
Με το θέμα της αγοράς των βιβλίων ξένων γλωσσών από τους μαθητές στα σχολεία ασχολήθηκε ο Συνήγορος του Πολίτη, χωρίς να καταφέρει να πείσει το Υπουργείο για εξεύρεση λύση κατά την τρέχουσα σχολική χρονιά.


Σε νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας που εκκρεμεί στη Βουλή ("Πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση των κατόχων απολυτηρίου Επαγγελματικού Λυκείου κ. ά. Διατάξεις") προβλέπεται εφεξής η δυνατότητα επίδειξης στους υποψηφίους των πανελλαδικών εξετάσεων των γραπτών δοκιμίων που οι ίδιοι συνέταξαν, μετά την ολοκλήρωση των σχετικών εξετάσεων. Η ρύθμιση αυτή τροποποιεί την ισχύουσα
σήμερα διάταξη (αρ. 22 ν. 3475/2006) που απαγορεύει οποιαδήποτε γνωστοποίηση των γραπτών στους υποψηφίους.
Υπενθυμίζεται ότι η εν λόγω απαγορευτική διάταξη είχε τεθεί σε ισχύ ελάχιστες ημέρες μετά την έκδοση εγκυκλίου (Φ252/62945/Β6/23.06.2006) του Υπουργείου Παιδείας που ρύθμιζε ακριβώς τον τρόπο με τον οποίον θα επιτρεπόταν η πρόσβαση των υποψηφίων στα γραπτά τους, αιφνιδιάζοντάς τους και προκαλώντας την παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη (υπ΄αριθ. πρωτ. 13806/04.08.2008 και
13611/11.04.2005) αλλά και την έκδοση σχετικών αποφάσεων της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.(αριθμ. 66/2006 και 38/2007 αποφάσεις)
Ο Συνήγορος του Πολίτη χαιρετίζει αυτή την αδιαμφισβήτητα θετική εξέλιξη, επισημαίνει ωστόσο την απουσία οποιασδήποτε νομοθετικής πρόβλεψης σχετικά με την τύχη των γραπτών των πανελλαδικών εξετάσεων της τελευταίας τριετίας, η οποία παρίσταται επιβεβλημένη σύμφωνα με τις εν λόγω αποφάσεις της ΑΠΔΠΧ
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 14ης Ιανουαρίου 2009
για τον διορισμό του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και του αναπληρωτή επόπτη
(2009/30/ΕΚ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη:
- τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων
προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (1), καιι δίως το άρθρο 42 παράγραφος 1αυτού,
την πρόταση ενός καταλόγου υποψηφίων που υπέβαλε η Επιτροπή στις 21 Οκτωβρίου 2008, σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001, μετά από δημόσια πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων για τον διορισμό του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων καιτου αναπληρωτή επόπτη,
Εκτιμώντας ότι ενδείκνυται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να διορίσουν, με κοινή συμφωνία, τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων καιτον αναπληρωτή επόπτη για πενταετές
διάστημα που αρχίζει στις 17 Ιανουαρίου 2009,
ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ:
Άρθρο 1
Διορίζονται για την περίοδο από τις 17 Ιανουαρίου 2009 έως τις 16 Ιανουαρίου 2014:
— ο κ. Peter HUSTINX ως Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων,
— ο κ. Giovanni BUTTARELLI ως αναπληρωτής επόπτης.
Άρθρο 2
Η παρούσα απόφαση παράγειαποτελέσματα από την ημέρα της έκδοσής της.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα τηςΕυρωπαϊκής Ένωσης.
Βρυξέλλες, 14 Ιανουαρίου 2009.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
H.-G. PÖTTERING
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
A. VONDRA
16.1.2009 EL Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 11/83(1)


Μετά από σχετική έρευνα ο Συνήγορος του Πολίτη διαπίστωσε και πάλι ότι η ελληνική έννομη τάξη δεν έχει ακόμη εναρμονισθεί προς τις διατάξεις της οδηγίας 2005/36/ΕΚ «Σχετικά με την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων», στην οποία όφειλε να έχει προβεί έως την 20.10.2007 και ότι το σχετικό σχέδιο Π.Δ. εκκρεμεί πέραν του έτους προς έγκριση από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Σε σχετικό πόρισμα που αναρτάται σήμερα στην ιστοσελίδα του (www.synigoros.gr) ο Συνήγορος του Πολίτη επισημαίνει ότι η χώρα κινδυνεύει να οδηγηθεί εκ νέου στο ευρωπαϊκό δικαστήριο εξαιτίας της εκκρεμότητας αυτής.
Ο Συνήγορος του Πολίτη υποχρεώθηκε να ασχοληθεί και πάλι με το θέμα της αναγνώρισης επαγγελματικών δικαιωμάτων σε κατόχους αλλοδαπών τίτλων σπουδών μετά από την άρνηση της Δ/νσης Κτηνιατρικής Αντίληψης και Φαρμάκων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΚΑΦΕ), να προβεί σε εξέταση αιτημάτων για την αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων σε κατόχους αλλοδαπών τίτλων σπουδών της ειδικότητας «κτηνίατρος».
Από τη διενεργηθείσα έρευνα προέκυψε ότι η άρνηση της Δ/νσης ΚΑΦΕ εδράζεται σε γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ), σύμφωνα με την οποία δεν υφίστανται σήμερα νομίμως καθορισθείσες αρμόδιες εθνικές αρχές για την αναγνώριση της ισοδυναμίας προς ελληνικά πτυχία των αλλοδαπών διπλωμάτων, πιστοποιητικών και λοιπών τίτλων σπουδών κτηνιατρικής.
Η άποψη ωστόσο της Δ/νσης Νομοπαρασκευαστικού Έργου του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, όπως και του Συνηγόρου του Πολίτη, είναι διαφορετική από αυτήν που έχει διατυπώσει το ΝΣΚ. Ειδικότερα, κρίνεται ότι η ΚΑΦΕ οφείλει να συνεχίσει να προβαίνει στην εξέταση των αιτημάτων χορήγησης άδειας ασκήσεως επαγγέλματος κτηνιάτρου σε κατόχους τίτλων σπουδών κρατών - μελών της Ε.Ε., έως την τυπική προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην οδηγία 2005/36/ΕΚ με την έκδοση σχετικού Π.Δ. η οποία και εκκρεμεί.
Η ύπαρξη ανεξάρτητης αρχής για την προστασία προσωπικών δεδομένων αποτελεί κριτήριο για τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος. Πέρα όμως από αυτήν την διαπίστωση, η αποτελεσματική λειτουργία μιας Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων απαιτεί στρατηγικό σχεδιασμό και ενεργό δράση από το ανθρώπινο δυναμικό που την στελεχώνει.
Η ελληνική Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, κατά το έτος 2008 δεν ικανοποιεί τις προσδοκίες ενός νέου θεσμού που έχει συμπληρώσει 10 χρόνια λειτουργίας, επειδή:
(α) δεν ενεργεί με την ταχύτητα που επιβάλλει η νομοθεσία, αλλά και οι ρυθμοί της Κοινωνίας της Πληροφορίας, ώστε να αποτελέσει ένα εναλλακτικό μηχανισμό επίλυσης διαφορών
(β) οι αποφάσεις της παρουσιάζουν σοβαρές ασυνέχειες με αποτέλεσμα την αβεβαιότητα δικαίου του πολίτη που απευθύνεται στην Αρχή ή κρίνεται από αυτήν
(γ) οι κρίσεις της ως προς την συνταγματικότητα των νόμων και την άμεση εφαρμογή του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου είναι γενικά επιτυχείς και χρήσιμες, όμως δεν θα πρέπει να περιορίζονται σε ατομικές περιπτώσεις, αλλά να περιλαμβάνουν και τα νομοσχέδια, καθώς και κάθε άλλη ρύθμιση που έχει επιπτώσεις στην προστασία των προσωπικών δεδομένων
(δ) οι αυτεπάγγελτες δράσεις της συνδέονται μόνο με την κυρωτική της πολιτική και όχι με την προληπτική στρατηγική όπως λ.χ. η έκδοση Οδηγιών
(ε) η κυρωτική της πολιτική παρουσιάζει επίσης σοβαρές ασυνέχειες και είναι επιτυχής μόνο στον τραπεζικό και ασφαλιστικό τομέα, ενώ στον τομέα των μ.μ.ε. επεμβαίνει μάλλον μετά από γενικότερη κατακραυγή και στον τομέα της κρατικής παρακολούθησης έχει αποτύχει τελείως
(στ) η επικοινωνιακή της πολιτική εξαντλείται στην ενάσκηση της αρμοδιότητας υποβολής ετήσιας έκθεσης και της παρουσίασής της, ενώ έχει προστεθεί και η εθιμοτυπική συνέντευξη τύπου της 28ης Ιανουαρίου.
Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα κατά το έτος 2008 αποδείχθηκε ένα κρατικό όργανο που δεν ασκεί με αποτελεσματικό τρόπο τη συνταγματική του αποστολή. Η αναζήτηση των αιτίων για αυτή την υποβάθμιση του οργάνου δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος εγγράφου. Σκοπός του είναι να καταδείξει στον πολίτη ποιες πρέπει να είναι οι προσδοκίες του από αυτήν την ανεξάρτητη αρχή, αν λάβει υπόψη μόνο τα δημοσιευμένα στοιχεία του παρελθόντος έτους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το όργανο αυτό είναι περιττό, αφού η δεκαετής εμπειρία έχει δείξει ότι η Αρχή έδωσε σημαντικές λύσεις σε δύσκολα ζητήματα. Γι' αυτό θα πρέπει ο θεσμός αυτός, σε σύντομο χρονικό διάστημα, να βρει και πάλι τον βηματισμό του.
Πηγή: "Αξιολόγηση αποτελεσματικότητας της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων κατά το έτος 2008"
Περισσότερες πληροφορίες: Data&Protection - Νομικές υπηρεσίες κοινωνίας της πληροφορίας
Ομάδα facebook εδώ.
Η αποστολή της Αρχής συνίσταται στην προσπάθεια εμπέδωσης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που εγγράφονται στο γενικό πλαίσιο της προστασίας προσωπικών δεδομένων. Η διαμόρφωση συνείδησης και κουλτούρας προστασίας προσωπικών δεδομένων αποτελεί την “παιδευτική” αποστολή της Αρχής, την οποία όμως δεν πρέπει να παραμελεί ως “θεωρητική”. Πέρα δηλαδή από το νομικό πλαίσιο και τις τυπικές “αρμοδιότητες”, υπάρχει και η κοινωνική αποστολή του συγκεκριμένου δημόσιου οργάνου. Η πολιτική μιας ανεξάρτητης αρχής δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά “κυρωτική”, και κατασταλτική, αλλά πρέπει να περιλαμβάνει και την διοργάνωση σεμιναρίων, την επίσημη (όχι “υπηρεσιακή”) συνομιλία με πολιτικούς παράγοντες και κοινωνικούς φορείς, την παρουσία στα μέσα ενημέρωσης, την χρήση των νέων τεχνολογιών, την επικοινωνία με τους νέους, τους ηλικιωμένους, τους εμποδιζόμενους και τους αλλοδαπούς.
Εντός του 2008, η Αρχή εξέδωσε τέσσερα δελτία τύπου.
Το πρώτο δελτίο τύπου αφορά την κλήση προς το “Πρώτο Θέμα” για την υπόθεση δημοσίευσης φωτογραφιών με ερωτικές σκηνές του πρώην γ.γ. του υπουργείου πολιτισμού (14.1.2008).
Το δεύτερο δελτίο τύπου αφορά την συνέντευξη τύπου του τότε Προέδρου της Αρχής, επ' αφορμή του εορτρασμού της Ευρωπαϊκής Ημέρας για την Προστασία Προσωπικών Δεδομένων (24.1.2008).
Το τρίτο και το τέταρτο δελτία τύπου αφορούν την παρουσίαση της Ετήσιας Έκθεσης της Αρχής για το 2007 με την συνέντευξη τύπου του Προέδρου της Αρχής (19.9.2008 και 22.9.2008). Σημειωτέον ότι η έκδοση της Ετήσιας Έκθεσης του 2007 για πρώτη φορά εκδόθηκε στα τέλη Σεπτέμβρη, ενώ κανονικά υποβάλλεται συνήθως το καλοκαίρι κάθε έτους.
Παλαιότερα, κατά την Ευρωπαϊκή Ημέρα είχαν διοργανωθεί και ανοικτά σεμινάρια στον χώρο της Αρχής. Επίσης, η Αρχή είχε διοργανώσει και ημερίδες για διάφορα θέματα (λ.χ. μαζί με την Επιτροπή Βιοηθικής, για το θέμα των γενετικών δεδομένων).
Επίσης η ιστοσελίδα της Αρχής (www.dpa.gr) δεν ενημερώνεται άμεσα, αλλά με μεγάλες καθυστερήσεις και προφανώς δεν παρέχει μια πλήρη εικόνα για τις δραστηριότητες του οργάνου. Είναι μια ιστοσελίδα αρχαϊκή, που παρέχει μεν ορισμένες υπηρεσίες ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, αλλά χωρίς την πληρότητα (ούτε καν για το νομοθετικό πλαίσιο, λ.χ. δεν περιέχει καν την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Προστασίας Δεδοένων) που θα επέβαλε ο ρόλος της Αρχής.
Η Αρχή χρειάζεται να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην επικοινωνιακή της στρατηγική, καθώς τέσσερα δελτία τύπου, μία ετήσια έκθεση και δύο συντεντεύξεις Προέδρων δεν επαρκούν για να μεταδώσει με αποτελεσματικότητα το μήνυμά της προς την κοινωνία και την πολιτική ηγεσία.
Πηγή: "Αξιολόγηση αποτελεσματικότητας της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων κατά το έτος 2008"
Περισσότερες πληροφορίες: Data&Protection - Νομικές υπηρεσίες κοινωνίας της πληροφορίας
Ομάδα facebook εδώ.
Οι πολίτες που προσφεύγουν στην Αρχή κατόπιν της παραβιάσεως των δικαιωμάτων τους, αναμένουν όχι πια την διαμεσολαβητική λειτουργία ενός “Συνηγόρου”, αλλά την διαπίστωση των παραβιάσεων και την επιβολή κυρώσεων στους δράστες. Η βαρύτητα αυτών των κυρώσεων και η πληρότητα με την οποία καταρτίζονται οι σχετικές αποφάσεις αποτελούν κριτήρια για την αποτελεσματικότητα της Αρχής. Όταν ο πολίτης διαπιστώνει ότι η Αρχή είναι σε θέση να επιβάλλει το νόμο μέσω των κυρώσεων, πείθεται ότι το ανεξάρτητο αυτό όργανο δεν είναι περιττό, αλλά χρήσιμο για την προστασία των δικαιωμάτων του. Επίσης πείθεται ότι αν παρανομήσει θα υποστεί και τις κυρώσεις της Αρχής.
Σύμφωνα με την απόφαση 47/2008, η Αρχή επέβαλε πρόστιμο 5.000 ευρώ σε επιχείρηση επειδή δεν χορηγούσε σε πελάτη της – καταναλωτή ορισμένα έγγραφα που περιείχαν προσωπικά δεδομένα του και τα χρειαζόταν. Η Αρχή γίνεται πιο αυστηρή όταν η παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης διενεργείται από τράπεζες (1,2/2008, 70.000 και 30.000 ευρώ αντίστοιχα), και όταν η παραβίαση του δικαιώματος ενημέρωσης διενεργείται από ασφαλιστικούς φορείς (21/2008, 20.000 ευρώ).
Από την άλλη πλευρα, με την απόφαση 34/2008 επιβλήθηκε πρόστιμο μόλις 3.000 ευρώ σε επειχείρηση που τηρούσε παράνομα αρχείο με δεδομένα για 100.000 άτομα. Με την απόφαση 10/2008 επέβαλε επίσης άλλο ένα πρόστιμο μόλις 5.000 ευρώ στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης για τις κάμερες.
60.000 ευρώ πρόστιμο επιβλήθηκε σε ασφαλιστική εταιρία επειδή απέρριψε αίτημα για ασφάλιση κατόπιν επεξεργασίας εγγράφου που απεκάλυπτε τον σεξουαλικό προσανατολισμό του αιτούντος (3/2008).
Η αυστηρότητα εξαντλείται όταν τα μέσα ενημέρωσης προβάλλουν ευαίσθητα δεδομένα: 150.000 ευρώ πρόστιμο σε μία εφημερίδα και 150.000 ευρώ πρόστιμο σε μία άλλη για τη δημοσίευση των φωτογραφιών του γ.γ. του υπουργείου πολιτισμού (17,18/2008), 100.000 ευρώ πρόστιμο σε εφημερίδα για δημοσίευση ευαίσθητων δεδομέων ανηλίκου (4/2008).
Αντίθετα, στην περίπτωση που οι παραβιάσεις αφορούν κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης, η Αρχή επιλέγει την “σύσταση” (που δεν είναι καν διοικητική κύρωση) και την “αυστηρή προειδοποίηση” (56/2008, 45/2008, 27/2008), ενώ σε μία μόνο περίπτωση -πλην του ΥΔΤ- επέβαλε πρόστιμο 5.000 και διαβίβασε την υπόθεση στον εισαγγελέα για την ποινική διερεύνησή της (12/2008).
Το πρόβλημα με την κυρωτική πολιτική της Αρχής συνδέεται περισσότερο με την αντιφατικότητα των αποφάσεών της (βλ. τίτλο Α.) που δεν επιτρέπει στον πολίτη να γνωρίζει με βεβαιότητα ότι θα επιβληθεί ένα πρόστιμο ή μια σύσταση, λ.χ. αν στραφεί εναντίον του διαχειριστή της πολυκατοικίας του ή εναντίον του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης. Η επιβολή κυρώσεων – χαδιών σε Υπουργεία έχει εδώ και καιρό αποκαλύψει ότι η Αρχή δεν μπορεί να επιβάλλει τις απόψεις της ως προς τις κάμερες, γεγονός που αποκαλύπτει ότι για τις πιο “πολιτικές” αποφάσεις της την λύση δεν δίνουν τα πρόστιμα αλλά η πειστικότητα των επιχειρημάτων. Ο πολίτης αντιλαμβάνεται ότι το να βγάζει το Δημόσιο από τη μία τσέπη του μερικές χιλιάδες ευρώ και να τα τοποθετεί στην άλλη τσέπη του, δεν μπορεί να σημαίνει πραγματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συνεπώς, η επιβολή προστίμων έχει νόημα όταν ασκείται σε βάρος ιδιωτικών επιχειρήσεων/φυσικών προσώπων και όταν η βαρύτητά τους είναι ικανή να αναγκάσει τις επιχειρήσεις να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους.
Αποτελεσματικότητα στην κυρωτική πολιτική επιβάλλει επίσης και τη δημοσίευση του follow-up των αποφάσεων: ποιες από αυτές εκτελέστηκαν, ποια ανταπόκριση υπήρξε και πόσες από αυτές κατέπεσαν ύστερα από απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Πηγή: "Αξιολόγηση αποτελεσματικότητας της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων κατά το έτος 2008"
Περισσότερες πληροφορίες: Data&Protection - Νομικές υπηρεσίες κοινωνίας της πληροφορίας
Ομάδα facebook εδώ.
H oυσιαστική προστασία που μπορεί να προσφέρει η Αρχή είναι στο προληπτικό επίπεδο, όχι δηλαδή κατόπιν καταγγελιών των ήδη παθόντων πολιτών. Γι' αυτό είναι εξοπλισμένη με αυτεπάγγελτες αρμοδιότητες επέμβασης, γεγονός που καθιστά την Αρχή πολύ πιο ευέλικτη θεσμικά, σε σχέση με την αστική και διοικητική Δικαιοσύνη. Η δυνατότητα αυτεπάγγελτης επέμβασης της Αρχής αφορά βέβαια και την καταστολή, δηλαδή την χωρίς καταγγελία επέμβαση “κατόπιν εορτής”. Η αυτεπάγγελτη επέμβαση αποτελεί ένα σημαντικό κριτήριο αποτελεσματικότητας της Αρχής, διότι αποδεικνύει ότι είναι παρούσα στις εξελίξεις, παρακολουθεί τα τεκταινόμενα της κοινωνικής ζωής και βρίσκεται δίπλα στον πολίτη, ακόμη κι όταν ο ίδιος δεν είναι σε θέση να ζητήσει τη βοήθειά της.
Οι αυτεπάγγελτες επεμβάσεις της Αρχής σχετίζονται ως επί το πλείστον με δύο κατηγορίες υποθέσεων: από τη μία πλευρά είναι οι περιπτώσεις των κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης και από την άλλη πλευρά είναι δημοσιεύσεις που αφορούν παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων σε μέσα ενημέρωσης.
Το 2008, η Αρχή επενέβη αυτεπαγγέλτως σε δύο υποθέσεις κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης, οι οποίες περιήλθαν εις γνώση της μέσω δημοσιεύματος στην μία περίπτωση και από την γνωστοποίηση που υπέβαλε ο υπεύθυνος επεξεργασίας στην άλλη περίπτωση (αποφάσεις 27,49/2008).
Από δημοσίευμα ενημερώθηκε η Αρχή σχετικά με διαβίβαση προσωπικών δεδομένων εργαζομένων σε επιχείρηση στην Ελλάδα προς τα κεντρικά της στην Μ.Βρετανία, γεγονός που οδήγησε στην αυτεπάγγελτη επέμβασή της και τελικά στην επιβολή προστίμου (απόφαση 14/2008).
Αυτεπαγγέλτως επελήφθη η Αρχή επίσης στις υποθέσεις της δημοσιοποίησης φωτογραφιών από dvd που περιείχε πληροφορίες σχετικές με την ερωτική ζωή πρώην γενικου γραμματέα υπουργείου (αποφάσεις 17 και 18/2008).
Ωστόσο, σε όλες τις δημοσιευμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες επενέβη αυτεπαγγέλτως η Αρχή ελλείπει το στοιχείο της προληπτικής προστασίας: και οι πέντε αποφάσεις εκδόθηκαν “κατόπιν εορτής”, στο πλαίσιο της κατασταλτικής πολιτικής. Εντός του 2008 δεν εκδόθηκε ούτε μία εγκύκλιος οδηγία για την εφαρμογή της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων σε κάποιον ειδικότερο τομέα (λ.χ. στον τομέα της πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα, στον τηλεπικοινωνιακό τομέα, στον τομέα των ιατρικών αρχείων κλπ). Γενικώς, η Αρχή έχει να εκδώσει εγκύκλιο οδηγία από το έτος 2005, κατά το οποίο εκδόθηκε η -ελάσσονος σημασίας- Οδηγία για την ορθή καταστροφή των προσωπικών δεδομένων.
Οι δημοσιευμένες αυτεπάγγελτες επεμβάσεις της Αρχής κατά το έτος 2008 ήταν μάλλον ασήμαντες ως προς την ολοένα αυξανόμενη ανάγκη για προστασία του πολίτη από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Η Αρχή μάλλον “περιμένει” από τους πολίτες να φέρουν τις υποθέσεις τους (για να ανταποκριθεί και σε αυτές τις περιπτώσεις με μεγάλη καθυστέρηση), συμπεριφερόμενη περίπου σαν δικαστήριο. Δεν είναι αυτός όμως ο ρόλος της, καθόσον η εκ των υστέρων προστασία μπορεί να καλυφθεί και από τη Δικαιοσύνη (η οποία εξάλλου μπορεί να επιδικάσει και αποζημιώσεις, σε αντίθεση με την Αρχή).
Η παράλειψη της ενασχόλησης με την κατάρτιση και έκδοση οδηγιών και γενικότερα τις προληπτικές επεμβάσεις, μειώνει την αποτελεσματικότητα της Αρχής. Η Αρχή αποτελεί θεσμό διασφάλισης της προστασίας και όχι διαπίστωσης της παράβασης, στον οποίο κινδυνεύει να υποβαθμιστεί.
Πηγή: "Αξιολόγηση αποτελεσματικότητας της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων κατά το έτος 2008"
Περισσότερες πληροφορίες: Data&Protection - Νομικές υπηρεσίες κοινωνίας της πληροφορίας
Ομάδα facebook εδώ.
Ως ανεξάρτητο και ειδικό όργανο, η Αρχή διαθέτει την ευχέρεια της υποβολής της εκάστοτε νομοθεσίας σε έλεγχο συνταγματικότητας. Λόγω της σχέσης της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων με το κοινοτικό και το ευρύτερο ευρωπαϊκό δίκαιο, η Αρχή οφείλει επίσης να ερμηνεύει και να εφαρμόζει τις ημεδαπές διατάξεις σύμφωνα με αυτά τα κανονιστικά σύνολα. Η αποτελεσματική προσφυγή ενώπιον εθνικής αρχής (άρθρο 13 ΕΣΔΑ) προϋποθέτει ότι, ως προς τις αρμοδιότητές της, η Αρχή οφείλει να επισημαίνει την αντίθεση της νομοθεσίας σε ανθρώπινο δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Με την απόφαση 54/2008, η Αρχή έλαβε υπόψη την προστασία της έρευνας και της επιστήμης (άρθρο 16 Συντάγματος) προκειμένου να επιτρέψει σε υποψ. διδάκτορα να διεξάγει έρευνα σε αρχείο νοσοκομείου.
Η Αρχή λαμβάνει υπόψη την νομολογία της Κεντρικής Αρχής Ελέγχου του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν περί αναγκαιότητας ειδικής αιτιολόγησης σε περίπτωση που μια εγγραφή παραμείνει στο αρχείο μετά την παρέλευση τριετίας (55/2008, 58/2008, 59/2008).
Με την απόφαση 48/2008 κρίθηκε ότι ο κοινοβουλευτικός έλεγχος αποτελεί μη αναθεωρήσιμο στοιχείο του πολιτεύματος (άρθρο 110 του Συντάγματος) και γι' αυτό πρέπει να σταθμίζεται με το συνταγματικό δικαίωμα προστασίας δεδομένων (άρθρο 9Α Συντάγματος) όταν ζητούνται στο πλαίσιό του προσωπικά δεδομένα. Αυτό βέβαια δεν επιτρέπει την αντιφατικότητα προς την απόφαση 408/1998, ώστε να επιτρέπει η Αρχή την ενημέρωση δια του τύπου για λιγότερα από 1.000 υποκείμενα δεδομένων (βλ. επ' αυτού προηγούμενο τίτλο Β.).
Σημαντική συνταγματική παραδοχή περιλαμβάνεται στην απόφαση 45/2008, κατά την οποία ο πληροφοριακός αυτοπροσδιορισμός επιτρέπει σε ομογενή να αναγράφεται το όνομά του σε φορολογικό έγγραφο στα ελληνικά και όχι στα λατινικά, παρά την περί αντιθέτου διάταξη μιας εγκυκλίου του 2005.
Σύμφωνα με την απόφαση 24/2008 κρίθηκε επίσης ότι αντίκειται στον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό η αναγραφή ότι ο κάτοχός αστυνομικής ταυτότητας είναι συνταξιούχος.
Με τις αποφάσεις 17 και 18/2008 επιβεβαιώθηκε παλαιότερη κρίση αντισυνταγματικότητας του άρθρου 7 παρ. 2 ν.2472 περί απαιτούμενης λήψης άδειας για την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων δημοσίων προσώπων από τα μέσα ενημέρωσης, επειδή κρίθηκε ότι είναι “προληπτικό μέτρο”, άρα απαγορευμένο κατ' άρθρο 14 του Συντάγματος.
Στην απόφαση 4/2008, η Αρχή έκρινε υπέρ της ιδιωτικότητας ενός ανήλικου, με επίκληση της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού.
Στην απόφαση 5/2008, όμως, η Αρχή δεν ανέφερε καθόλου ότι ο ΔΣΑ, κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, είχε υποχρέωση να διαθέτει τα στοιχεία των μελών του για περαιτέρω εμπορική χρήση, δυνάμει της κοινοτικής Οδηγίας 2003/98 (και του Ν.3448/2006) για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα, με αποτέλεσμα να επιβάλλει πρόστιμο 5.000 ευρώ επειδή “δεν ζήτησε τη συγκατάθεση” των μελών του (και δεν τα είχε ενημερώσει). Σε αυτήν την περίπτωση, η Αρχή δεν εφάρμοσε το ισχύον ευρωπαϊκό δίκαιο, με αποτέλεσμα την έκδοση μιας απαράδεκτης απόφασης που βρίσκεται σε αντίφαση προς την απόφαση 26/2004 (βλ. τίτλο Β.)
Η Αρχή ασκεί τον προσήκοντα έλεγχο συνταγματικότητας και ακολουθεί, σε γενικές γραμμές, το κοινοτικό κι ευρωπαϊκό δίκαιο. Αυτό συμβαίνει όμως περιπτωσιακά και στο μέτρο που προκύπτει μια συγκεκριμένη διαφορά. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 19 του Ν.2472/1997, η Αρχή πρέπει να γνωμοδοτεί για κάθε ρύθμιση που έχει σχέση με την προστασία προσωπικών δεδομένων. Αυτή η γνωμοδοτική της αρμοδιότητα δεν έχει γνωρίσει όμως την επιβαλλόμενη δημοσιότητα, ώστε να ασκηθεί περισσότερη πίεση προς τους νομοθετούντες για σεβασμό του συνταγματικού κι ευρωπαϊκού δικαίου, αλλά και να κριθεί η Αρχή για την επάρκεια του ελέγχου. Ενώ δηλαδή ως προς τις ατομικές υποθέσεις, η Αρχή μπορεί να κριθεί οριακά αποτελεσματική, είναι άγνωστη η συμβολή της στην νομοπαραγωγική διαδικασία, τουλάχιστον ως προς το έτος 2008.
Πηγή: "Αξιολόγηση αποτελεσματικότητας της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων κατά το έτος 2008"
Περισσότερες πληροφορίες: Data&Protection - Νομικές υπηρεσίες κοινωνίας της πληροφορίας
Ομάδα facebook εδώ.
Με απόφαση 813/2026 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας συντελέσθηκε η νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου για ένα άτομο που εκπροσωπώ ως π...