 13.


III.  ΕΦΑΡΜΟΓΉ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ


52.  Το Άρθρο 41 της Σύμβασης αναφέρει:


“Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι συνέβη παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και ότι το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους επιτρέπει μόνο εν μέρει αποκατάστση, το Δικαστήριο, εάν είναι απαραίτητο, θα επιδικάσει δίκαιη αποζημίωση στο θιγόμενο μέρος.”

A.  Ζημία

53.  Η προσφεύγουσα δεν επικαλείται αξίωση για χρηματική ζημια αλλά, χωρίς να προσδιορίζει ποσό, ζητά αποζημίωση για άγχος,  στεναχώρια  κακή διάθεση και  αϋπνία. Προσκομίζει ιατρική γνωμάτευση του Ιουνίου 2006 όπου αναγράφεται ότι έχει υποφέρει από άγχος και έλλειψη ύπνου, λόγω του περιβάλλοντος της εργασίας της. 

54.  Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η γνωμάτευση που προσκόμισε η προσφεύγουσα δεν αποδεικνύει ότι το άγχος οφείλεται στα περιστατικά που αναφέρονται στην προσφυγή της. Περαιτέρω, καθώς το Δικαστήριο έχει δικάσει έναν αριθμό υποθέσεων που αφορούν προσφυγές για παρακολούθηση επικοινωνιών υπόπτων από την αστυνομία, κατά τη γνώμη τους, μια απόφαση περί παραβίασης θα αποτελούσε από μόνη της επαρκή ικανοποίηση (βλ. Taylor-Sabori κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 47114/99, § 28, 22 Οκτωβρίου 2002, Hewitson κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 50015/99, § 25, 27 Μάη 2003 και Chalkley κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 63831/00, § 32, 12 Ιούνη 2003). Επιπλέον, καθώς η ισχυριζόμενη συμπεριφορά συνιστούσε παρακολούθηση και όχι καταγραφή, η φύση αυτής της παρέμβασης ήταν σημαντικά κατώτερης σοβαρότητας σε σχέση με τις παραπάνω υποθέσεις. 

55.  Το Δικαστήριο σημειώνει τις παραπάνω υποθέσεις που παραθέτει η Κυβέρνηση αλλά θυμίζει επίσης και την  Halford (ό.π., § 76) που αφορούσε τν παρακολούθηση των ιδιωτικών τηλεφωνικών κλήσεων ενός εργαζόμενου από τον εργοδότη του και επιδικάστηκαν 10,000 λίρες για την ηθική βλάβη.  Αξιολογώντας σε ίση βάση την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο επιδικάζει στην προσφεύγουσα 3.000 ευρώ για την ηθική βλάβη. 


B.  Δαπάνες και έξοδα


56.  Η προσφεύγουσα αξιώνει δικαστικές δαπάνες και έξοδα συνολικά 9,363 λιρών συμπεριλαμβανομένου του φ.π.α. Αυτό περιλαμβάνει έξοδα δικηγορου και ασκούμενου δικηγόρου  7,171.62, εκταμιεύσεις λιρών 1,556.88 και τα υπόλοιπα αναμενόμενα μελλοντικά έξοδα. 

57.   Η Κυβέρνηση επισημαίνει ότι η χρονοχρέωση των δικηγόρων κατά το χρόνο της υπόθεσης ήταν υπερβολικά. Επιπλέον, η αρχική προσφυγή περιλάμβανε έναν αριθμό ισχυρισμών που κρίθηκαν απαράδεκτοι από το Δικαστήριο και γι' αυτό δεν θα πρέπει να επιδικαστεί δικαστική δαπάνη. Κατά την κρίση της Κυβέρνσης το σύνολο των 2.000 λιρών θα καλύψει ικανοποιητικά τις δαπάνες και τα έξοδα. 

58.  Το Δικαστήριο, κατά την νομολογία του, επιδικάζει δαπάνες και έξοδα στο μέτρο που συνδέονται με κριθείσες παραβιάσει και στο μέτρο που ήταν πραγματικές και αναγκαίες και εύλογου ποσού (βλ. μεταξύ άλλων , Schouten και Meldrum κατά Ολλανδίας, απόφαση της 9 Δεκέμβρη 1994, Συλλογή A αρ. 304, σελ. 28-29, § 78 και Lorsé και  άλλοι κατά Ολλανδίας, αρ. 52750/99, § 103, 4 Φεβρουαρίου 2003). Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, επιδικάζει το ποσό των 6.000 ευρώ για δικαστικές δαπάνες και έξδα  πλέον ΦΠΑ. 

C.  Νόμιμο επιτόκιο

59.  


Το Δικαστήριο κρίνει κατάλληλο ότι το νόμιμο επιτόκιο θα πρέπει να βασιστεί στο κυμαινόμενο επιτόλιο της Ευρωπαϊκής Κεντικής Τράπεζας, στο οποίο θα πρέπει να προστεθούν τρεις ποσοστιαίες μονάδες.



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΜΟΦΩΝΑ


1.   Κρίνει   ότι παραβιάστηκε το Άρθρο 8  της Σύμβασης 


2.   Κρίνει  ότι δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί η υπόθεση υπό το φως του Άρθρου 13 της Σύμβασης.


3.   Κρίνει

(a)  ότι το καθού Κράτος πρέπει να καταβάλλει στην προσφεύγουσα, στο πλαίσιο τριών μηνών ααπό τη ημερομηνία κατά την οποία θα καταστεί η απόφαση οριστική σύμφων με το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης, τα παρακάτω ποσά, κατόπιν μετατροπής σε λίρες με την ισοτιμία που θα ισχύει κατά το χρόνο καταβολής:

(i) EUR 3,000 (τρεις χιλιάδες ευρώ) όσον αφορά την ηθική βλάβη.

(ii) EUR 6,000 (έξι χιλιάδες ευρώ) όσον αφορά δαπάνες κι έξοδα


(iii) τους αναλογούντες φόρους στα παραπάνω ποσά.


(b)  tμετά την παρέλεση των προαναφερόμενων τριών μηνών μέχρι την εξόφληση, καταβάλλεται τόκος σύμφωνος με το κυμαινόμενο επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά το χρόνο της τρέχουσας περιόδου, προσαυξημένο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.


4.  Απορρίπτει  το υπόλοιπο αίτημα για δίκαιη ικανοποίηση.

Εγένετο στα Αγγλικά και κοινοποιήθηκε γραπτώς στις 3 Απριλίου 2007, σύμφωνα με τον Κανόνα 77 §§ 2 και 3 του Κανονισμού του Δικαστηρίου.


T.L. Early Josep Casadevall
Γραμματέας Πρόεδρος






Παρασκευή, Ιουλίου 03, 2009

Επιτροπή ΟΗΕ κατά διακρίσεων: Ερωτήσεις για ρατσισμό στην Ελλάδα

Η Επιτροπή του ΟΗΕ για την καταπολέμηση των ρατσιστικών διακρίσεων (CERD) εξετάζει την θεσμική και πραγματική αντιμετώπιση του ρατσισμού στην Ελλάδα, διατυπώνοντας τις παρακάτω ερωτήσεις. Το έγγραφο δημοσιοποιείται εδώ στα Ελληνικά, σε μετάφραση e-lawyer. Οι αναφορές στην "Σύμβαση", αφορούν την Διεθνή Σύμβαση για την καταπολέμηση όλων των ειδών ρατσιστικών διακρίσεων.



ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ

ΤΩΝ ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ

Εβδομηκοστή πέμπτη συνεδρίαση

3 με 28 Αυγούστου 2009



                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                          

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΙΣΗΓΗΤΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ ΕΚΘΕΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΚΤΗ ΕΩΣ ΤΗΝ ΔΕΚΑΤΗ ΕΝΑΤΗ 

http://www2.ohchr.org/english/bodies/cerd/docs/AdvanceVersions/CERD-C-GRC-Q-19.doc



Άρθρο  2


1. Παρακαλούμε για την παροχή επικαιροποιημένων πληροφοριών για την εφαρμογή του Ν.927/1979 “περί κολασμού πράξεων ή ενεργειών αποσκοπουσών εις φυλετικάς διακρίσεις” συμπεριλαμβανομένου του αριθμού των καταδικών και των ποινών που επιβλήθηκαν. Ποια μέτρα έχουν ληφθεί για να επιβεβαιωθεί ότι η βία εναντίον μελών εθνοτικών μειονοτήτων εξετάζεται και διώκεται πάντα άμεσα και αποτελεσματικά; 


2. Παρακαλούμε για την παροχή πληροφοριών για τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την εφαρμογή του άρθρου 79 παράγραφος 3 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο αναφέρει ότι εάν το κίνητρο ενός εγκλήματος είναι το φυλετικό, εθνικό ή θρησκευτικό μίσος, θα αξιολογείται ως επιβαρυντικός παράγοντας. Παρακαλούμε επίσης να παραθέσετε παραδείγματα υποθέσεων στις οποίες εφρμόστηκε το άρθρο.


3. Παρακαλούμε για την παροχή στατιστικών σχετικά με “περιστατικά διακρίσεων ή παράνομης χρήσης βίας” από την αστυνομία που αναφέρονται στην παράγραφο 158 της έκθεσης του κράτους, στο μέτρο που αυτό σχετίζεται με το πλαίσιο της Σύμβασης και παραθέσατε εάν και ποιες ποινές επιβλήθηκαν για αυτά τα εγκλήματα. 



Άρθρο 4


4. Παρακαλούμε γνωστοποιείστε μας εάν έχουν απαγορευθεί νομίμως οργανισμοί και ομάδες που προωθούν ή υποθάλπουν ρατσιστικές διακρίσεις στο Κράτος, συμπεριλαμβανομένων ομάδων Νεο-ναζί και εάν οι ομαδάρχες τους έχουν διωχθεί.

5. Παρακαλούμε να μας παράσχετε πληροφορίες για την τήρηση του Προεδρικού Διατάγματος 100/2000 το οποίο αναφέρει ότι “οι τηλεοπτικοί σταθμοί δεν θα μεταδιδουν προγράμματα τα οποία ενθαρρύνουν  το μίσος μεταξύ του πληθυσμού λόγω διαφορετικής φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας και φύλου.”

6. Υπό το φως του άρθρου 4 της Σύμβασης, η οποία επιβάλλει τον νόμιμο κολασμό της διάδοσης ιδεών που βασίζονται στην φυλετική ανωτερότητα ή στο μίσος, παρακαλούμε σχολιάστε την πρόσφατη εξαφάνιση από Ελληνικό Εφετείο της καταδίκης του 2007 στην υπόθεση του *** για την δημοσίευση του βιβλίου “***”. Αυτό το βιβλίο διατίθεται και πωλείται ακόμη στο Κράτος - μέλος; 

Άρθρο 5


7. Παρακαλούμε για την παροχή στατιστικών πληροφοριών όσον αφορά την συμμετοχή μελών εθνικών μειονοτήτων σε κεντρικές και τοπικές κρατικές αρχές, στις αστυνομικές δυνάμεις, στην δικαιοσύνη και, σε περίπτωση ανεπαρκούς εκπροσώπησης, σχετιά με τα μέτρα που έχουν θεσπιστεί για την βελτίωση της κατάστασης. 

8. Σύμφωνα με την ανεξάρτητη εμπειρογνώμονα για μειονοτικά θέματα, τα παιδιά Ρομά δεν έχουν πλήρη και ίση πρόσβαση στην εκπαίδευση κατά το χρόνο της επίσκεψής της τον Σεπτέμβρη 2008. Παρακαλούμε διευκρινίστε μας το ακριβές επίπεδο ενσωμάτωσης των παιδιών Ρομά στο εκπαιδευτικό σύστημα και για τα μετρα που έχουν ληφθεί για την καταπολέμηση των διακρίσεων κατά των παιδιών Ρομά στο σχολείο λόγω στερεοτύπων, λόγω μη γνώσης ελληνικών ή λόγω μη διδασκαλίας στην γλώσσα των Ρομά. Παρακαλούμε για την παροχή πληροφοριών για τα αποτελέσματα που είχε το σχέδιο για την εκπαίδευση των Ελλήνων-Ρομά μαθητών που αναφέρονται στην παράγραφο 69 της έκθεσης του Κράτους – μέλους.

9. Παρακαλούμε για την παροχή πληροφοριών για το επίπεδο επιτυχίας, ει δυνατόν με στατιστικές και παραδείγματα, για τους σκοπούς και τις προτεραιότητες του “Σχεδίου Δράσης για την κοινωνική ένταξη των Ελλήνων Ρομά” όπως επίσης και για την πρόοδο που γίνεται όσον αφορά το Πρόγραμμα Δράσης για την ένταξη των διαφορετικής εθνικότητας προσώπων που ήδη κατοικούν στην Ελληνική Επικράτεια. 


10. Επιτρέπεται γενικά στους Έλληνες σλαβικής εθνοτικής καταγωγής να χρησιμοποιούν τις μητρικές του γλώσσες σε ελληνικά σχολεία και εκδόσεις, συμπεριλαμβανομένων των Σλαβικών Μακεδονικών; Τα σλάβικα ονόματα είναι αποδεκτά για τα παιδιά των Ελλήνων πολιτών;

11. Παρκαλούμε σχολιάστε τις απόψεις της Κυβέρνησης για την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που έκρινε ότι η Ελλάδα παραβίασε το δικαίωμα της ένωσης με την απαγόρευση σωματείων που φέρουν το επίθετο “τουρκικός”. 

Άρθρο 6 


12. Παρακαλούμε για την παροχή πληροφοριών σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την διασφάλιση της ανεξαρτησίας του Συνηγόρου του Πολίτη και τη  βελτίωση της ικανότητάς του να χειρίζεται υποθέσεις διακρίσεων σε διάφορους τομείς. 

13. Παρακαλούμε για την παροχή στατιστικών πληροφοριών όσον αφορά τον αριθμό και την φύση των υποθέσεων που αφορούν ρατσισμό και ρατσιστικές διακρίσεις και εξετάστηκαν απο τον Συνήγορο του Πολίτη, την Επιτροπή Ίσης Μεταχείρισης και την Επιθεώρηση Εργασίας κατά την περίοδο 2007-2009.

14. Παρακαλούμε σχολιάστε υποθέσεις που αφορούν εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι Ρομά στην προσπάθειά τους για αποτελεσματική πρόσβαση στα Ελληνικά δικαστήρια. Παρακαλούμε για την παροχή πληροφοριών σχετικά με μέτρα που έχουν ληφθεί για την διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των Ρομά ενώπιον των αστικών δικαστηρίων και του Συστήματος Ποινικής Δικαιοσύνης. Τα παραδείγματα είναι ευπρόσδεκτα.


Άρθρο 7


15. Παρακαλούμε για την παροχή πληροφοριών σχετικά με τα προγράμματα εκπαίδευσης και τα σεμινάρια για θέματα ανθρώπινων δικαιωμάτων που έχουν οργανωθεί για λειτουργούς της Δικαιοσύνης, υπαλλήλους των διωκτικών αρχών και άλλους δημόσιους λειτουργούς. Παρακαλούμε να παραθέσετε εάν αυτά τα προγράμματα περιλαμβάνουν στοιχεία που εστιάζουν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχουν τεθεί από τη Σύμβαση.

16. Παρακαλούμε για την παροχή πληροφοριών για τα μέτρα δημοσιοποίησης της έκθεσης από το κράτος μέλος και τα συμπεράσματα της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένων των μεταφράσεώ τους στα Ελληνικά και της ανάρτησής τους σε κυβερνητικές ιστοσελίδες.


Πρόσθετες πληροφορίες


17. Παρακαλούμε ενημερώστε μας εάν το Κράτος σκοποπεύει να προβεί σε δήλωση κατά το άρθρο 14 της Σύμβασης, ώστε να δεχθεί την αρμοδιότητα της Επιτροπής για την λήψη και εξέταση ατομικών καταγγελιών.


18. Για λόγους διευκρίνισης και κατανόησης και χωρίς διάθεση κατάκρισης εκ μέρους του Εισηγητή, παρακαλούμε εξηγείστε για ποιους λόγους η Ελλάδα υπέγραψε (το 1997), αλλά ποτέ δεν κύρωσε, την Σύμβαση Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων.

***


Λιθουανία: ο Πρόεδρος βάζει βέτο σε ομοφοβικό νόμο

Ανακοίνωση του Γενικού Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης κ. T.Davis:


"Eίμαι ευχαριστημένος από τα νέα ότι ο Πρόεδρος της Λιθουανίας αρνήθηκε να υπογράψει ένα νέο νόμο, ο οποίος θα θέσπιζε διακρίσεις εναντίον των γκέι και λεσβιών στην Λιθουνία. Την απόφασή του χαιρετίζει καθένας που πιστεύει σε μια σύγχρονη, ανοικτή και ανεκτική Λιθουανία η οποία έχει αφιερωθεί στην υπεράσπιση και επέκταση των αρχών της δημοκρατίας, των ανθρώπινων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου."

Επρόκειτο για έναν νόμο, ο οποίος απαγόρευε τις δημόσιες αναφορές στην ομοφυλοφιλία, για σκοπούς προστασίας - δήθεν - της παιδικής ηλικίας.

Βλέπουμε δηλαδή ότι σε άλλες χώρες το δικαίωμα veto που έχει ο ΠτΔ ασκείται εγγυητικά, προκειμένου να αποτραπούν νομοθεσίες που προσβάλλουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δυστυχώς αυτό δεν έχει ακολουθηθεί ποτέ στην Ελλάδα, ακόμα και σε προδήλως αντισυνταγματικά νομοσχέδια, στα οποία ο Πρόεδρος θα έπρεπε να ασκεί τις αρμοδιότητές του και να απέχει από την υπογραφή τους.



Πέμπτη, Ιουλίου 02, 2009

H Φρύνη ενώπιον του Αρείου Πάγου

Όταν ο ρήτορας Υπερείδης κατάλαβε ότι θα έχανε ενώπιον του Αρείου Πάγου την υπόθεση της Φρύνης, της οποίας είχε αναλάβει την υπεράσπιση για το αδίκημα της εισαγωγής καινών δαιμονίων, της αφαίρεσε με μια κίνηση το ένδυμα, με αποτέλεσμα οι Αρεοπαγίτες να την αθωώσουν, έκπληκτοι από το τελευταίο επιχείρημα του Υπερείδη.




Phryné devant l'Areopage, Jean-Léon Gérôme (May 11, 1824 – January 10, 1904)

Τετάρτη, Ιουλίου 01, 2009

Ετήσια Έκθεση Αρχής Προστασίας Δεδομένων 2008


Δόθηκε στη δημοσιότητα η Ετήσια Έκθεση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για το έτος 2008.

Μπορείτε να την κατεβάσετε εδώ.

Η υποβολή Ετήσιων Εκθέσεων στην Βουλή αποτελεί ένα μέσο λογοδοσίας και κοινοβουλευτικού ελέγχου στις ανεξάρτητες αρχές. Άλλα μέσα είναι η πρόσκληση των μελών για εμφάνιση στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής.

Σύμφωνα με την Ετήσια Έκθεση, η ΑΠΔΠΧ εντός του 2008 διενέργησε πέντε (5) διοικητικούς ελέγχους σε τρεις υπευθύνους αρχείων προσωπικών δεδομένων: την Εθνική Τράπεζα, την Ελληνική Αστυνομία και μία Α.Ε.

Συνολικά εντός του 2008, η Αρχή επιλήφθηκε 859 υποθέσεων: 263 καταγγελιών πολιτών και 596 ερωτημάτων υπευθύνων επεξεργασίας.

Ο προϋπολογισμός της Αρχής για το 2008 ανήλθε στο ποσό των 2.858.000 ευρώ και δαπανήθηκε στο σύνολό του. Ο προϋπολογισμός της Αρχής για το 2009 ανέρχεται στο ποσό των 2.991.000.

Από την Ετήσια Έκθεση πληροφορούμαστε για πρώτη φορά ότι το 2008 στην Αρχή συστήθηκαν τέσσερα Γραφεία, με κατανομή των θεματικών αντικειμένων και του επιστημονικού προσωπικού για την καλύτερη οργάνωση των εργασιών. Τα γραφεία εποπτεύονται από ένα μέλος της Αρχής. Η λειτουργία των Γραφείων είναι άτυπη και αποτελεί δοκιμαστική εφαρμογή προκειμένου να καθιερωθεί και θεσμικά με κατάλληλη τροποποίηση του Οργανισμού της Αρχής. Ωστόσο θα έπρεπε η Αρχή να έχει ανακοινώσει αυτήν την αναδιάρθρωση και να γνωστοποιήσει ποιο μέλος της Αρχής εποπτεύει το κάθε  Γραφείο και ποιες θεματικές αρμοδιότητες έχουν ανατεθεί σε κάθε Γραφείο.


Στην Έκθεση η Αρχή επαναλαμβάνει μια παλαιότερη ορθή της πρόταση για την λειτουργία της: η λειτουργία της ως μονοπρόσωπο όργανο -κατά το πρότυπο των αντίστοιχων Αρχών άλλων κρατών-μελών της ΕΕ. "Στην περίπτωση αυτή, η υπηρεσία θα λειτουργούσε με ιεραρχική διάρθρωση, ενώ ένα συλλογικό όργανο με αποφασιστική ή γνωμοδοτική αρμοδιότητα θα περιοριζόταν να κρίνει μόνο ζητήματα μείζονος σημασίας. Πράγματι, οι περισσότερες χώρες της Ευρώπης έχουν μονοπρόσωπα όργανα (Επιτρόπους Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων),  κι όχι δυσκίνητα διοικητικά συμβούλια όπως η Ελλάδα. Το συνδυασμό μοντέλο του μονοπρόσωπου οργάνου που επικουρείται από συμβούλιο σοφών είναι αυτό του Data Ombudsman της Φινλανδίας. 

Στο κεφάλαιο "Επικοινωνιακή πολιτική", άγνωστο για ποιο λόγο, περιλαμβάνεται η δυνατότητα πρόσβασης της Αρχής στο κλειστό σύστημα CIRCA (ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την συνεννόηση των ευρωπαϊκών ΑΠΔ σε θέματα αρμοδιότητάς τους), η συμμετοχή Ελεγκτών της Αρχής σε κλειστό συνέδριο στην Λουμπλιάνα για τον χειρισμό προσφυγών, η παρουσίαση της Οδηγίας  ΑΠΔΠΧ 115/2001  σε συνέδριο ΑΠΔ στην Μπρατισλάβα. Πρόκειται για ενάσκηση αρμοδιότητας συνεργασίας της ΑΠΔΠΧ με τις ομόλογες ευρωπαϊκές Αρχές και όχι "επικοινωνιακή πολιτική".

Έχετε κάνει κάποιο αίτημα στην Αρχή και έχουν περάσει 2 χρόνια χωρίς να σας απαντήσει; Μην αναρωτιέστε για ποιο λόγο: έχει υποχρεώσεις και προς πολίτες τρίτων κρατών. Σύμφωνα με την Ετήσια έκθεση, "η  ελληνική Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) αποδέχθηκε πρόταση σχετικά με τη συμμετοχή της σε ευρωπαϊκό πρόγραμμα διδυμοποίησης με το Γραφείο Ιθαγένειας και Μετανάστευσης του Υπουργείου Εσωτερικών της Λετονίας. Την ευθύνη για τη διαχείριση του προγράμματος ανέλαβε το Κέντρο Διεθνούς Ευρωπαϊκού και Οικονομικού Δικαίου (ΚΔΕΟΔ) με έδρα στη Θεσσαλονίκη, ενώ η Αρχή παρείχε εμπειρογνώμονες για τους σκοπούς του προγράμματος. 

Το πρόγραμμα, το οποίο ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 2008, είχε ως αντικείμενο τη  ‘’Βελτίωση Επεξεργασίας και Τήρησης Φακέλων Μεταναστών’’, οι οποίοι τηρούνται στο Γραφείο Ιθαγένειας και Μετανάστευσης του Υπουργείου Εσωτερικών της Λετονίας. 

Για τους σκοπούς του προγράμματος, συγκροτήθηκε πενταμελής ομάδα εμπειρογνωμόνων, αποτελούμενη από νομικούς και πληροφορικούς ελεγκτές του Τμήματος Ελεγκτών της Αρχής, η οποία όρισε το χρονοδιάγραμμα του προγράμματος και τις δραστηριότητες που το τελευταίο θα περιελάμβανε. Κύριο μέλημα, αρχικά, της ομάδας αυτής ήταν η καταγραφή προβλημάτων, ελλείψεων και αδυναμιών κατά την επεξεργασία των φακέλων, ηλεκτρονικών και μη, των μεταναστών. Σε γενικές γραμμές, το πρόγραμμα ακολούθησε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο περιελάμβανε τη συλλογή πληροφοριών σχετικών με το αντικείμενο του προγράμματος είτε μέσω συναντήσεων με τους αρμόδιους φορείς στη Λετονία και επιτόπιους ελέγχους, είτε μέσω συγκέντρωσης έντυπου υλικού, τόσο νομοθετικών κειμένων, όσο και εγκυκλίων και εσωτερικών εγγράφων του Υπουργείου Εσωτερικών της Λετονίας. 

Στο δεύτερο στάδιο, η ομάδα έπρεπε να συντάξει να ‘’Σχέδιο Δράσης’’ (Action Plan), αλλά και να οργανώσει σειρά σεμιναρίων προς τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εσωτερικών. 

Κατά το πρώτο στάδιο του προγράμματος, οι εμπειρογνώμονες σε τακτικές επισκέψεις στο λετονικό Γραφείο Ιθαγένειας και Μετανάστευσης πραγματοποίησαν τις παρακάτω δράσεις: 

-  Σύνταξη και διανομή ερωτηματολογίου σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς. 

-  Συναντήσεις με επικεφαλής, αλλά και με υπαλλήλους των επιμέρους τμημάτων. 

-  Συναντήσεις με τη λετονική Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. 

-  Παρατήρηση και καταγραφή των μεθόδων που χρησιμοποιούνται κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. 

-  Συλλογή και μελέτη σχετικών λετονικών νόμων, κανονισμών, διοικητικών αποφάσεων και εκθέσεων. 

-  Δομή/Διάρθρωση  και ασφάλεια των πληροφοριακών συστημάτων. " 


Και ενώ το προσωπικό της Αρχής Προσωπικών Δεδομένων ασχολείται με το λετονικό δίκαιο, ο Πρόεδρός της ανακοίνωσε σήμερα ότι χρειάζεται κι άλλο χρόνο γιατί δεν προλαβαίνει να γνωμοδοτήσει για το νομοσχέδιο που αφορά τα καρτοκινητά.


Ας διευκολύνουμε λίγο την Αρχή: εδώ θα βρείτε Παρατηρήσεις για το σχετικό νομοσχέδιο και τη συμβατότητά του σχετικά με το δίκαιο προστασίας προσωπικών δεδομένων.


Διαβάστε επίσης: 

Αξιολόγηση αποτελεσματικότητας της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων για το έτος 2008.

Evaluation report for the Greek DPA









Η διαγραφή δεδομένων βάφτισης από καθολική εκκλησία

  Τα θρησκεύματα δεν έχουν κανένα πρόβλημα να καταχωρούν στα κατάστιχά τους νέους πιστούς χωρίς να τους ερωτούν, όπως γίνεται με τον νηπιοβα...