Δευτέρα, Απριλίου 30, 2012

Η άδεια της Αρχής ως προϋπόθεση δημοσιοποίησης δεδομένων υγείας

Σχετικά με τη γνωστή υπόθεση της ανακοίνωσης φωτογραφιών και ονόματος εκδιδόμενου προσώπου σε συνδυασμό με την δημοσιοποίηση της άσκησης ποινικής δίωξης, αλλά και του μεταδιδόμενου νοσήματος κι εθνικής καταγωγής, έχω κάποιες πρόσθετες σκέψεις για τη νομική βάση. 

Σύμφωνα με το άρθρο 2 (β) Ν.2472/1997 ο εισαγγελέας έχει την αρμοδιότητα, με διάταξή του, να επιτρέπει την δημοσιοποίηση στοιχείων που αφορούν "ειδικά" την ποινική δίωξη ή καταδίκη του ατόμου. Η δημοσιοποίηση αυτή, όπως λέει ο νόμος, αποσκοπεί στην προστασία του κοινωνικού συνόλου και στην ευχερέστερη αξίωση της Πολιτείας για τον κολασμό των αδικημάτων για τα οποία διώκεται το πρόσωπο. Αυτή η διάταξη αφορά όμως μόνο τα δεδομένα που αφορούν την ποινική δίωξη. Το λέει ρητώς ο νόμος ("ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες δύναται να επιτραπεί η δημιοσιοποίηση..."). 

Τα δεδομένα που αφορούν την υγεία του ατόμου, δηλαδή το αν πάσχει ή όχι από κάποιο νόσημα και, αν ναι, από ποιο, είναι μια άλλη κατηγορία ευαίσθητων δεδομένων, διακριτή από την κατηγορία "ποινικές διώξεις ή καταδίκες". Για αυτή την κατηγορία ευαίσθητων δεδομένων, ισχύει ο γενικός κανόνας του άρθρο 7 του Ν.2472/1997: "απαγορεύεται η συλλογή κι επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων". Στην "επεξεργασία" εμπίπτει και η "διάδοση προσωπικών δεδομένων", κατά το άρθρο 2(δ). Οι εξαιρέσεις που προβλέπονται από αυτή την απαγόρευση είναι όσες αναφέρονται στην δεύτερη παράγραφο του άρθρου 7. Εκεί αναφέρεται ότι, κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται η συλλογή κι επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, ύστερα από άδεια της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, "εφόσον η επεξεργασία αυτή είναι απαραίτητη για την ιατρική πρόληψη, διάγνωση, περίθαλψη ή τη διαχείριση υπηρεσιών υγείας". Επομένως, το αρμόδιο κρατικό όργανο για την ανακοίνωση δεδομένων υγείας, είναι η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, η οποία θα δώσει την άδειά της μόνον εφόσον κρίνει ότι όντως αυτή η δημοσιοποίηση είναι "απαραίτητη" ενόψει των παραπάνω σκοπών. 

Επίσης τα δεδομένα που αφορούν την εθνική καταγωγή του ατόμου αποτελούν χωριστή κατηγορία ευαίσθητων δεδομένων. Η δημοσιοποίησή τους και σε αυτή την περίπτωση είναι απαγορευμένη, εκτός εάν υπάρχει άδεια της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, για κάποιον από τους λόγους που επιτρέπεται η επεξεργασία αυτών των στοιχείων κατά το άρθρο 7 παρ. 2 Ν.2472/1997

Στην ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας βλέπουμε αναφορά μόνο σε ύπαρξη εισαγγελικής διάταξης, ενώ η εισαγγελική διάταξη αφορά μόνο τα στοιχεία της ποινικής δίωξης. Για τα δεδομένα υγείας και εθνικής καταγωγής της συλληφθείσας θα έπρεπε να έχει τοποθετηθεί η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, κρίνοντας το κατά πόσον θα ήταν σκόπιμη η δημοσιοποίηση κι αυτών των πρόσθετων στοιχείων, ενόψει του σκοπού που είναι η προστασία του κοινωνικού συνόλου. 

Η τυχόν παράκαμψη της ανεξάρτητης αρχής δημιουργεί ερωτηματικά για την νομιμότητα και συνταγματικότητα αυτής της δημοσιοποίησης, καθώς η Αρχή είναι το μόνο ανεξάρτητο όργανο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τη νομοθεσία και το άρθρο 9Α του Συντάγματος για την διασφάλιση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, χωρίς να μπορεί να υποκατασταθεί σε αυτές τις αρμοδιότητές της από την εισαγγελική αρχή, τουλάχιστον για τα προσωπικά δεδομένα που δεν αφορούν ποινικές διώξεις ή καταδίκες. 

Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν ανακοίνωση της Αστυνομίας, είχε εκδοθεί ανακοίνωση του ΚΕΕΛΠΝΟ που γνωστοποιούσε μόνο την διεύθυνση του οίκου ανοχής, χωρίς να προχωρήσει σε δημοσιοποίηση φωτογραφιών, ονομάτων, εθνικότητας και όλων αυτών των στοιχείων. Αυτή η ήπια μορφή ανακοίνωσης εκ μέρους του  ΚΕΕΛΠΝΟ διασφάλιζε τη νόμιμη ισορροπία μεταξύ αφενός της προστασίας της δημόσιας υγείας κι αφετέρου των δικαιωμάτων σεβασμού των προσωπικών δεδομένων του προσώπου. Αυτή ακριβώς η ανακοίνωση είναι η απόδειξη ότι υπήρχε ηπιότερος τρόπος να εξυπηρετηθεί το δημόσιο συμφέρον, ενόψει και της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλει να επιλέγεται κάθε φορά το ηπιότερο μέτρο, εφόσον υπάρχει δυνατότητα επιλογής. Η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων έχει αποδείξει πολλές φορές στην πλούσια νομολογία της ότι σέβεται κι εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας, η οποία κατοχυρώνεται και στο Σύνταγμα. Θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο και διδακτικό για αυτή την υπόθεση, να παρέμβει έστω και τώρα, υπενθυμίζοντας τον θεσμικό της ρόλο απέναντι στην κεντρική διοίκηση, αλλά και στην εισαγγελία.





Κυριακή, Απριλίου 29, 2012

Δημόσια διαπόμπευση και δημόσια υγεία

Το Ελληνικό Δημόσιο καταδικάστηκε προ ετών να καταβάλει αποζημίωση για την δημοσιοποίηση ονομάτων συλληφθέντων, στους οποίους είχαν αποδοθεί διάφορες ανυπόστατες κατηγορίες επειδή βρίσκονταν σε dark room. Τα ονόματά τους δημοσιεύθηκαν σε όλες τις εφημερίδες,ενώ ένας από αυτούς αυτοκτόνησε από την ντροπή του. H δημοσιοποίηση είχε γίνει με δελτίο τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας. Οι κατηγορίες κατέπεσαν στο δικαστήριο, οι επιζήσαντες διεκδίκησαν αποζημιώσεις από το Δημόσιο, τις οποίες τελικά πληρώσαμε όλοι μας, από τους φόρους που καταβάλουμε (βλ. εδώ την απόφαση του διοικητικού εφετείου). 

Σήμερα η Αστυνομία έδωσε στη δημοσιότητα τέσσερις φωτογραφίες και το πλήρες όνομα, ημερομηνία γέννησης και εθνικότητα μιας γυναίκας που εκδιδόταν σε συγκεκριμένα  αναφερόμενη διεύθυνση στην Αθήνα. Η συγκεκριμένη γυναίκα έτυχε να είναι οροθετική. Η συλληφθείσα παραπέμφθηκε μετά την άσκηση ποινικής δίωξης στον ανακριτή για κατηγορίες σε βαθμό κακουργήματος που συνδέονται όλες με την ενάσκηση του επαγγέλματός της. Ενός επαγγέλματος,  η άσκηση του οποίου είναι ελεύθερη σύμφωνα με την πρόσφατη νομοθεσία για την απελευθέρωση των επαγγελμάτων, αλλά το θεσμικό πλαίσιο που το διέπει είναι από το 1999.

Τι άλλαξε από τότε που το Δημόσιο καταδικάστηκε για το δελτίο τύπου μέχρι σήμερα που η αστυνομία δημοσιοποιεί φωτογραφίες προσώπου για την κατάσταση της υγείας μιας συλληφθείσας; Το 2007, ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης κ. Σωτήρης Χατζηγάκης αποφάσισε να "βγάλει τις μάσκες", όπως είπε, από τους εγκληματίες και πέρασε μια νομοθετική διάταξη, σύμφωνα με την οποία ο εισαγγελέας έχει τη δυνατότητα να δημοσιοποιεί στοιχεία κατηγορουμένων, με το εξής σκεπτικό που αποτελεί νομοθετικό κείμενο:  "Η δημοσιοποίηση αυτή αποσκοπεί στην προστασία του κοινωνικού συνόλου, των ανηλίκων, των ευάλωτων ή ανίσχυρων πληθυσμιακών ομάδων και προς ευχερέστερη πραγμάτωση της αξίωσης της Πολιτείας για τον κολασμό των παραπάνω αδικημάτων (N.3625/2007). Έτσι "βγάζουν τις μάσκες" οι πολιτικοί που αποφασίζουν περιστασιακά να ασχοληθούν με την αντεγκληματική πολιτική: πετσοκόβοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων μας. (βλ. E-Lawyer: ούτε με διάταξη εισαγγελέα επιτρέπεται ανακοίνωση ονομάτων φερομένων δραστών). 

Η αστυνομία είναι εξοπλισμένη με την εν λόγω εισαγγελική διάταξη αλλά, αφού η γυναίκα συνελήφθη, δηλαδή βρέθηκε στα χέρια της Πολιτείας η οποία απέκτησε πλήρη δυνατότητα προστασίας του κοινωνικού συνόλου από αυτήν, δεν υπάρχει καμία πλέον η "αξίωση της Πολιτείας"  που καθιστά απαραίτητη και τη δημοσιοποίηση όλων των στοιχείων της. Ποιοι είναι οι "ανήλικοι", οι "ευάλωτες ή ανίσχυρες πληθυσμιακές ομάδες" που καλείται να προστατεύσει η ίδια η δημοσίευση στοιχείων που καλύπτονται από το ιατρικό απόρρητο αυτή της γυναίκας;

Δεν είναι τυχαίο ότι η δημοσιοποίηση συνοδεύεται και από την παρότρυνση σε οποιοδήποτε επιθυμεί να εξεταστεί για HIV/AIDS, δίνονται τα στοιχεία του ΚΕΕΛΠΝΟ κλπ. Δηλαδή η Ελληνική Δημοκρατία αναγνωρίζει ως αυτονόητο ότι κάποιοι πελάτες της εκδιδόμενης μπορεί και να μην τηρησαν τους στοιχειώδεις όρους προστασίας κι επιλέγει να θυσιάσει το ιατρικό απόρρητο και τα προσωπικά δεδομένα μια κατηγορούμενης, διαπομπεύοντάς την με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο και καταρρακώνοντας κάθε έννοια ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Για μένα είναι ξεκάθαρο ότι τα μέσα που χρησιμοποιεί εδώ η Ελληνική Δημοκρατία δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με την συγκεκριμένη κατηγορούμενη και την υπόθεσή της: αφότου συνελήφθη, η Πολιτεία εξασφάλισε τον μέγιστο βαθμό  προστασίας του κοινωνικού συνόλου από την κατηγορούμενη. Η δημοσιοποίηση περιττών πληροφοριών και η διαπόμπευση της λειτουργεί για λόγους παραδειγματισμού: χρησιμοποιείται δηλαδή ως μια πρωτόγονη μορφή κύρωσης για να τρομοκρατηθεί το κοινωνικό σύνολο από την επικοινωνιακή δύναμη του κράτους. Έτσι όμως, το κράτος δεν συμπεριφέρεται πια στον κατηγορούμενο ως άνθρωπο αλλά ως αντικείμενο. 

O κατηγορούμενος πρέπει να δικάζεται από δικαστήριο και αν κριθεί ένοχος να του επιβάλλεται μόνο η ποινή που προβλέπεται από το νόμο. Κάθε άλλη διαπόμπευση, κακοποίηση, παρενόχληση και ταλαιπωρία του κατηγορούμενου δεν έχει καμία σχέση με τη δικαιοσύνη και το δίκαιο. 


Τρίτη, Απριλίου 24, 2012

Αντίθετος στην ACTA ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων


Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων κ. Peter Hustinx, η ανεξάρτητη αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, εξέδωσε σήμερα την γνωμοδότησή του επί της πρότασης για μια Απόφαση του Συμβουλίου της Ε.Ε. περί προσχώρησης στην Σύμβαση Κατά της Aπομίμησης, δηλ. στην ACTA. Η γνωμοδότηση αναφέρει ότι τα μέτρα που προκρίνονται για την προστασία των δικαιωμάτων της πνευματικής ιδιοκτησίας στο Διαδίκτυο μπορεί να έχουν απαράδεκτες επιπτώσεις στα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών, εάν δεν εφαρμοστούν με τον σωστό τρόπο. Υπογραμμίζει ότι πολλά από τα μέτρα που ενδυναμώνουν την επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας on line μπορεί να περιλαμβάνουν μια εκτεταμένη παρακολούθηση της συμπεριφοράς των χρηστών και των ηλεκτρονικών επικοινωνιών τους. Τα μέτρα αυτά μπορεί να είναι εξαιρετικά παρεμβατικά στην ιδιωτική σφαίρα των ατόμων και θα πρέπει να ακολουθούνται μόνον εάν είναι απαραίτητα και αναλογικά ενόψει του σκοπού της επιβολής των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. 

Ο Giovanni Butarelli, ο αναπληρωτής EEΠΔ δηλώνει: "Ενώ χρειάζεται περισσότερη διεθνής συνεργασία για την επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, τα προτεινόμενα μέτρα δεν πρέπει να έχουν επιπτώσεις στα θεμελιώδη δικαιώματα των ατόμων. Χρειάζεται μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων κατά των παραβιάσεων πνευματικής ιδιοκτησίας και του σεβασμού των δικαιωμάτων της ιδιωτικότητας και της προστασίας προσωπικών δεδομένων. Φαίνεται ότι η ACTA δεν είναι πλήρως επιτυχής ως προς αυτό."

Στη γνωμοδότησή του ο ΕΕΠΔ υπογραμμίζει ιδίως ότι:

- μέτρα που επιτρέπουν την αδιάκριτη ή ευρεία παρακολούθηση της συμπεριφοράς των χρησ΄των του Διαδικτύου και/ή των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σε σχέση με την τυχαία, χαμηλής έκτασης μη κερδοσκοπικής παραβίασης μπορεί να παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας και το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τα άρθρ 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Ελευθεριών και την Οδηγία για την προστασία προσωπικών δεδομένων.

- πολλά από τα μέτρα προαιρετικής συνεργασίας επιβολής μπορεί να περιλαμβάνουν επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από τους Παρόχους Σύνδεσης στο Διαδίκτυο που υπερβαίνει το επιτρεπτό κατά το δίκαιο της Ε.Ε.

- η ACTA δεν περιέχει επαρκείς περιορισμούς και εγγυήσεις, όπως αποτελεσματική δικαστική προστασία, διαδικαστικές εγγυήσεις, την αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας και το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα και η προστασία προσωπικών δεδομένων.

Δελτίο τύπου του ΕΕΠΔ εδώ.
Η πλήρης γνωμοδότηση του ΕΕΠΔ εδώ.

Σάββατο, Απριλίου 14, 2012

Δικαιώματα προστασίας από πολιτικό spam

Κατά την προεκλογική περίοδο ακολουθείται η πρακτική της μαζικής αποστολής προεκλογικών sms ή και e-mail. Ορισμένες φορές αυτό γίνεται με εξαιρετικά ενοχλητικό τρόπο, ιδίως όταν ο αποδέκτης των μηνυμάτων δεν έχει δώσει τη συγκατάθεσή του και απορεί από που βρέθηκαν τα στοιχεία του στο αρχείο του κάθε υποψηφίου. Εξίσου ενοχλητικό όμως είναι και το συμβατικό ταχυδρομείο από υποψήφιους, το οποίο σε περιπτώσεις που αποστέλλεται σε κατοίκους πολυκατοικιών ή και συνοικούντων ψηφοφόρων ενδέχεται να προκαλέσει αποκάλυψη πολιτικών πεποιθήσεών τους, είτε αυτές είναι ακριβείς, είτε είναι ανακριβείς (σύγχυση). 

Τα δικαιώματα που έχει κάθε δέκτης τέτοιων μηνυμάτων που  δεν έχει δώσει τη συγκατάθεσή τους για την προεκλογική χρήση των προσωπικών του δεδομένων, δηλαδή του αριθμού του τηλεφώνου, του e-mail ή της διεύθυνσης κατοικίας του (αυτά είναι τα προσωπικά δεδομένα) προβλέπονται από το σχετικό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο έχει κωδικοποιηθεί με την Οδηγία 1/2010 της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (βλ. εδώ). 

Χωρίς τη  συγκατάθεση χρήση στοιχείων επιτρέπεται μόνο για το συμβατικό ταχυδρομείο, εάν το πρόσωπο δεν έχει καταχωρηθεί στο σχετικό μητρώο μη επιθυμούντων, ενώ για τις on-line εφαρμογές χωρίς συγκατάθεση χρήση στοιχείων επιτρέπεται μόνο εάν αυτά έχουν αντληθεί από προηγούμενη παρόμοια επικοινωνία του χρήστη με τον πολιτικό ή το κόμμα ή αν γίνονται με ανθρώπινη παρέμβαση.


Δικαιώματα:

α) Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει ποιος επεξεργάζεται τα προσωπικά δεδομένα που τον αφορούν,  την προέλευσή τους, την τυχόν κοινοποίησή τους σε τρίτους. Αυτό το δικαίωμα ασκείται με γραπτή αίτηση του ατόμου προς τον αποστολέα του μηνύματος. Εάν σε 15 ημέρες ο αποστολέας δεν απαντήσει, τότε το άτομο έχει δικαίωμα προσφυγής στην Αρχή Προστασίας Προσωπκών Δεδομένων (άρθρο 12 Ν.2472/1997), η οποία μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις (προειδοποίηση, πρόστιμο, ανάκληση άδειας επεξεργασίας δεδομένων). 

β) Καθένας έχει δικαίωμα να ζητήσει να παύσει η χρήση των στοιχείων του, με γραπτή αίτηση προς τον αποστολέα. Εάν ο αποστολέας δεν απαντήσει εντός 15 ημερών ή η απάντησή του δεν είναι ικανοποιητική, το άτομο μπορεί να προσφύγει στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (άρθρο 14 Ν.2472/1997), η οποία μπορεί να επιβάλλει τα νόμιμα.

γ) Ανεξάρτητα από τις δύο παραπάνω δυνατότητες, εάν η αποστολή των μηνυμάτων έχει προκαλέσει ηθική βλάβη στο άτομο (διατάραξη της ηρεμίας του, διάδοση στοιχείων σε συνοικούντες κλπ) μπορεί κατευθείαν να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ο νόμος προβλέπει ως minimum αποζημίωση 10.000 ευρώ για την περίπτωση των on-line μηνυμάτων και 6.000 ευρώ για την περίπτωση του συμβατικού ταχυδρομείου. Η αξίωση μπορεί να προβληθεί με αποστολή εξωδίκου ή και με αγωγή αποζημίωσης στα πολιτικά δικαστήρια του τόπου κατοικίας του αποστολέα. 

Βλ. περισσότερα:
Προϋποθέσεις νόμιμης χρήσης προσωπικών δεδομένων για αποστολή προεκλογικού υλικού
10.000 ευρώ για αποστολή sms υποψηφίων χωρίς συγκατάθεση
4 Ευρωπαϊκές Αρχές Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων για το πολιτικό spam



Πέμπτη, Απριλίου 12, 2012

Oι προεκλογικές απαγορεύσεις δεν αφορούν το Διαδίκτυο

Η εκλογική νομοθεσία προβλέπει εξαιρετικά περιορισμένες εμφανίσεις στην ραδιοτηλεόραση για υποψήφιους και πολιτικά κόμματα: μόνο μία εμφάνιση σε σταθμό εθνικής εμβέλειας και δύο εμφανίσεις σε σταθμό τοπικής εμβέλειας, ελάχιστα λεπτά για τα μικρά κόμματα που θα ρυθμιστούν με σχετική υπουργική απόφαση, απαγόρευση αγοράς διαφημιστικού χρόνου, υποχρέωση των σταθμών για δωρεάν διάθεση χρόνου.

Ένα ερώτημα που τίθεται συχνά είναι κατά πόσον αυτοί οι περιορισμοί αφορούν και το διαδίκτυο, κυρίως την διαδικτυακή τηλεόραση (web tv) και το διαδικτυακό ραδιόφωνο (web radio). O νόμος δεν διακρίνει, μιλάει γενικώς για τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς εθνικής ή τοπικής εμβέλειας, οπότε από τη σιωπή του νόμου θα μπορούσαν οι περιορισμοί να αφορούν και το Διαδίκτυο. Θεωρώ όμως ότι αυτή δεν είναι η ορθή απάντηση.

Η αναζήτηση της απάντησης πρέπει να ξεκινήσει από τις ιστορικές συνθήκες θέσπισης των περιορισμών, αλλά και από τον σκοπό του νομοθέτη. Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι περιορισμοί δεν επιβάλλονται στα έντυπα μέσα ενημέρωσης, δηλαδή στις εφημερίδες και τα περιοδικά (υπάρχουν κάποιοι περιορισμοί για τοποθέτηση πανό, αφισοκόλληση κλπ, αλλά αυτά αφορούν την κομματική επικοινωνία κι όχι μέσα ενημέρωσης). Ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης δεν επέβαλε αντίστοιχες απαγορεύσεις στα έντυπα μέσα ενημέρωσης σχετίζεται με την διαφορετική συνταγματική μεταχείριση που επιφυλάσσεται ακόμη στα έντυπα σε σχέση με την ραδιοτηλεόραση. Τα έντυπα καλύπτονται από την ελευθερία του Τύπου, ενώ η ραδιοτηλεόραση υπάγεται στον "άμεσο έλεγχο του Κράτους", όπως αναφέρει το άρθρο 15 του Συντάγματος. Ο λόγος αυτής της διαφορετικής μεταχείρισης είναι τεχνικός και ιστορικός: η τηλεόραση και το ραδιόφωνο αξιοποιούν τις ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες, το φάσμα των οποίων είναι περιορισμένο κι όχι ανεξάντλητο. Για τον λόγο αυτό, οι ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες θεωρήθηκαν "σπάνιος φυσικός πόρος" τον οποίο διαχειρίζεται το κράτος κατά τρόπο αποκλειστικό, όπως και τον ορυκτό πλούτο. Αντίθετα, τα έντυπα μ.μ.ε. δεν βασίζονται σε σπάνιους φυσικούς πόρους, οπότε εκφεύγουν από την άμεση κρατική ρύθμιση και καλύπτονται από την ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου. 

Η διαδικτυακή τηλεόραση και το διαδικτυακό ραδιόφωνο δεν βασίζεται στις παραδοσιακές ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες που εμπίπτουν στον "άμεσο έλεγχο του Κράτους" για τις παραπάνω ιστορικές και τεχνικές αιτίες. Δεν λέω ότι οι διαδικτυακοί πόροι είναι ανεξάντλητοι, αλλά σίγουρα δεν μετριούνται στα δάχτυλα όπως περίπου οι τηλεοπτικές συχνότητες. Επομένως, δεν υπάρχει κανένας λόγος για την υπαγωγή των διαδικτυακών μέσων ενημέρωσης στους περιορισμούς του άρθρου 15 του Συντάγματος και τον "άμεσο έλεγχο του Κράτους". Αντίθετα, για αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει ένα νέο συνταγματικό δικαίωμα, στο άρθρο 5Α παρ. 2, το οποίο αναφέρει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην κοινωνία της πληροφορίας και ότι το Κράτος οφείλει να διευκολύνει την πρόσβαση στις πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά καθώς και της παραγωγής, ανταλλαγής και διάδοσης τους. Έτσι λοιπόν υπάρχει σαφής διάκριση στο ίδιο το Σύνταγμα ανάμεσα στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα που βασίζονται σε κρατικές συχνότητες και γι΄ αυτό υπάγονται στο άρθρο 15 ("άμεσος έλεγχος του Κράτους") και στα μέσα παραγωγής, ανταλλαγής και διάδοσης πληροφοριών που διακινούνται ηλεκτρονικά στην κοινωνία της πληροφορίας και γι' αυτό υπάγονται στο άρθρο 5Α ("υποχρέωση διευκόλυνσης του Κράτους"). 

Το πρόβλημα του κατά πόσον η εκλογική νομοθεσία με τις αυστηρές απαγορεύσεις της εφαρμόζεται και στα διαδικτυακά μέσα αντιμετώπισε για πρώτη φορά η επιστημονική υπηρεσία της Βουλής, στις προηγούμενες εθνικές εκλογές, όταν εκλήθη να αξιολογήσει το νομοσχέδιο για την απαγόρευση δημοσίευσης δημοσκοπήσεων 15 ημέρες πριν την ημέρα των εκλογών. Σημειωτέον ότι αυτή η απαγόρευση δεν αφορά μόνο στη ραδιοτηλεόραση, αλλά και στις εφημερίδες και τα έντυπα. Είναι δηλαδή απόλυτη, ανεξάρτητα από τη φύση του μέσου, γι' αυτό και πιο προβληματική συνταγματικά. Tότε λοιπόν, η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής εντόπισε το ζήτημα του εάν η απαγόρευση αφορά και τα διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης κι επικοινωνίας: " Εν προκειμένω, θα ήταν, ενδεχομένως, σκόπιμο να διευκρινισθεί σε ποιο καθεστώς θα υπάγονται οι εν λόγω δημοσκοπήσεις στην περίπτωση που δεν δημοσιοποιηθούν στον έντυπο ή ηλεκτρονικό τύπο αλλά επί παραδείγματι, στις ιστοσελίδες των φορέων ή των επιχειρήσεων που τις διενεργούν, ή στις ιστοσελίδες των πολιτικών κομμάτων ή υποψηφίων ή ακόμη και σε προσωπικές ιστοσελίδες ή σε "blogs"Είναι σαφές ότι η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής εντόπισε ένα κενό δικαίου: ότι ως προς αυτά τα διαδικτυακά μέσα δεν ρυθμίζεται το θέμα. Παρ' όλο που ζήτησε από τον νομοθέτη να διευκρινιστεί το καθεστώς στο οποίο θα υπάγονται αυτά, ο νομοθέτης, σκόπιμα απέφυγε να ακολουθήσει αυτό το σκεπτικό, αφήνοντας αρρύθμιστο το θέμα. Επομένως, έχουμε ένα συνειδητό κενό δικαίου, αφού η Βουλή είχει δει την επισήμανση της επιστημονικής της υπηρεσίας, αλλά επέλεξε να μην διευκρινιστεί νομοθετικά το θέμα. Σε αυτήν την έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής αναφέρθηκε και η πρωτοποριακή απόφαση 4980/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά την οποία ο νόμος περί Τύπου και παραδοσιακών ΜΜΕ δεν εφαρμόζεται στα ιστολόγια. Παρ' όλ' αυτά, στις προηγούμενες εκλογές είχε δημοσιοποιηθεί η είδηση ότι η απαγόρευση δημοσίευσης των δημοσκοπήσεων οδήγησε σε άνοιγμα δικογραφίας για δύο ιστολόγια, χωρίς να είναι γνωστή η εξέλιξη αυτών των υποθέσεων. Ωστόσο, η απαγόρευση των δημοσκοπήσεων είναι ένα θέμα πιο ειδικό σε σχέση με τις λοιπές απαγορεύσεις που αφορούν αποκλειστικά την ραδιοτηλεόραση.

Συνεπώς, θεωρώ ότι τα πολιτικά κόμματα και οι υποψήφιοι δεν έχουν κανέναν απολύτως περιορισμό για τον αριθμό και την διάρκεια εμφανίσεώς τους από την διαδικτυακή τηλεόραση και το διαδικτυακό ραδιόφωνο, αφού επ' αυτών δεν ασκείται "άμεσος έλεγχος του Κράτους" και συνεπώς οι προεκλογικές απαγορεύσεις δεν αφορούν το web radio και το webtv.



Τετάρτη, Απριλίου 11, 2012

Η Σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες

Κυρώθηκε χθες με νόμο που ψηφίστηκε από την Βουλή η Σύμβαση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες (του 2007), καθώς και το Προαιρετικό Πρωτόκολλο, με τη διαδικασία του άρθρου 28 του Συντάγματος.

Η κύρωση περιλαμβάνει το σύνολο της Σύμβασης και του Πρωτοκόλλου στην αγγλική κι ελληνική γλώσσα (βλ. εδώ κι εδώ), η οποία πλέον κατισχύει κάθε τυχόν αντίθετης διάταξης νόμου.

Η Σύμβαση είναι ένα νομικά δεσμευτικό κείμενο διεθνούς δικαίου που περιέχει έναν πλήρη κατάλογο ανθρώπινων δικαιωμάτων, προσαρμοσμένο στο ειδικό θέμα που ρυθμίζει, περιλαμβάνοντας όμως πέραν των κλασικών ατομικών δικαιωμάτων και κοινωνικά δικαιώματα (υγεία, εκπαίδευση, εργασία, συμμετοχή στην πολιτιστική ζωή, την αναψυχή, τον ελεύθερο χρόνο και τον αθλητισμό).

Η Ελλάδα ωστόσο έχει επιφυλαχθεί ως προς τη μη εφαρμογή των άρθρων 1 έως 27 ως προς την εργασία και απασχόληση στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας, όσον αφορά την διαφορετική μεταχείριση λόγω αναπηρίας, σύμφωνα και με το σχετικό εθνικό και κοινοτικό δίκαιο (βλ. άρθρο 2 του κυρωτικού ψηφισθέντος νομοσχεδίου).

Το πιο ενδιαφέρον σε αυτή την εξέλιξη είναι η κύρωση του Πρωτοκόλλου, με την αναγνώριση δικαιώματος υποβολής ατομικής ή συλλογικής αναφοράς από θιγόμενο πρόσωπο ή ομάδα στην διεθνή Επιτροπή για τα Δικαιώματα Ανθρώπων με Αναπηρίες που λειτουργεί στο πλαίσιο του Ο.Η.Ε. Αυτό σημαίνει μια νέα πρακτική δυνατότητα για την αποτελεσματική άσκηση δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία. H Επιτροπή αποτελείται από 18 μέλη (δείτε ποια).

Σύμφωνα με το πρωτοκόλλο, για να υποβληθεί παραδεκτή αναφορά στην Επιτροπή, θα πρέπει να έχουν εξαντληθεί τα εσωτερικά ένδικα μέσα, δηλαδή στα Ελληνικά Δικαστήρια, εκτός εάν η χρήση των ενδίκων μέσων παρατείνεται αδικαιολόγητα ή δεν πιθανολογείται να προσφέρει αποτελεσματική επανόρθωση. Θα πρέπει επίσης το καταγγελλόμενο γεγονός που συνιστά παραβίαση της Σύμβασης να έχει παρουσιαστεί μετά την θέση της σε ισχύ ή να συνεχίζεται και μετά από αυτήν.

Τα κράτη μέλη της Σύμβασης οφείλουν να υποβάλλουν στην επιτροπή τακτικές εκθέσεις για την εφαρμογή των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες. Από τις 16 έως τις 20 Απριλίου η Επιτροπή στην 7η  συνεδρίασή της στην Γενεύη θα εξετάσει την τήρηση της Σύμβασης από την Αργεντινή, την Κίνα, την Ουγγαρία και το Περού.

Στις 20 Απριλίου 2010 η Επιτροπή δημοσίευσε ένα κείμενο κατευθύνσεων για τα παρατηρητήρια εφαρμογής της σύμβασης (βλ. εδώ)

Πρόκειται λοιπόν για την αναγνώριση αρμοδιότητας σε έναν μηχανισμό διεθνούς ελέγχου για το κατά πόσον η Ελλάδα τηρεί τις υποχρεώσεις της και προστατεύει τα δικαιώματα ανθρώπων με αναπηρίες. 

Τρίτη, Απριλίου 10, 2012

Άρνηση παροχής υπηρεσίας λόγω αναπηρίας του πελάτη

Διαβάζω την δημόσια καταγγελία ενός πολίτη με αναπηρία, που αναφέρει ότι δεν του επιτράπηκε η είσοδος σε υποκατάστημα τράπεζας, επειδή στο παρελθόν κάποιο άτομο με αμαξίδιο πυροβόλησε έναν υπάλληλο κι από τότε φέρεται ως "πολιτική" της τράπεζας να απαγορεύει την είσοδο σε πελάτες με αμαξίδια. Δεν γνωρίζουμε βέβαια την επίσημη θέση της συγκεκριμένης τράπεζας, αλλά με αφορμή εκείνη την καταγγελία, ας δούμε  τι συνεπάγεται νομικά η άρνηση παροχής υπηρεσίας διαθέσιμης στο κοινό σε κάποιον πολίτη λόγω της αναπηρίας του. 

Ο σχετικός νόμος είναι ο Ν.3304/2005 με τίτλο "Εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμου". 

Κατά το άρθρο 1 του Ν.3304/2005 σκοπός του είναι η μεταφορά στο εθνικό δίκαιο δύο κοινοτικών οδηγιών που περιορίζουν την εφαρμογή της εν λόγω αρχής της ίσης μεταχείρισης "στον τομέα της απασχόλησης και εργασίας". Ωστόσο, άλλες διατάξεις του Ν.3304/2005 επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής του και σε άλλους τομείς, πέραν δηλ. της απασχόλησης κι εργασίας. Κατά το άρθρο 2 απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση διάκριση για όλους τους λόγους που αναφέρονται στον τίτλο του νόμου, δηλ. και για την αναπηρία. Ως διάκριση "νοείται και η παρενόχληση ή κάθε άλλη προσβλητική ενέργεια που σχετίζεται με έναν από τους λόγους του άρθρου 1 και και έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας προσώπου και τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος." Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι "διάκριση νοείται επίσης οποιαδήποτε εντολή για την εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης σε βάρος προσώπου" για οποιονδήποτε από τους παραπάνω λόγους - ιδιότητές του. 

Το δεύτερο κεφάλαιο του νόμου αφορά αποκλειστικά την ίση μεταχείριση ανεξαρτήτως φυλετικής/εθνοτικής καταγωγής. Το τρίτο κεφάλαιο του νόμου αφορά την ίση μεταχείριση ανεξαρτήτως θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού, στον τομέα της απασχόλησης και εργασίας. 

Το τέταρτο κεφάλαιο έχει τίτλο "Προστασία" και περιέχει το άρθρο 16, το οποίο έχει τίτλο "Ποινικές κυρώσεις". Σύμφωνα με αυτό το άρθρο, όποιος παραβιάζει την κατά τον παρόντα νόμο απαγόρευση της διακριτικής μεταχείρισης για λόγους εθνοτικής ή φυλετικής καταγωγής ή θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού, κατά τη συναλλακτική διάθεση αγαθών ή προσφορά υπηρεσιών στο κοινό τιμωρείται με φυλάκιση έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή 1.000 έως 5.000 ευρώ

Συνεπώς ο νόμος απαγορεύει, και μάλιστα προβλέποντας ποινικές κυρώσεις, τον αποκλεισμό κάποιου από την συναλλακτική διάθεση αγαθών ή προσφορά υπηρεσίας λόγω της ίδιας της αναπηρίας του. 

Ενδιαφέρον έχει και το άρθρο 14 ("Βάρος απόδειξης") το οποίο θα αφορούσε μια αστική απαίτηση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εναντίον της οντότητας που τον απέκλεισε από την παροχή υπηρεσίας λόγω αναπηρίας του: όταν ο βλαπτόμενος προβάλλει ότι δεν τηρήθηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης και αποδεικνύει ενώπιον δικαστηρίου ή αρμόδιας διοικητικής αρχής πραγματικά γεγονότα από τα οποία μπορεί να συναχθεί άμεση ή έμμεση διάκριση, το αντίδικο μέρος φέρει το βάρος να αποδείξει στο δικαστήριο ή η διοικητική αρχή να θεμελιώσει ότι δεν συνέτρεξαν περιστάσεις που συνιστούν παραβίαση της αρχής αυτής. Αυτό σημαίνει ότι το θύμα καλείται απλώς να αποδείξει ότι όντως συνέβησαν τα περιστατικά που συνιστούν διάκριση, ενώ όλο το βάρος στη συνέχεια πέφτει στον δράστη, ο οποίος καλείται να αποδείξει για ποιο λόγο κατά τη γνώμη του δεν προχώρησε σε αθέμιτη διάκριση. Πρόκειται για αναστροφή του βάρους της απόδειξης, υπέρ του θύματος της διάκρισης, ακριβώς για να διευκολυνθεί όλη αυτή η κοινωνική κατηγορία στην δικαστική ή διοικητική διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους. Αυτή η αναστροφή δεν ισχύει βέβαια για την ποινική παράβαση, γιατί εκεί προέχει η αρχή in dubio pro reo. 

Συνεπώς, ο αποκλεισμός ατόμων για τις παραπάνω ιδιότητές τους, στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, από την πρόσβαση σε αγαθά ή υπηρεσίες δεν βρίσκεται στο πλαίσιο της συναλλακτικής ελευθερίας και της ευχέρειας του παρέχοντος αγαθά ή υπηρεσίες στο κοινό. Κι αυτό συμβαίνει γιατί το δίκαιο παρεμβαίνει υπέρ της διεύρυνσης της ελευθερίας των ατόμων που εξ ορισμού υφίστανται διακρίσεις, δηλαδή των πολιτών που ξεκινούν από χαμηλότερες αφετηρίες δυνατοτήτων, προκειμένου με αυτόν τον τρόπο να εξισορροπήσει της αδικίες που παρατηρούνται στην πράξη. 




Κυριακή, Απριλίου 08, 2012

H τηλεοπτική προβολή των κομμάτων στην προεκλογική περίοδο

Η ροή της πληροφορίας κατά το στάδιο της προεκλογικής περιόδου αποτελεί ένα ασφυκτικά  ρυθμισμένο πεδίο, στο οποίο o νόμος επιβάλλει αυστηρή οριοθέτηση του χρόνου που διατίθεται στα κόμματα, μέχρι τελευταίου δευτερολέπτου.  Η τηλεοπτική προβολή θεωρείται μέχρι σήμερα η σημαντικότερη παράμετρος για την πολιτική ύπαρξη ενός πολιτικού φορέα. Η παραδοχή αυτή έχει οδηγήσει σε υπερρύθμιση, κάθετες απαγορεύσεις και  συζητήσιμες συνταγματικά λύσεις. 

Ας δούμε τι λέει η πρόσφατη κωδικοποίηση της εκλογικής νομοθεσίας για το θέμα αυτό (π.δ. 26/2012).

- Σύμφωνα με το άρθρο 45, οι ρ/τ σταθμοί είναι υποχρεωμένοι για δωρεάν και απαλλαγμένη από κάθε τέλος μετάδοση προεκλογικών μηνυμάτων, ανάλογα με το χρόνο που θα κατανείμει στα κόμματα απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και του Υπουργού που είναι αρμόδιος για τα ΜΜΕ, ύστερα από απλή γνώμη του Ε.Σ.Ρ. και της Διακομματικής Επιτροπής εκλογών. Σύμφωνα με την ίδια διάταξη, ο χρόνος κατανέμεται στα κόμματα με βάση την αρχή της αναλογικής ισότητας και την εξασφάλιση της μετάδοσης των θέσεων και του προγράμματός τους. Κανένα μήνυμα δεν επιτρέπεται να μεταδίδεται την προηγούμενη, καθώς και την ημέρα διεξαγωγής των εκλογών. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης συμμετέχουν με δικαίωμα ψήφου και εκπρόσωποι των κομμάτων ή συνασπισμού κομμάτων, τα οποία έχουν πλήρεις συνδυασμούς υποψηφίων στα τρία τέταρτα (3/4) των εκλογικών περιφερειών της χώρας.

- Κατά το άρθρο 46 εισάγεται απόλυτη απαγόρευση στα πολιτικά κόμματα για μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων μέσω ρ/τ σταθμών, κατά την προεκλογική περίοδο, με εξαίρεση όσων επιβάλλονται από το άρθρο 45. 

- Με το άρθρο 47 εισάγεται επίσης για τους υποψήφιους βουλευτές απόλυτη απαγόρευση ραδιοτηλεοπτικών διαφημηστικών μηνυμάτων. Απαγορεύεται επίσης, από δημόσιους και ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς ελεύθερης λήψης, καθώς και από φορείς παροχής συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών, η μετάδοση κάθε είδους εκπομπών, οι οποίες παρουσιάζονται, αμέσως ή εμμέσως, από υποψήφιους βουλευτές. Οι εμφανίσεις υποψήφιων βουλευτών σε πάσης φύσεως εκπομπές δημόσιων ή ιδιωτικών ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών σταθμών ελεύθερης λήψης, καθώς και σε φορείς παροχής κάθε μορφής συνδρομητικών τηλεοπτικών υπηρεσιών, υπό οποιαδήποτε μορφή, επιτρέπεται, ως εξής: 
α. Σε κάθε ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό εθνικής εμβέλειας επιτρέπεται η  εμφάνιση του υποψήφιου βουλευτή, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου  μόνο μία φορά. 
β. Σε κάθε ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό τοπικής ή περιφερειακής εμβέλειας, επιτρέπεται η εμφάνιση του υποψήφιου βουλευτή κατά τη διάρκεια της πιο πάνω περιόδου μέχρι δύο φορές. 
γ. Ως εμφανίσεις κατά την έννοια της παρούσας παραγράφου θεωρούνται οι προσωπικές συνεντεύξεις των υποψηφίων, η συμμετοχή τους σε οργανωμένες συζητήσεις, περιλαμβανομένων και εκείνων που αφορούν τα δελτία ειδήσεων, καθώς και η κάλυψη, κατόπιν αιτήματος του υποψηφίου βουλευτή, της προεκλογικής του δραστηριότητας. 
3. Από τους περιορισμούς της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται οι Πρόεδροι ή     Αρχηγοί κομμάτων και οι υποψήφιοι βουλευτές επικρατείας.

- Το άρθρο 49 απαγορεύει την μετάδοση δημοσκοπήσεων 15 ημέρες πριν τις εκλογές.

Από το παραπάνω αυστηρότατο πλαίσιο, το οποίο προβλέπει σοβαρές κυρώσεις για τα μέσα ενημέρωσης που θα το παραβιάσουν, προκύπτει ότι κατ' ουσίαν ο μόνος τηλεοπτικός χρόνος που μπορούν να έχουν τα κόμματα αποφασίζεται από την Διακομματική Επιτροπή Εκλογών, "τακτοποιείται" από την γνωμοδότηση του ΕΣΡ, και "επικυρώνεται" από τον αρμόδιο υπουργό με απόφασή του.

Νομικά ζητήματα που ανακύπτουν από αυτούς τους ασφυκτικούς περιορισμούς είναι κατά πόσον είναι συμβατοί με το δικαίωμα ενεργητικής πληροφόρησης των υποψηφίων που προβλέπεται από το άρθρο 5Α του Συντάγματος, αλλά και το δικαίωμα ελεύθερης μετάδοσης και λήψης πληροφοριών που προβλέπεται από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το μεν Σύνταγμα επιτρέπει περιορισμούς, αλλά μόνο όταν αυτοί στοχεύουν στην καταπολέμηση του εγκλήματος, την εθνική ασφάλεια ή την προστασία δικαιωμάτων τρίτων. Η δε ΕΣΔΑ επιτρέπει περιορισμούς μόνον αυτοί στοχεύουν σε μια σειρά αντίστοιχων έννομων αγαθών. Εάν ένας νόμος επινοεί ένα άλλο, άγνωστο μέγεθος, το οποίο επιχειρεί να προστατεύσει θυσιάζοντας την ελευθερία της πληροφόρησης, προφανώς θα είναι αντίθετος στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.

Με μια τέτοια υπόθεση ασχολήθηκε σχετικά πρόσφατα το Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν η "Δράση" προσέφυγε εναντίον της υπουργικής απόφασης που όριζε ελάχιστα λεπτά τηλεοπτικής προβολής στις ευρωεκλογές του 2009. Η Επιτροπή Αναστολών με μια πρώτη απόφαση απέρριψε την αίτηση αναστολής της υπουργικής απόφασης (βλ. εδώ). Στη συνέχεια όμως, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την απόφαση 3427/2010 διαπίστωσε ότι όντως η κατανομή τηλεοπτικού χρόνου ήταν άνιση για τα νεοπαγή κόμματα, με το εξής δόκιμο σκεπτικό: 

"13. Επειδή, οι προσβαλλόμενες πράξεις κατανέμουν χρόνο ραδιοτηλεοπτικής προβολής στα κόμματα, τα οποία θα συμμετάσχουν στις εκλογές της 7.6.2009. Για μεν τα κόμματα που εκπροσωπούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και για τα κόμματα «που έχουν λάβει στις αμέσως προηγούμενες ευρωεκλογές τουλάχιστον… 0,50% του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων…», οι πράξεις αυτές συνάγουν τεκμήριο συμμετοχής τους στις εκλογές της 7.6.2009 για δε τα λοιπά κόμματα (εν οις και το νεοπαγές αιτούν) οι προσβαλλόμενες πράξεις προϋποθέτουν την ανακήρυξη των συνδυασμών τους από τον 'Αρειο Πάγο, η οποία, κατ εφαρμογήν του άρθρου 3 παρ. 8 του ν. 1180/1981, συμπίπτει με την 24.5.2009. Η διαφοροποίηση αυτή οδηγεί και σε διαφοροποίηση του χρονικού σημείου ενάρξεως της μεταδόσεως των προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων εντός του διατιθεμένου σε αυτά χρόνου. Η έναρξη αυτή συμπίπτει με την δημοσίευση της πρώτης υπουργικής αποφάσεως για τα κόμματα της πρώτης κατηγορίας (13.5.2009), με την δημοσίευση της δεύτερης υπουργικής αποφάσεως για τα κόμματα της δεύτερης κατηγορίας (15.5.2009) και με την 24.5.2009 για τα λοιπά (όπως το αιτούν) κόμματα. Όμως, η συνταγματική αρχή της ισότητας, η οποία διέπει και την ύλη που ρυθμίζει το άρθρο 15 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του Συντάγματος, επιβάλλει μια κοινή αφετηρία για τα κόμματα κατά την ρύθμιση της προεκλογικής τους προβολής από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, πέρα της οποίας και μόνο επιτρέπεται η περαιτέρω διαφοροποίηση των κομμάτων κατ εφαρμογήν της ειδικότερης αρχής της αναλογικής ισότητας. Ως κοινή αφετηρία δεν νοείται μόνον ο ελάχιστος, αλλά πάντως επαρκής χρόνος για την μετάδοση των θέσεων και του προγράμματος των κομμάτων, αλλά και η κοινή για όλα τα κόμματα έναρξη της μεταδόσεως των ραδιοτηλεοπτικών τους μηνυμάτων, λαμβανομένης ιδίως υπ όψη της απαγορεύσεως του άρθρου 11 του ν. 3023/2002. Η απόκλιση ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, από την αρχή της ισότητος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί εκ μόνου του ότι οι παραπάνω κατηγορίες κομμάτων τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες, δηλαδή τα μεν εκπροσωπούνται, τα δε δεν εκπροσωπούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Από την άποψη, όμως, της ρυθμιζομένης ύλης (ήτοι της προεκλογικής προβολής των κομμάτων), κρίσιμο είναι ότι, λόγω ακριβώς των διαφορετικών αυτών συνθηκών, τα μεν εκπροσωπούμενα κόμματα είχαν ανεμπόδιστη δυνατότητα προβολής του προγράμματος και των θέσεών τους πριν από την έναρξη ισχύος της απαγορεύσεως του άρθρου 11 του ν. 3023/2002, κατά την τρέχουσα προεκλογική περίοδο, ενώ κόμματα νεοπαγή, όπως το αιτούν, δεν είχαν τέτοια δυνατότητα, ακριβώς επειδή ιδρύθηκαν λίγο χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος της απαγορεύσεως. Η δυσμενής αυτή θέση των νεοπαγών κομμάτων δεν είναι συνταγματικώς ανεκτό να καταστεί ακόμη δυσμενέστερη με την εις βάρος τους διαφοροποίηση του χρόνου ενάρξεως μεταδόσεως των προεκλογικών τους μηνυμάτων. Η αρχή της ισότητας θα επέβαλλε τουλάχιστον κοινή έναρξη του χρόνου αυτού για όλα τα κόμματα, δεδομένου ότι τα νεοπαγή έχουν για τους εκτεθέντες λόγους μεγαλύτερη ανάγκη προβολής του προγράμματος και των θέσεών τους. Επομένως, οι προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις, διαφοροποιώντας κατά τα εκτεθέντα το χρονικό σημείο ενάρξεως της μεταδόσεως των προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων, έχουν εκδοθεί κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας."


Έτσι, το Συμβούλιο Επικρατείας έκανε δεκτή την προσφυγή της "Δράσης" και  ακύρωσε τις υπουργικές αποφάσεις κατανομής του τηλεοπτικού χρόνου, λόγω παραβίασης της αρχής της ισότητας (υπήρξε όμως και μειοψηφία των δικαστών). 

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ασχολήθηκε επίσης με την απαγόρευση τηλεοπτικής προβολής πολιτικών μηνυμάτων στην απόφαση TV Vest και Κόμμα Συνταξιούχων κατά Νορβηγίας (11.12.2008). Στο νορβηγικό δίκαιο υπήρχε μια απαγόρευση προβολής πολιτκών μηνυμάτων (γενικά, όχι μόνο κατά την προεκλογική περίοδο). Το Κόμμα Συνταξιούχων αγόραση τηλεοπτικό χρόνο, το TV Vest προβαλε τα spot του κόμματος κατά την προεκλογική περίοδο και το νορβηγικό ΕΣΡ του επεβαλε πρόστιμο. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε την Νορβηγία για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης. Στην ίδια απόφαση όμως, το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι τα κράτη διαθέτουν ένα ευρύ πεδίο διακριτικής ευχέρειας για το πώς θα ρυθμίσουν τα ζητήματα ροής της πληροφορίας κατά την προεκλογική περίοδο. Έχει όμως πολύ ενδιαφέρον ότι η αιτιολόγηση της ρύθμισης από την Νορβηγία (η αγορά τηλεοπτικού χρόνου ευνοεί τα εύρωστα κόμματα) απορρίφθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο διέγνωσε ότι η αγορά τηλεοπτικού χρόνου είναι η μόνη λύση προβολής για τα μικρά κόμματα, τα οποία, σε αντίθεση με τα "εύρωστα" δεν απολαμβάνουν από μόνα τους τηλεοπτική προβολή. 

Όσον αφορά το θεμιτό του περιορισμού πληροφόρησης κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η διαρρύθμιση του ζητήματος από την Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης 15 (2007) για τα μέτρα που αφορούν την ενημερωτική κάλυψη των προεκλογικών εκστρατειών.  Σε αυτή τη Σύσταση προβλέπεται ότι τα κράτη μπορούν να προβλέπουν νομοθετικά ότι τα δημόσια μέσα ενημέρωσης μπορούν να παρέχουν δωρεάν ραδιοτηλεοπτικό χρόνο σε πολιτικά κόμματα και υποψηφίους κατά την προεκλογική περίοδο, ισότιμα, χωρίς διακρίσεις και με βάση διαφανή και αντικειμενικά κριτήρια. Στα κράτη μέλη που επιτρέπεται σε κόμματα και υποψηφίους να αγοράζουν διαφημιστικό χρόνο για εκλογικούς σκοπούς, η νομοθεσία πρέπει να διασφαλίζει ότι όλοι έχουν την δυνατότητα αγοράς σύμφωνα με ίσους όρους και τίμημα. Τα κράτη μέλη μπορούν να εισάγουν περιορισμούς στην έκταση του χρόνου που μπορεί να αγοραστεί. Οι τακτικοί παρουσιαστές ειδήσεων και προγράμματος δεν πρέπει να παίρνουν μέρος σε αγορασμένες πολιτικές εκπομπές(!). 

H Eπιτροπή συνταγματικών θεμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης (η "Επιτροπή της Βενετίας") στον Kώδικα Καλών Πρακτικών σε Εκλογικά Ζητήματα του 2002 αναφέρει ότι για την εφαρμογή των ίσων ευκαιριών προβολής υποψηφιων υπάρχουν δύο εκδοχές: είτε "αυστηρή" ισότητα, είτε "αναλογική" ισότητα. "Αυστηρή" ισότητα σημαίνει ότι τα πολιτικά κόμματα αντιμετωπίζονται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η υπάρχουσα κοινοβουλευτική ή τελευταία εκλογική τους δύναμη. "Αναλογική" ισότητα (ένας όρος που υπάρχει και στην ελληνική εκλογική νομοθεσία) σημαίνει μεταχείριση ανάλογα με τον αρθμό των ψήφων. Ο Κώδικας αναφέρει ότι το πιο σημαντικό είναι να καταστρωθεί ένας κατάλογος των ΜΜΕ της χώρας και να διασφαλιστεί ότι οι υποψήφιοι διαθέτουν επαρκώς κατανεμημένο χρόνο και να υπάρχει ένα minimum χρονικής πρόσβασης στα ιδιωτικά ΜΜΕ. 

Εν αναμονή, λοιπόν, της απόφασης Γιαννίτση για τον καταμερισμό του ραδιοτηλεοπτικού χρόνου. 




Σάββατο, Απριλίου 07, 2012

H ομόφυλη συμβίωση είναι οικογενειακή ζωή

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην γνωστή απόφαση Schalk και Kopf κατά Αυστρίας, ενώ απέρριψε την ύπαξη ενός δικαιώματος γάμου για ομόφυλα ζευγάρια, αναγνώρισε ταυτόχρονα ότι μια τέτοια σχέση εμπίπτει όχι μόνο στο πλαίσιο της προστασίας της "ιδιωτικής ζωής", αλλά και της "οικογενειακής ζωής". Χειριζόμενος δικαστικά μια σχετική υπόθεση, βρέθηκα πάλι μπροστά στο σχετικό νομικό ζήτημα.

Το συγκεκριμένο απόσπασμα της απόφασης, σε μετάφραση στα Ελληνικά: 


90. Είναι αδιαμφισβήτητο στην παρούσα υπόθεση ότι η σχέση ενός ομόφυλου ζεύγους, όπως των προσφευγόντων, εμπίπτει στην έννοια της  “ιδιωτικής ζωής” κατά την έννοια του άρθρου 8. Ωστόσο, υπό το φως των σχολίων των διαδίκων, το Δικαστήριο θεωρεί αναγκαίο να εξετάσει το θέμα του εάν η σχέση τους συνιστά επίσης “οικογενειακή ζωή”.

91. Το Δικαστήριο εμμένει στην πάγια νομολογία του όσον αφορά τα ομόφυλα ζευγάρια, δηλαδή ότι ή έννοια της οικογένειας σύμφωνα με αυτή τη διάταξη δεν περιορίζεται στις έγγαμες σχέσεις και μπορεί να περιλαμβάνει  de facto “οικογενειακούς δεσμούς”, όταν τα μέρη ζουν μαζί και χωρίς γάμο. Ένα παιδί που γεννιέται σε μια τέτοια σχέση είναι αυτοδικαίως μέλος αυτής της “οικογενειακής” κοινότητας από την ίδια στιγμή της γέννησής του (βλ.  Elsholz κατά Γερμανίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], προσφυγή αρ. 25735/94, § 43, ΕΔΔΑ 2000-VIII. Keegan κατά Ιρλανδίας, 26 Μάη 1994, § 44, Συλλογή A αρ. 290, κι επίσης  Johnston and Others κατά Ιρλανδίας, 18 Δεκεμβρίου 1986, § 56, Συλλογή A αρ. 112).

92. Αντίθετα, η νομολογία του Δικαστηρίου είχε αποδεχθεί ότι η συναισθηματική και σεξουαλική σχέση ενός ομόφυλου ζεύγους αποτελεί “ιδιωτική ζωή”, αλλά δεν είχε κρίνει ότι συνιστά “οικογενειακή ζωή”, ακόμη κι όταν υπάρχει μια μακροχρόνια σχέση συγκατοικούντων συντρόφων. Κρίνοντας έτσι, το Δικαστήριο παρατηρούσε οτι η αυξανόμενη τάση σε έναν αριθμό Ευρωπαϊκών Κρατών έναντι της νομικής και δικαστικής αναγνώρισης των σταθερών de facto συντροφικών σχέσεων μεταξύ ομοφυλόφιλων, δεδομένης της ύπαρξης λίγων κοινών τοπων μεταξύ των Συμβαλλομένων Κρατών, αποτελούσε μια περιοχή στο οποίο τα κράτη είχαν ευρύ πεδίο διακριτικής ευχέρειας (βλ.  Mata Estevez v. Spain (διάταξη), αρ. προσφυγής 56501/00, ΕΔΔΑ 2001-VI, με περαιτέρω παρατηρήσεις). Στην υπόθεση  Karner (βλ. ανωτ., § 33), που αφορούσε την διαδοχή του επιζώντος συντρόφου ομόφυλου ζεύγους στα δικαιώματα μίσθωσης κατοικίας, τα οποία εμπίπτουν στην έννοια της “κατοικίας”, το Δικαστήριο ρητά άφησε ανοικτό το ζήτημα εάν η υπόθεση αφορούσε και την “ιδιωτική και οικογενειακή ζωή” του προσφεύγοντα.

93. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι από το 2001, όταν εκδόθηκε η διάταξη στην υπόθεση  Mata Estevez, ακολούθησε μια ταχεία εξέλιξη της κοινωνικής αντίληψης απέναντι στα ομόφυλα ζευγάρια σε πολλά κράτη μέλη. Από τότε ένας αξιόλογος αριθμός κρατών μελών αναγνώρισε νομική προστασία στα ομόφυλα ζευγάρια (βλ. ανωτ. παρ.  27-30). Συγκεκριμένες διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης απηχούν επίσης μια αυξανόμενη τάση να συμπεριληφθούν τα ομόφυλα ζευγάρια στην έννοια της “οικογένειας” (βλ. ανωτ. παρ. 26).

94. Υπό το φως αυτής της εξέλιξης, το Δικαστήριο θεωρεί τεχνητή την εμμονή στην άποψη ότι, σε αντίθεση με ένα ετερόφυλο ζευγάρι, ένα ομόφυλο ζευγάρι δεν μπορεί να απολαύσει το δικαίωμα της “οικογενειακής ζωής” κατά την έννοια του Άρθρου 8. Συνακόλουθα, η σχέση των προσφευγόντων, ενός ομόφυλου ζεύγους που συμβιώνει σε μια σταθερή de facto σχέση, εμπίπτει στην έννοια της “οικογενειακής ζωής”, ακριβώς όπως η σχέση ενός ετερόφυλου ζεύγους στις ίδιες συνθήκες.

95.  Συνεπώς, το Δικαστήριο θεωρεί ότι τα πραγματικά περιστατικά στην υπό κρίση υπόθεση εμπίπτουν στην έννοια της “ιδιωτικής ζωής” όπως και της “οικογενειακής ζωής” κατά την έννοια του άρθρου 8. Συνεπώς, εφαρμόζεται το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8.

Κυριακή, Απριλίου 01, 2012

"Λαθρομετανάστες"

Ολοένα και συχνότερα ακούμε να χρησιμοποιείται, επί τούτου, ο όρος "λαθρομετανάστες". Δεν πρόκειται για ουδέτερη, αλλά αντιθέτως για  αρνητικά φορτισμένη λέξη, καθώς συνδέει εξ ορισμού μια ιδιότητα με την τέλεση παράνομων πράξεων. Το ερώτημα είναι κατά πόσο αυτός ο όρος είναι ακριβής νομικά. Για το φιλολογικό μέρος μπορείτε να επισκεφθείτε ένα κείμενο με έρευνα του Νίκου Σαραντάκου (εδώ). 

Το κεντρικό νομοθέτημα για την μετανάστευση είναι ο Ν.3386/2005 ("Για την είσοδο, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια", ο οποίος έχει τροποποιηθεί αρκετές φορές). Σε αυτόν τον νόμο ορίζονται συγκεκριμένα ποινικά αδικήματα, δηλαδή πράξεις που σύμφωνα με την μεταναστευτική πολιτική της Ελλάδας είναι παράνομες και τιμωρούνται:

α) "Παράνομη είσοδος και έξοδος από τη Χώρα" (άρθρο 83).
β) Απαγόρευση παροχής υπηρεσιών από δημ. υπαλλήλους σε υπηκόους τρίτων χωρών χωρίς χαρτιά (άρθρο 84).
γ) Απαγορεύσεις σε συμβολαιογράφους (άρθρο 85)
δ) Απαγορεύσεις σε εργοδότες και εργαζόμενους υπηκόους τρίτων χωρών (άρθρο 86).
ε) Απαγορεύσεις σε λοιπούς ιδιώτες (άρθρο 87).
στ) Απαγορεύσεις για μεταφορείς (άρθρο 88).

Σε καμία από αυτές τις ποινικές διατάξεις γίνεται χρήση των όρων "λαθρομετανάστης", ή "λαθρομετανάστευση". Επομένως η επιλογή του ποινικού νομοθέτη είναι να μην χρησιμοποιηθεί η συγκεκριμένη ορολογία

Μόνο σε ένα άρθρο περιλαμβάνεται ο όρος "λαθρομετανάστες" στον μεταναστευτικό νόμο, σε άλλο κεφάλαιο, πέραν των ποινικών κυρώσεων: στο άρθρο 76, το οποίο έχει τίτλο "Προϋποθέσεις και διαδικασία διοικητικής απέλασης". Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου προβλέπεται ότι η διοικητική απέλαση αλλοδαπού επιτρέπεται εφόσον έχει καταδικαστεί τελεσίδικα σε ποινή στερητική της ελευθερίας για μια σειρά απαριθμούμενων αδικημάτων, μεταξύ των οποίων και για "την προώθηση λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της Χώρας". Σε αυτή τη διάταξη διοικητικού δικαίου έχει εμφιλοχωρήσει λοιπόν ο όρος αυτός, αλλά μόνο κατα παραπεμπτική λειτουργία: χρησιμοποιείται για να παραπέμψει στην εφαρμογή των ποινικών διατάξεων που αφορούν τα παραπάνω ποινικά αδικήματα ή και σε άλλα αδικήματα που αφορούν ποινικοποιημένες μορφές πράξεων στο πλαίσιο της μεταναστευτικής πολιτικής της Χώρας. 

Ο όρος "λαθρομετανάστευση" έχει χρησιμοποιηθεί σε κάποια προνομοθετικά κείμενα (αιτιολογικές εκθέσεις), κυρίως σε τμήματα που αναφέρονται στην μεταναστευτική πολιτική. Περιέχεται στην ελληνική μετάφραση της -αλήστου μνήμης- Συνθήκης για το Σύνταγμα της Ευρώπης (2004), αλλά και στον Τελωνειακό Κώδικα του 2002, κατά το άρθρο 3 του οποίου η Τελωνειακή Υπηρεσία είναι αρμόδια για ελέγχους προσώπων και πραγμάτων για μια σειρά  από τομείς, ανάμεσα στους οποίους αναφέρεται και η "λαθρομετανάστευση".  Ωστόσο, ο ίδιος κώδικας, όσον αφορά τον όρο "λαθρεμπορία" περιέχει έναν σαφή και εξαντλητικό κατάλογο πράξεων που εμπίπτουν σε αυτή την έννοια (στο άρθρο 155). Στο Ν.3204/2003 (άρθρο 44) υπάρχει επίσης μια αναφορά, ότι θεωρούνται νόμιμες κάποιες συμβάσεις που υπέγραψε το Κέντρο Ελέγχου Ειδικών Λοιμώξεων για την αντιμετώπιση περιπτώσεων "βιοτρομοκρατίας και πρόληψης επιδημιών σχετιζόμενων με την λαθρομετανάστευση". Και πάλι δηλαδή η χρήση του όρου είναι παραπεμπτική και όχι εισηγητική. 

Δηλαδή η νομοθεσία, παρόλο που περιέχει περιστασιακά τον όρο, όταν έρχεται η ώρα να ορίσει το συγκεκριμένο περιεχόμενο ποινικών αδικημάτων που σχετίζονται με την μετανάστευση, αποφεύγει την χρήση του. Επομένως, οι όροι "λαθρομετανάστης" και "λαθρομετανάστευση" δεν είναι σαφείς νομικά. Αντιλαμβανόμαστε ότι παραπέμπει σε κάποια παρανομία, αλλά ο νόμος σιωπά ως προς το πώς ορίζεται η συγκεκριμένη παρανομία. 

Έτσι, η χρήση του όρου "λαθρομετανάστες" στο δημόσιο λόγο, θεωρώ ότι προσβάλλει το τεκμήριο της αθωότητας αλλά και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια των προσώπων, στα οποία αναφέρεται. Γιατί τους αποδίδει αυτομάτως την ιδιότητα του παρανόμου, χωρίς να προβλέπεται τέτοια ιδιότητα και, πολύ περισσότερο, χωρίς βέβαια να υπάρχει σχετική δικαστική απόφαση που να κηρύσσει τα πρόσωπα ένοχα. Έτσι πρόκειται τελικά για έναν όρο όχι μόνο τεχνικά ασαφή, αλλά, ανάλογα και με το πλαίσιο της χρήσης του, μπορεί να αποτελέσει και προσβολή της προσωπικότητας του άλλου, ως μια περίπτωση εξύβρισης. 





Τετάρτη, Μαρτίου 28, 2012

Eφετειακή απόφαση περί blogs και αντιγραφή δήλωσης από e-lawyer

Διαβάζω την είδηση για μια εφετειακή απόφαση περί blogs, η οποία υπέπεσε στο ατόπημα να εφαρμόζει αναλογικά το νόμο περί Τύπου (βλ. εδώ), ενώ υπάρχουν ήδη τέσσερις αποφάσεις που με πλουσιότερη αιτιολογία αναγνωρίζουν ότι δεν υπάρχει κενό δικαίου. 

Βλέπω μάλιστα ότι ο αθωωθείς προέβη και σε δηλώσεις στον τοπικό Τύπο: "το διαδίκτυο αποτελεί ένα μέσο στο οποίο προωθείται η διαφάνεια, η σαφήνεια, η ευθύτητα, η απόδειξη και η αντικειμενικότητα, ακόμη κι όταν απουσιάζει η «υπογραφή»". "Οι ύβρεις, η λάσπη, τα θολά κίνητρα, η υποκειμενικότητα, η συκοφαντική δυσφήμιση και η προσβολή της προσωπικότητας είναι φαινόμενα κατακριτέα, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με την ελευθερία του λόγου», κατέληξε." (Παρατηρητής on line, εδώ, τελευταία πρόταση)

Όλη αυτή η πρόταση που φέρεται ως δήλωση του αθωωθέντος, είναι μια κατά γράμμα αντιγραφή από δικό μου κείμενο που ανάρτησα στο e-lawyer το 2008 (βλ. εδώ, προτελευταία παράγραφος: "To Διαδίκτυο αποτελεί ένα μέσο στο οποίο προωθείται η αρχή της διαφάνειας. Διαφάνεια σημαίνει σαφήνεια, ευθύτητα, απόδειξη και αντικειμενικότητα, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει "υπογραφή". Οι ύβρεις, η λάσπη, τα θολά κίνητρα, η υποκειμενικότητα, η συκοφαντική δυσφήμηση και η προσβολή της προσωπικότητας είναι φαινόμενα κατακριτέα, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με την ελευθερία του λόγου"). Είναι θετικό να γνωρίζουν αποδοχή οι απόψεις μου, αλλά θεωρώ στοιχειώδες να παρατίθεται και η παραπομπή στην πηγή. Επίσης, η "δυσφήμηση" δεν γράφεται στον Ποινικό Κώδικα με "ι", όπως εσφαλμένα τυπώθηκε στον "Παρατηρητή", αλλά με "η". 

Ο κύριος που χρησιμοποίησε αυτό το απόσπασμα χωρίς να παραπέμψει στην πηγή του e-lawyer, προφανώς περιφρόνησε το ενδεχόμενο να τεθεί η δήλωσή του σε μηχανή αναζήτησης και να εντοπιστεί η πηγή της. Οπότε, αντίστοιχα, μειώνεται η αξία των λεγομένων του περί Διαδικτύου, αφού φέρεται να υποτίμησε μια βασική διαδικτυακή σταθερά (την εντοπισιμότητα της αντιγραφής μέσω των μηχανών αναζήτησης) και να παραβίασε μια βασική δεοντολογική αρχή (την παραπομπή στην πηγή της πληροφορίας).


Σάββατο, Μαρτίου 24, 2012

Παραπληροφόρηση για τους ελεύθερους σκοπευτές



Σήμερα κυκλοφόρησαν τρεις φωτογραφίες που εξακολουθούν να αναπαράγονται ευρέως ακόμα και τώρα. Η μία εικονίζει δύο άτομα στη στέγη της Βουλής, το ένα κρατάει κυάλια. Επίσης, κυκλοφόρησαν δύο φωτογραφίες με ελεύθερους σκοπευτές, υποτίθεται στο κέντρο της Αθήνας.







Επειδή ξέρω πάρα πολύ καλά το κέντρο και τα δύο κτίρια δεν μου θύμισαν τίποτε από Αθήνα, έβαλα τις δύο φωτογραφίες στο google search, στην αναζήτηση φωτογραφιών. Βγήκαν πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα: η μία είναι από το Βερολίνο και χρονολογείται από το Μάιο του 2009 (βλ. εδώ), ενώ η άλλη (που αναγράφει και στα τούρκικα "Ελλάδα 2012") είναι από το Πότσνταμ το Σεπτέμβριο του 2010 (βλ. εδώ).

Η περίπτωση αυτή επαναφέρει ένα κεντρικό ζήτημα που αφορά την δεοντολογία: έχουμε όλοι υποχρέωση να διασταυρώνουμε πριν αναμεταδώσουμε δημόσια μια πληροφορία. Σε συνθήκες Διαδικτύου, όταν η παραπληροφόρηση γίνεται ψηφιακά, είναι εξίσου ευχερές, με μέσα απλά και προσβάσιμα σε κάθε χρήστη, όπως απέδειξα παραπάνω, να αποκαλυφθεί η αλήθεια.


Κυριακή, Μαρτίου 18, 2012

Στις εκλογές δεν ψηφίζουμε κυβέρνηση, αλλά νομοθέτες κι ελεγκτές

Υπάρχει διάχυτη η άποψη ότι η ψήφος στις εθνικές εκλογές εκδηλώνει την επιλογή της παράταξης που ο ψηφοφόρος επιθυμεί να αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας. Και ότι η ψήφος σε μικρότερα πολιτικά κόμματα είναι μια υπεκφυγή, όπως κάθε διαμαρτυρία που αποφεύγει την θετική πρόταση. Πρόκειται περί απόψεων που παρακάμπτουν την διάκριση των λειτουργιών στο κοινοβουλευτικό σύστημα, αλλά και την πραγματική έννομη συνέπεια της εκλογικής διαδικασίας. Κυρίως, διότι παρεξηγούν το ρόλο του κοινοβουλίου.

Το αποτελέσμα της εκλογικής διαδικασίας δεν είναι η ανάδειξη της κυβέρνησης, αλλά των αντιπροσώπων των πολιτών στο νομοθετικό σώμα. Η κύρια αποστολή του κοινοβουλίου είναι η νομοθεσία και η δευτερεύουσα αποστολή του είναι η άσκηση του κοινοβουλευτικού ελέγχου στην εκτελεστική εξουσία. Η κυβέρνηση αναδεικνύεται και στηρίζεται από τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, αλλά ουδόλως ταυτίζεται με την Βουλή ή τον νομοθέτη. Σε μια τέτοια περίπτωση θα υπήρχε σύγχυση ελέγχοντος - ελεγχόμενου, η οποία στην πράξη υπάρχει σε έναν βαθμό, αλλά μόνο ως στρέβλωση κι όχι ως καταστατική αποστολή και λειτουργία του κοινοβουλίου. Η κυβέρνηση ασκεί την εκτελεστική εξουσία, μαζί με την επικυρωτική εγγύηση του προέδρου της δημοκρατίας, ενώ η Βουλή ασκεί το νομοθετικό κι ελεγκτικό της κυβέρνησης έργο.

Αυτά μπορεί να ακούγονται θεωρητικά, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι. Αντιθέτως, τα αποτελέσματα των συγχύσεων το βλέπουμε στην καθημερινή πολιτική ζωή. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει το προνόμιο της νομοθετικής πρωτοβουλίας και την εγγύηση της επίτευξης των νομοθετικών της επιλογών λόγω της δεδηλωμένης πλειοψηφίας της στην Βουλή, δεν σημαίνει ότι ο ψηφοφόρος κατ΄αρχήν ψήφισε "κυβέρνηση", για τον απλούστατο λόγο ότι είναι βουλευτές εκείνοι που εισηγούνται το ένα ή το άλλο νομοσχέδιο προς ψήφιση στο νομοθετικό σώμα. Η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να αναθέσει σε βουλευτές την εισήγηση της προτεινόμενης νομοθεσίας, δηλαδή άμεσους εκπροσώπους που ο πολίτης έχει επιλέξει με την εκλογική διαδικασία. Αυτό σημαίνει ότι ο ρόλος του βουλευτή στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο σοβαρός απ' ό,τι νομίζουμε: υπάρχουν βουλευτές που, μολονότι μπορεί να εξελέγησαν με μια κυβερνητική παράταξη και παραμένουν μέλη της, δεν θα δέχονταν ποτέ να παίξουν το ρόλο του εισηγητή σε συγκεκριμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες. Και, φυσικά, υπάρχουν κι άλλοι βουλευτές, οι οποίοι πολύ ευχαρίστως θα εισηγούνταν το οτιδήποτε, αρκεί να διατηρήσουν την εύνοια της ηγεσίας ή την στήριξη της κυβέρνησης με οποιοδήποτε κόστος.

Έπειτα, το ελεγκτικό σκέλος της κοινοβουλευτικής διαδικασίας δεν είναι καθόλου αμελητέο. Ειδικά τα τελευταία χρόνια με τις εξαιρετικά πιεσμένες κοινοβουλευτικές ομάδες, είδαμε αρκετές φορές τα στελέχη της αντιπολίτευσης, ασκώντας έντονο έλεγχο, να επεμβαίνουν δραστικά στην διαμόρφωση της νομοθεσίας, παρόλο που δεν ήταν κυβερνητικοί βουλευτές. Είδαμε νομοσχέδια να αποσύρονται ή και να μην εισάγονται ποτέ στην Ολομέλεια της Βουλής, επειδή οι βουλευτές της αντιπολίτευσης άσκησαν έντονο κοινοβουλευτικό έλεγχο. Ανεξάρτητα από το εάν αυτό μας βρίσκει σύμφωνους ή όχι, η ελεγκτική κοινοβουλευτική εξουσία είναι μια πραγματικότητα και διαμορφώνεται επίσης ως αποτέλεσμα της εθνικής εκλογικής διαδικασίας.

Όταν λοιπόν ο πολίτης ψηφίζει έναν πολιτικό γιατί θέλει να τον δει στέλεχος της κυβέρνησης, διαπράττει ένα πολύ σοβαρό θεσμικό λάθος: ο βουλευτής πρέπει να επιλέγεται κατ' αρχήν για την ικανότητά του ως ελέγχων κι όχι ως διοικών. Oι "επώνυμοι" και δημοφιλείς συμπολίτες μας που διεκδικούν την ψήφο μας, συνήθως χωρίς να έχουν επιδείξει επαρκείς ελεγκτικές ικανότητες, είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση: ψηφίζονται συνήθως για καλλωπιστικούς λόγους. Συνήθως τοποθετούνται και στην κυβέρνηση επίσης για αντίστοιχους λόγους - αφου γι' αυτούς εξελέγησαν και θεωρείται ότι δεν θα αποτελέσουν συγκρουσιακές προσωπικότητες. Η αποτελεσματικότητά τους, τόσο ως ελέγχοντες όσο και ως διοικούντες, είναι γνωστή, αλλά αυτό φυσικά δεν πρόκειται να αποθαρρύνει τις πολιτικές παρατάξεις από την διαρκή αναζήτηση δημοφιλών ασχέτων για να καλλωπίσουν τα ψηφοδέλτια, στη συνέχεια την Βουλή και ίσως και την κυβέρνηση.

Ένας γνώμονας για μια ψήφο με νόημα είναι ο εντοπισμός προσώπων που μπορούν να αποδώσουν με επάρκεια ως ελεγκτές και να συμβάλλουν με γνώση στη διαμόρφωση μιας δίκαιης νομοθεσίας και, κατ' επέκταση, μιας δίκαιης ενάσκησης της εξουσίας από την κυβέρνηση. Οι ξεκάθαρες θέσεις, η συνέπεια και η έλλειψη "κρυφής ατζέντας" είναι το ζητούμενο και το νόημα μιας λειτουργικής προεκλογικής περιόδου είναι ακριβώς η ανάδειξη αυτών των προσώπων και η απόσπαση όσων περισσότερων διαφανών δεσμεύσεων για την τήρησή τους.




Παρασκευή, Μαρτίου 16, 2012

Δικαστήριο ΕΕ: τα οδοντιατρεία με μουσική δεν οφείλουν αμοιβές για συλλογικά δικαιώματα

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκλήθη να αποφασίσει για το κατά πόσον η εκτέλεση μουσικής σε ένα οδοντιατρείο συνιστά "παρουσίαση έργου στο κοινό", οπότε σε θετική περίπτωση ο οδοντίατρος θα έπρεπε να καταβάλλει χρηματικά ποσά για δικαιώματα σε Οργανισμούς Συλλογικής Διαχείρισης.

Πρόκειται για την απόφαση της 15ης Μαρτίου 2012, στην υπόθεση της εισπρακτικής εταιρίας δικαιωμάτων "Società Consortile Fonografici" κατά του οδοντίατρου Marco Del Corso, στην οποία μάλιστα παρατηρησεις υπέβαλε και η Ελληνική Κυβέρνηση. (Βλ. πλήρες κείμενο απόφασης και δελτίο τύπου ΔΕΕ - προσοχή, το δελτίο τύπου έχει λάθος link που οδηγεί σε άλλη απόφαση).

H εταιρία έκανε αγωγή στον οδοντίατρο, για να της καταβάλει αμοιβές επειδή στο ιατρείο του ακούγονταν μουσικά έργα που καλύπτονταν από πνευματικά δικαιώματα (μέσω ραδιοφώνου). Το Πρωτοδικείο του Τορίνο απέρριψε την αγωγή της εταιρίας, η οποία όμως προσέφυγε στο Εφετείο του Τορίνο. Επειδή το Εφετείο είχε ορισμένες αμφιβολίες για την ερμηνεία του ευρωπαϊκού δικαίου ως προς την έννοια της "παρουσίασης στο κοινό", απέστειλε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

To Δικαστηριο επανέλαβε ορισμένα κριτήρια που έχει αναγνωρίσει με τις αποφάσεις του για τις περιπτώσεις της μετάδοσης έργων σε δωμάτια ξενοδοχείων και σε καφέ-μπαρ, μεταδόσεις που θεωρήθηκαν ότι αποτελούν "παρουσιάσεις στο κοινό", άρα οι ιδιοκτήτες των χώρων οφείλουν αμοιβές στις εταιρίες είσπραξης συλλογικών δικαιωμάτων. Μεταξύ των κριτηρίων αυτών περιλαµβάνεται, πρώτον, κατά τη νοµολογία του ∆ικαστηρίου, ο καθοριστικός ρόλος του "χρήστη του έργου". Συγκεκριµένα, ο χρήστης αυτός προβαίνει σε πράξη παρουσιάσεως οσάκις παρεµβάλλεται, µε πλήρη επίγνωση των συνεπειών της συµπεριφοράς του, για να δώσει στους πελάτες του πρόσβαση στο προστατευόµενο έργο. ∆εύτερον, το ∆ικαστήριο έχει διευκρινίσει ορισµένα εγγενή στην έννοια του "κοινού" στοιχεία. Στο πλαίσιο αυτό, το «κοινό» αποτελείται από έναν απροσδιόριστο αριθµό δυνητικών αποδεκτών, ενώ εξάλλου προϋποθέτει και έναν αρκετά µεγάλο αριθµό προσώπων. Τρίτον, το ∆ικαστήριο έχει αποφανθεί ότι ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας µιας «παρουσιάσεως στο κοινό» έχει επίσης σηµασία. Εποµένως, συνάγεται ότι το κοινό στο οποίο παρουσιάζεται ορισµένο έργο είναι, αφενός, αυτό στο οποίο απευθύνεται ειδικώς ο χρήστης, αφετέρου, αυτό το οποίο αποδέχεται, µε τον έναν ή τον άλλο τρόπο, την παρουσίαση στην οποία αυτός προβαίνει και δεν αποτελεί τυχαίο «δέκτη».

Ειδικά για την υπόθεση των ιδιωτικών οδοντιατρείων, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι:

"οι πελάτες οδοντιάτρου μεταβαίνουν στο οδοντιατρείο με μοναδικό σκοπό να τύχουν οδοντιατρικής περιθάλψεως, η δε μετάδοση φωνογραφημάτων ουδόλως είναι συμφυής με την παροχή των σχετικών υπηρεσιών. Οι πελάτες αυτοί τυχαίως και ανεξαρτήτως της βουλήσεώς τους αποκτούν πρόσβαση σε ορισμένα φωνογραφήματα, ανάλογα με τη στιγμή της αφίξεώς τους στο οδοντιατρείο και τη διάρκεια της αναμονής τους σε αυτό, καθώς και με τη φύση της παρεχόμενης σε αυτούς περιθάλψεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η συνήθης πελατεία οδοντιάτρου θεωρεί την επίμαχη μετάδοση ως κάτι αναμενόμενο."

Επίσης, το Δ.Ε.Ε. έκρινε ότι:

"ο οδοντίατρος που μεταδίδει φωνογραφήματα παρουσία των ασθενών του, ως μουσική υπόκρουση, δεν μπορεί εύλογα να αναμένει διεύρυνση της πελατείας του λόγω και μόνον της μεταδόσεως αυτής, ούτε να ζητήσει μεγαλύτερη αμοιβή για τις υπηρεσίες που παρέχει. Επομένως, η εν λόγω μετάδοση δεν μπορεί αυτή καθεαυτή να επηρεάσει τα εισοδήματα του εν λόγω οδοντιάτρου."

Έτσι κρίθηκε ότι η μουσική που ακούγεται μέσα σε ένα οδοντιατρείο δεν συνιστά "παρουσίαση έργου στο κοινό", κατά την έννοια του δικαίου περί πνευματικής ιδιοκτησίας κι έτσι δεν χρειάζεται οι οδοντίατροι να καταβάλλουν αμοιβές στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης.

Η απόφαση είναι σημαντική, καθώς συγκεκριμενοποιεί ακόμη περισσότερο το κριτήριο του "τυχαίου δέκτη". Ο "τυχαίος δέκτης" είναι εκείνος που δεν αποσκοπεί στο να αποκτήσει πρόσβαση σε ένα προστατευόμενο έργο, αφού τον ενδιαφέρει η βασική παροχή υπηρεσίας (εδώ: η οδοντιατρική περίθαλψη) και δεν θα άλλαζε άποψη ανάλογα με το αν αποκτά ταυτόχρονα πρόσβαση σε έργο ή όχι. Αυτό σημαίνει επίσης ότι και ο μεταδίδων τη μουσική, από την ίδια τη μετάδοση δεν θα διεύρυνε την πελατεία του, ούτε θα μπορούσε να ζητήσει μεγαλύτερη αμοιβή. Επομένως, υπεισέρχονται καθοριστικά στοιχεία οικονομικής ανάλυσης ως προς την ύπαρξη του κοινού. Τα κριτήρια αυτά ενδεχομένως να μεταβάλουν και την προϋφιστάμενη νομολογία - στο μέλλον- ακόμη και για άλλες υπηρεσίες, πέραν του τομέα της υγείας, όπως αυτή για τα ξενοδοχεία και τα καφέ-μπαρ. Διότι εκείνες οι αποφάσεις του Δ.Ε.Ε. θα πρέπει να επανεκτιμηθούν με βάση τα νέα κριτήρια οικονομικής ανάλυσης που προσέθεσε η χθεσινή απόφαση του Δικαστηρίου.

Πάντως, στο Αμοιβολόγιο της Α.Ε.Π.Ι. περιλαμβάνονται και τα "Ιατρεία", μαζί με τα Φαρμακεία (σελ. 128), τα οποία εφόσον μεταδίδουν πρόγραμμα ραδιοφώνου ή τηλεόρασης καλούνται να καταβάλουν αμοιβές ανάλογα με τα τετραγωνικά τους, από 49 έως 214 ευρώ ετησίως.
Πά





Πέμπτη, Μαρτίου 15, 2012

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο: η Ελλάδα δεν παραβιάζει το δικαίωμα ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού

Με τη σημερινή απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης στις υποθέσεις Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος εναντίον Ελλάδας, η οποία είναι τελική, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ομόφωνα ότι δεν παραβιάστηκε το Άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου 1 (δικαίωμα σε ελεύθερες εκλογές) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Η υπόθεση αφορούσε Έλληνες που ζουν στη Γαλλία, οι οποίοι προσέφυγαν για την έλλειψη διαδικασίας συμμετοχής τους στις εθνικές εκλογές από την χώρα στην οποία κατοικούν.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι ούτε το σχετικό διεθνές και περιφερειακο δίκαιο, ούτε οι διάφορες πρακτικές των κρατών μελών σχετικά με αυτό το θέμα, περιείχαν κάποια υποχρέωση ή απηχούσαν μια ομοφωνία που να επέβαλε στα Κράτη να λαμβάνουν μέτρα για την ενάσκηση των δικαιωμάτων ψήφου των πολιτών που ζουν στο εξωτερικό.

Οι προσφεύγοντες, ο Νικόλαος Σιταρόπουλος και ο Χρίστος Γιακουμόπουλος είναι Έλληνες πολίτες που γεννήθηκαν το 1967 και το 1958 αντίστοιχα και ζουν στο Στρασβούργο (Γαλλία). Είναι Ευρωπαίοι δημόσιοι υπάλληλοι.

Στις 10 Σεπτεμβρίου 2007 οι προσφεύγοντες εξέφρασαν την επιθυμία τους να ψηφίσουν από την χώρα της κατοικίας τους για τις κοινοβουλευτικές εκλογές της Ελλάδας που θα γίνονταν στις 16 Σεπτεμβρίου 2007. Η αίτησή τους απορρίφθηκε από τον Έλληνα Πρέσβη στη Γαλλία, με το αιτιολογικό ότι δεν υπήρχαν κανόνες που να ορίζουν τις πρακτικές προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος ψήφου από Έλληνες ψηφοφόρους οι οποιοι ζούσαν στο εξωτερικό.

Επικαλούμενοι το Άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 (δικαίωμα σε ελεύθερες εκλογές) της Σύμβασης, οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι η έλλειψη δυνατότητας για τους Έλληνες του εξωτερικού να ψηφίσουν από τα μέρη της κατοικίας τους συνιστούσε δυσανάλογη παρέμβαση στην ενάσκηση του δικαιώματος ψήφου.

Η προσφυγή κατατέθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις 20 Σεπτεμβρίου 2007.

Στις 8 Ιουλίου 2010, το Δικαστήριο, σε σχηματισμό Τμήματος, έκρινε ότι παραβιάστηκε το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου αρ. 1, λαμβάνοντας υπόψη ότι η απουσία μέτρων για την πρακτική διασφάλιση των δικαιωμάτων ψήφου στους κατοίκους εξωτερικού αποτελούσε μάλλον άδικη μεταχείριση των Ελλήνων του εξωτερικού.

Στις 5 Οκτωβρίου 2010, η Κυβέρνηση της Ελλάδας ζήτησε την επανεξέταση της υπόθεσης από το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, σύμφωνα με το Άρθρο 43 (παραπομπή στο Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης). Στις 22 Νοεμβρίου 2010, μια επιτροπή του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης έκανε δεκτή την αίτηση. Στις 4 Μάη 2011 διεξήχθη δημόσια ακροαματική διαδικασία στο Κτίριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο (δείτε εδώ το σχετικό video της δίκης).

Η απόφαση εκδόθηκε από το 17μελές Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης (με τη συμμετοχή του Σπυρίδωνος Φλογαϊτη, ως ad hoc δικαστή. Ο κ. Φλογαϊτης είχε μειοψηφίσει στην αρχική απόφαση).

Με την αρχική απόφαση της 8ης Ιουλίου 2010, το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η μη λήψη μέτρων για την ψήφο των κατοίκων εξωτερικού, παρόλο που το Σύνταγμα της Ελλάδας εδώ και 35 χρόνια προβλέπει αυτό το δικαίωμα, συνιστούσε μάλλον άδικη μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών που ζούσαν στο εξωτερικό. Το Δικαστήριο ανέφερε ότι το Άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 δεν επιβάλλει μόνο μια υποχρέωση για τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη να διενεργούν εκλογές υπό όρους που διασφαλίζουν την ελεύθερη έκφραση και γνώμη του λαού, αλλά επίσης επέβαλε ατομικά δικαιώματα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το δικαίωμα ψήφου.

Έργο του Δικαστηρίου είναι να ελέγξει κατά πόσον οι προϋποθέσεις που ισχύουν για το δικαίωμα ψήφου δεν περιορίζουν το δικαίωμα αυτό σε τέτοια έκταση ώστε να θίγουν την ουσία του και να ακυρώνουν την πρακτική ενάσκησή του.

Η υπόθεση αφορούσε το παράπονο των προσφευγόντων ότι η Ελληνική νομοθεσία δεν περιείχε τις αναγκαίες προβλέψεις που θα επέτρεπαν στους Έλληνες πολίτες που ζουν στο εξωτερικό να ψηφίζουν στις κοινβοουλευτικές εκλογές από τα μέρη της κατοικίας τους. Έτσι, η προσφυγή δεν σχετίζεται με την αναγνώριση δικαιώματος ψήφου στους κατοίκους εξωτερικού, ως τέτοιο, αλλά περισσότερο στις προϋποθέσεις που διέπουν την ενάσκηση αυτού του δικαιώματος. Το ζήτημα ήταν εάν το Άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου 1 επιβάλλει στα Κράτη μια υποχρέωση να εισάγουν ένα σύστημα που να επιτρέπει στους πολίτες που ζουν στο εξωτερικό να ασκούν τα εκλογικά τους δικαιώματα από το εξωτερικό.

Προκειμένου να εξετάσει αυτό το ζήτημα, το Δικαστήριο ερμήνευσε τις διατάξεις του Άρθρου 3 του πρωτοκόλλου 1 υπό το φως των σχετικών διεθνών νομοθετικών κειμένων, των πρακτικών των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης και των διατάξεων του Ελληνικού εσωτερικού δικαίου. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ούτε το σχετικό διεθνές και περιφερειακό δίκαιο, ούτε οι ποικίλες πρακτικές των κρατών μελών σχετικά με αυτό το θέμα περιέχουν κάποια υποχρέωση ή ομοφωνία που θα επέβαλε στα κράτη να διασφαλίζουν τα εκλογικά δικαιώματα των πολιτών που ζουν στο εξωτερικό. Ενώ το Συμβούλιο της Ευρωπης είχε καλέσει τα κράτη μέλη να διευκολύνουν τους κατοίκους τους στο εξωτερικό να συμμετέχουν με τον πληρέστερο δυνατό τρόπο στην εκλογική διαδικασία,η Επιτροπή της Βενετίας ήταν της άποψης ότι η διευκόλυνση της ενάσκης του εν λόγω δικαιώματος ήταν επιθυμητή, αλλά όχι υποχρεωτική για τα Κράτη.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης επιτρέπει στους πολίτες τους να ψηφίζουν από το εξωτερικό, κάποια κράτη δεν το προβλέπουν. Περαιτέρω σε αυτά τα κράτη που επιτρέπεται η ψήφος από το εξωτερικό, τα πρακτικά μέτρα ποικίλουν.

Το Δικαστήριο παρατήρησε επίσης ότι αν και το Σύνταγμα της Ελλάδας περιλαμβάνει μια διάταξη που ενθαρρύνει τον νομοθέτη να οργανώσει την ενάσκηση των εκλογικών δικαιωμάτων των κατοίκων του εξωτερικού, δεν του επέβαλε να το πράξει. Παρατηρώντας ότι διάφορες προσπάθειες για ψήφιση νομοθεσίας σχετικά με την ενάσκηση του δικαιώματος ψήφου των Ελλήνων που ζουν στο εξωτερικό απέτυχαν να συγκεντρώσουν πολιτική συμφωνία, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν δική του δουλειά να υποδείξει στις εθνικές αρχές πότε και πώς θα ενεργοποιήσει αυτή τη διάταξη.

Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διατάραξη της οικονομικής, οικογενειακής κι εργασιακής ζωής των προσφευγόντων που θα προκαλείτο επειδή θα έπρεπε να ταξιδεύσουν στην Ελλάδα για να ψηφίσουν, δεν ήταν τόσο δυσανάλογη ώστε να θεωρηθεί ότι παραβίαζε το δικαίωμά τους. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι δεν υπήρχε παραβίαση του άρθρου 3 του Πρωτοκόλλου αρ. 1.

____________


Σχόλιο:

Προσωπικά διαφωνώ με αυτήν την απόφαση του Δικαστηρίου και συμφωνώ με την πρωτόδικη απόφασή του. Από την στιγμή που το δικαίωμα συμμετοχής σε ελεύθερες εκλογές έχει αναγνωριστεί ως ανθρώπινο δικαίωμα, αναπόσπαστο τμήμα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, τα κράτη πρέπει να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη άσκησή του. Παρατηρείται για άλλη μια φορά ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σε επίπεδο "Τμήματος" λειτουργεί με πιο νομικούς και ξεκάθαρους όρους. Ενώ στο "Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης", ως συνήθως, όταν διαπιστώνει κάποια έλλειψη γενικής "ομοφωνίας" στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης (47 κράτη!), τότε θεωρεί ότι δεν παραβιάζεται η Σύμβαση. Έτσι όμως η απονομή δικαιοσύνης γίνεται τελικά θέμα "πλειοψηφικό". Τι να την κάνουμε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση αν οι αποφάσεις σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου λαμβάνονται με βάση την πλειοψηφία των εσωτερικών νομοθεσιών των κρατών μελών; Γι' αυτό τελικά οι αποφάσεις της Ευρείας Σύνθεσης έχουν ένα χαρακτήρα τήρησης πολιτικών ισορροπιών, χαμηλώνοντας το επίπεδο της απονομής δικαιοσύνης στο στάδιο της δημοσκοπικής καταγραφής.

Μια δεύτερη παρατήρησή μου είναι η ντροπή του να αναγνωρίζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ότι το Σύνταγμά μας επί 35 χρόνια αναφέρει το δικαίωμα ψήφου των κατοίκων του εξωτερικού, ενώ δεν υπάρχει πολιτική συμφωνία για την νομοθετική κατοχύρωση του δικαιώματος. Και θεωρώ πραγματικά αποτυχία του συνταγματικού νομοθέτη, να αναγνωρίζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ότι οι διατάξεις του είναι ευχολόγια, χωρίς νομική δεσμευτικότητα, αλλά ως παροχή "ευχέρειας" στον κοινό νομοθέτη να διευκολύνει την ψήφο των πολιτών που ζουν στο εξωτερικό. Ή είναι νομικά δεσμευτικό το Σύνταγμα ή ας αναγνωρίσουμε ότι εντάσσεται στις εικαστικές τέχνες.

Η Ελλάδα δεν θα πρέπει να επαναπαυθεί με αυτήν την απόφαση. Αντίθετα, θα πρέπει να λάβει μέτρα για να υλοποιήσει την συνταγματική επιταγή και να δώσει την δυνατότητα στους Έλληνες κι Ελληνίδες πολίτες του εξωτερικού να ασκούν τα εκλογικά δικαιώματά τους στις πρεσβείες των χωρών που κατοικούν, όπως κάθε πολιτισμένο και δημοκρατικό κράτος.


Μήνυμα για την Ημέρα Προστασίας Καταναλωτή

Τετάρτη, Μαρτίου 14, 2012

Oι αλλαγές του Ν.4055/2012 περί "δίκαιης δίκης" στην πολιτική δικονομία

Ένας νέος νόμος έρχεται να μεταβάλλει διατάξεις που διέπουν την απονομή της δικαιοσύνης, σε αρκετά σύντομο χρονικό διάστημα από την τελευταία τροποποίηση των βασικών νομοθετικών κωδίκων (που έγινε τον Ιούλιο με τον Ν.3994/2011). Σε αυτό το μικρό αφιέρωμα θα εστιάσω μόνο στις αλλαγές που επέρχονται σε πολιτικοδικονομικές διατάξεις, ενώ ο Ν.4055/2012 ("για τη δίκαιη δίκη και την εύλογη διάρκεια αυτής") επιφέρει αλλαγές και σε άλλες δικονομίες, καθώς και στο ουσιαστικό δίκαιο.

Αρμοδιότητες:
- Η καθ' ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου αυξάνεται από τις 120.000 ευρώ στις 250.000 ευρώ (άρθρο 14 παρ. 2)
- Στην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου προστίθενται και οι διαφορές που αφορούν το διαζύγιο, την ακύρωση του γάμου, την αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρ­ξίας του γάμου, τις σχέσεις των συζύγων κατά τη διάρ­κεια του γάμου, οι οποίες πηγάζουν από αυτόν, καθώς και εκείνες της παραγράφου 1 του άρθρου 614 (άρθρο 17)
- Κατά τόπον αρμόδιο είναι και το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχουν υποκατάστημα (εκτός από την έδρα τους, στην οποία περιοριζόταν το προϊσχύον), (άρθρο 25 παρ. 2)
- Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από υπέρβαση δικαιοδοσίας και παράβαση διατάξεων σχετικά με την αρμοδιότητα, μπορεί να κρα­τήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αρ. 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστη­ρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. (άρθρο 580 παρ. 3).
- Οι διαφορές διατροφής κι επιμέλειας τέκνων δεν μπορούν να εισάγονται στα πολυμελή πρωτοδικεία (681Β παρ. 2).
- Τα ειρηνοδικεία είναι αποκλειστικά αρμόδια για την συναινετική εγγραφή ή άρση προσημείωσης υποθήκης (άρθρο 681 παρ. 4).
- Το ειρηνοδικείο γίνεται το κατ' εξοχήν δικαστήριο της εκούσιας δικαιοδοσίας, εκτός από τις εξαιρέσεις που αναφέρονται στο νέο άρθρο 740. Στις περιπτώσεις που διατάξεις νόμων προσδιορίζουν, για τις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, αρμοδιότητα πρωτοδικείων, αρμόδια είναι τα ειρηνοδικεία. Εξαιρού­νται μόνον οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας του άρθρου 4 του ν. 3588/2007 (Α' 153), του ν. 2664/1998 (Α' 275), του άρθρου 1441 του Αστικού Κώδικα, καθώς και του άρθρου 905 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
- Το ειρηνοδικείο καθίσταται επίσης το forum απόφασης για θέματα διαιτησίας και διαιτητών (άρθρα 878-880).

Πληρεξουσιότητα:
- Για την κατάρτιση της έγγραφης συμφωνίας συναινετικού διαζυγίου οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (άρθρο 94 παρ. 1).
- Στον Άρειο Πάγο, για τον προσδιορισμό δικασίμου, εκτός από όλα τα άλλα δικόγραφα και αποφάσεις που χρειάζονται, απαιτείται να κατατεθεί και συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο (άρθρο 568 παρ. 1).
- Ειδικά για τις εργατικές διαφορές, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πλη­ρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποια­δήποτε άλλη δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή (άρθρο 665 νέα παράγραφος 3).

Αίτηση εξαίρεσης:
Η αίτηση εξαίρεσης εάν είναι αόριστη ως προς τα πραγματικά περιστατικά, προδήλως αβάσιμη ή καταχρηστική απορρίπτεται από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου (άρθρο 60 γ΄ εδάφιο)

Παράβολα:
- Η αίτηση εξαίρεσης συνοδεύεται από παράβολο 100 ευρώ που επιστρέφεται εάν γίνει δεκτή, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (άρθρο 53 παρ. 3)
- Η αποδεδειγμένη αδυναμία καταβολής των παραβόλων, πέραν των εξόδων της δίκης, αναφέρεται ρητώς ως λόγος παροχής του ευεργετήματος της πενίας (άρθρα 194 και 199 παρ. 1).
- Με την κατάθεση της έφεσης κατατίθεται παράβολο 200 ευρώ, με την κατάθεση της αναίρεσης κατατίθεται παράβολο 300 ευρώ, με την κατάθεση της αίτησης αναψηλάφισης κατατίθεται παράβολο 400 ευρώ, διαφορετικά το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Σε περίπτωση νίκης επιστρέφεται το παράβολο αλλιώς το δικαστήριο διατάζει την εισαγωγή του στο δημόσιο ταμείο. Τα παράβολα δεν ισχύουν για τις εργατικές διαφορές (663), για τις διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας (677) και οι διαφορές διατροφών, γονικής μέριμνας και χρήσης οικογενειακής στέγης (681Β).

Θεσμικές καινοτομίες:
- Εισάγεται η δυνατότητα προσφυγής σε δικαστική διαμεσολάβηση (άρθρο 214Β). Τα πρακτικά της δικαστικής διαμεσολάβησης, καθώς και του εξωδικαστικού συμβιβασμού του άρθρου 214Α, υποκαθιστούν τον τίτλο συμβολαιογραφικού εγγράφου που απαιτείται κατά το ουσιαστικό δίκαιο και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως τίτλοι προς εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης (άρθρο 293 παρ. 1)
- Εισάγεται η δυνατότητα κατάθεσης προτάσεων και "σχετικών" με ηλεκτρονικά μέσα (άρθρο 237)
- Εισάγεται η δυνατότητα τήρησης πρακτικών με φωνοληψία ακόμα και για το ειρηνοδικείο (άρθρο 256 παρ.3)
- Στα Πολυμελή Πρωτοδικεία, αν πρόκειται να εξεταστούν μάρτυρες η συζήτηση μπορεί να δια­κόπτεται και για την αμέσως επόμενη δικάσιμο της ίδιας σύνθεσης, κατά την οποία και ολοκληρώνεται η συζήτηση χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πλη­ρεξουσίων δικηγόρων τους, αφού προηγηθεί η εξέταση των μαρτύρων. Οι μάρτυρες εξετάζονται ξεχωριστά για κάθε υπόθεση ενώπιον του ορισμένου από τον πρόεδρο εισηγητή δικαστή. Ο ακριβής τόπος και χρόνος διεξα­γωγής των εμμάρτυρων αποδείξεων καθορίζεται κατά την αρχική δικάσιμο αμέσως μετά την εκφώνηση και τη διακοπή της συζήτησης με ανακοίνωση του προέδρου, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων και εκείνων που δεν πα­ρίστανται. Ο εισηγητής αποφασίζει για όλα τα σχετικά με την απόδειξη διαδικαστικά ζητήματα (άρθρο 270 παρ. 5).
- Αφού περατωθεί η ψηφοφορία, ο εισηγητής δικα­στής συντάσσει την απόφαση σε ηλεκτρονική μορφή. Αν πρόκειται για αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτο­δικείου και του Ειρηνοδικείου, την απόφαση συντάσσει σε ηλεκτρονική μορφή και ακολούθως χρονολογεί και υπογράφει την αποτύπωσή της σε υλική μορφή ο δικα­στής που εκδίδει την απόφαση. Η απόφαση δημοσιεύεται σε δημόσια συνεδρίαση. Ο δικαστής που παραδίδει την απόφαση σε ηλεκτρονική μορφή, παραδίδει ομοίως και το πρωτότυπο της απόφασης με πλήρες το περιεχόμενο που προβλέπεται στο άρθρο 305 (άρθρο 304).
- Διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται όχι πλέον μόνον από ιδιωτικό/δημόσιο έγγραφο, αλλά και με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης του οφειλέτη (άρθρο 623).


Σύντμηση προθεσμιών με σκοπό την "εύλογη διάρκεια της δίκης":
- Σε περίπτωση αποχής δικηγόρων, οι υποθέσεις αναβάλλονται υποχρεωτικά σε δικάσιμο που ανακοι­νώνει το δικαστήριο εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών ή σε άλλη εμβόλιμη δικάσιμο.» (άρθρο 241 παρ. 1)
- Η συζήτηση της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής προσδιορίζεται υποχρεωτικά εντός εξήντα (60) ημερών (κάτοικος ημεδαπής) ή εντός ενενήντα (90) ημερών (κάτοικος αλλοδαπής) και εκδικάζονται με την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων κατά το άρθρο 643 και με κλήτευση αντιδίκου προ 30 ημερών () ή 60 ημερών (διαμένων στην αλλοδαπή ή αγνώστου διαμονής). Η αίτηση αναστολής ασκείται στο δικαστήριο της ανακοπής και συζητείται υποχρεωτικά κατά την ορισθείσα δικάσιμο αυτής (άρθρο 632).
- Στις διαφορές από πιστωτικούς τίτλους, ενώ κατά το προϊσχύον "ο δικαστής αποφαίνεται οριστικά αμέσως", με την νέα διάταξη, "η απόφαση του δικαστηρίου δημοσιεύεται σε δημόσια συνεδρίαση υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από τη συζήτηση της αγωγής" (άρθρο 643).
- Στις μισθωτικές και στις εργατικές διαφορές καθώς και στις δίκες ανακοπών της αναγκαστικής εκτέλεσης εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη του άρθρου 643 (άρθρα 647, 666 παρ. 3 και 937 παρ.3)
- Η έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου προϋποθέτει την έγγραφη όχληση 15 ημέρες (αντί για 1 μήνα που ήταν το προϊσχύον) πριν από την κατάθεση της αίησης. Η καταβολή των μισθωμάτων εντός του 15ημέρου (αντί του μηνός) αποδεικνυόμενη εγγράφωες αποκλείει την έκδοση της διαταγής. Επίδοση έγγραφης όχλησης απαιτείται μόνο την πρώτη φορά (άρθρο 662 Α).
-Η συζήτηση των αγωγών και των τακτικών ενδίκων μέσων επί των διαφορών για άκυρη απόλυση, μισθούς υπερημερίας και για καθυστερούμενους μισθούς προσ­διορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή τους. Αν αναβληθεί η συζήτηση αυτή προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέ­ρες. Αν ασκηθεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, αυτή κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου της αγω­γής και συζητείται υποχρεωτικά κατά την ορισθείσα δικάσιμο αυτής (νέο 672Α).
-Η συζήτηση της προσωρινής διαταγής προσδιορίζε­ται υποχρεωτικά εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) εργάσιμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης. Αν ο δικαστής κρίνει ότι είναι αναγκαία η εμφάνιση του καθού τον καλεί με οποιονδήποτε τρόπο εντός της ως άνω προθεσμίας. Αν γίνει δεκτό το αίτημα για έκδοση προσωρινής διαταγής η σχετική αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προσδιορίζεται για συζήτηση μέσα σε τριάντα ημέρες. Αναβολή της συζήτησης δεν επιτρέπεται, άλ­λως παύει αυτοδικαίως η ισχύς της προσωρινής διατα­γής, εκτός αν αυτή παραταθεί από το δικαστήριο που εκδικάζει την αίτηση. Σε κάθε περίπτωση ο αντίδικος διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει την ανάκληση της προσωρινής διαταγής. (άρθρο 591 παρ. 4).
-Η απόφαση του δικαστηρίου στα ασφαλιστικά μέτρα καθώς και στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας δημοσιεύεται σε δημό­σια συνεδρίαση μετά την περάτωση της ακροαματικής διαδικασίας και το αργότερο μέχρι και σαράντα οκτώ (48) ώρες μετά τη συζήτηση, καταχωριζομένου του δια­τακτικού της κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και αν για ειδικούς λόγους επιβάλλεται να επιφυλαχθεί το δικαστήριο να εκδώσει την απόφασή του σε μεταγενέστερο χρόνο, αυτός που διευθύνει τη συζήτηση έχει την υποχρέωση να γνωστο­ποιεί την ημέρα και ώρα που θα δημοσιευθεί η απόφαση, η οποία περιέχει συνοπτική αιτιολογία ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία του επικαλούμενου δικαιώματος και τη συνδρομή ή μη επικείμενου κινδύνου ή επείγουσας περίπτωσης, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από τη συζήτηση της αίτησης. Μέσα στην ίδια προθεσμία ο δικαστής που εκδίδει την απόφαση οφείλει να συντάξει, χρονολογήσει και υπογράψει το σύνολο των αποφάσεων επί των υποθέσεων που συ­ζητήθηκαν (άρθρα 691 παρ.5 και άρθρο 756).
- Η συζήτηση της ανακοπής του άρθρου 933 και του άρθρου 936 προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της. Η ανακοπή μπορεί να επιδοθεί και στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε την επιταγή του άρθρου 924 ή παρέσχε την εντολή για τη διενέργεια οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Μικροδιαφορές:
- Εάν απουσιάζει κάποιος διάδικος, η συζήτηση συνεχίζεται χωρίς αυτόν, χωρίς εφαρμογή των διατάξεων περί ερημοδικίας του εναγομένου (271 παρ.3) ή της ερημοδικίας του ενάγοντος (271 παρ. 1-2) (άρθρο 469 παρ.1)

Αναγκαστική εκτέλεση:
- Στην περίπτωση της κατά το άρθρο 943 υποχρέωσης απόδοσης ακινήτου, η αξίωση εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, κατά του με­σεγγυούχου που διορίστηκε από τον δικαστικό επιμελητή, προς απόδοση των κινητών πραγμάτων, παραγράφεται ύστερα από έξι (6) μήνες από την αποβολή του.
- Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε δέκα ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτ­λο με το επιδοτήριο της επιταγής, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις της επίδοσής της στον οφειλέτη και στο ειρηνοδικείο και, στην περίπτωση του άρθρου 956 παράγραφος 3, και το γραμμάτιο της δημόσιας κατάθεσης, συντάσσοντας έκθεση για όλα αυτά. (955 παρ. 2)
- Στην τάξη των απαιτήσεων από παροχή εξαρτημένης εργασίας (άρθρο 975 περ. 3) υπάγονται και οι απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας γενικής γραμματείας κοινωνικών ασφαλίσεων, οι απαιτήσεις αποζημίωσης σε περίπτωση θανάτου του υποχρέου προς διατροφή, καθώς και οι απαιτήσεις αποζημίωσης λόγω αναπηρίας ποσοστού εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης.
- Η ανακοπή που στρέφεται κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη, προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέ­ρες από την κατάθεσή της, αν ο δανειστής είναι κάτοι­κος ημεδαπής ή μέσα σε εκατόν είκοσι (120) ημέρες αν είναι κάτοικος αλλοδαπής (άρθρο 979).
- Η ανακοπή του άρθρου 986 προσδιορίζεται υποχρεω­τικά μέσα σε εκατόν είκοσι (120) ημέρες από την κατά-θεσή της, μπορεί δε να επιδοθεί και στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε την προσβαλλομένη δήλωση.
- Την κατάσχεση δικαιωμάτων του άρθρου 1022 διατά­ζει ύστερα από αίτηση εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, το ειρηνοδικείο, κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 επ. (άρθρο 1023 παρ. 1).

Όρκος:
- Στη διαδικασία της αίτησης έκδοσης διαταγής απόδοσης μισθίου, καταργείται η ευχέρεια του δικαστή να καλέσει τον αιτούντα να βεβαιώσει και ενόρκως τα περιστατικά που απαιτούνται για την έκδοση της διαταγής (άρθρο 662Γ παρ. 3, κατάργηση τελευταίας περιόδου).

Διαδικαστικές / φραστικές βελτιώσεις:
- Η διαταγή απόδοσης μισθίου αποτελεί τίτλο εκτελεστό. Η εκτέλεσή της μπορεί να πραγματοποιηθεί αφού παρέλθουν είκοσι (20) ημέρες από την επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη επίδοση αντιγράφου της. Η διαταγή εκτελείται και κατά των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 659 (άρθρο 662Δ παρ.3)
- Στην αίτηση για διαταγή απόδοσης της χρήσης μι­σθίου ακινήτου μπορεί να σωρευτεί και αίτημα κατα­δίκης για χρηματική απαίτηση από οφειλόμενα μισθώ­ματα, κοινόχρηστες δαπάνες, τέλη και λογαριασμούς κοινής ωφελείας, εφόσον το ύψος τους αποδεικνύεται από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, ιδίως λογαριασμούς κοινοχρήστων και οργανισμών κοινής ωφέλειας. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 662Α έως Η, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 624, 626 παράγραφοι 2 και 3, 630 στοιχεία γ', δ' και ε' και 634. (νέο άρθρο 662Θ).
- Η διαδικασία του 681Β αφορά πλέον όχι μόνο την άσκηση, αλλά και την "αφαίρεση" της γονικής μέριμνας (681Β παρ. 1 στ. β΄)
- Δικαστικό ένσημο δεν καταβάλλεται για τις αναγνωριστικές αγωγές που αφορούν τις διαφορές των άρθρων 663, 677, 681Α και 681Β, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύ­ρωση πλειστηριασμού.Η διάταξη της παραγράφου 14 του άρθρου 72 του ν. 3994/2011 (Α' 165) δεν εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν από την έναρξη ισχύος του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος αυτού.

Κατά το άρθρο 113 Ν.4055/2012, τα παραπάνω ισχύουν από 2.4.2012, εκτός από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 110. Για την πολιτική δικονομία, το άρθρο 110 ενδιαφέρει ως προς το συναινετικό διαζύγιο, η νέα ρύθμιση του οποίου ισχύει και για τις περιπτώσεις στις οποίες έχει ήδη γίνει η πρώτη συζήτηση: δεν χρειάζεται δεύτερη συζήτηση, μπορούν να το λύσουν με ιδιωτικό έγγραφο. Καθώς και για τα θέματα σωματείων, διαθηκών και κληρονομητηρίων, η αρμοδιότητα των άλλων δικαστηρίων παραμένει μέχρι την υπαγωγή τους στα ειρηνοδικεία.

Η προσωπικότητα δεν κληρονομείται νομικά.

 Οι κληρονόμοι πνευματικών ή συγγενικών δικαιωμάτων έχουν μόνο τις εξουσίες που τους απονέμει ο νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία (Ν.2121/...