Δευτέρα, Αυγούστου 16, 2010

Υπηρεσίες Πολυμεσικής Πληροφόρησης

Υπάρχουν αρκετές εταιρίες οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα της αποστολής περιεχομένου έναντι αμοιβής μέσω SMS, αλλά και μέσω Διαδικτύου, αμοιβόμενες μέσω κινητού τηλεφώνου.

Το νομικό καθεστώς τους διέπεται από τον σχετικό Κώδικα Δεοντολογίας της ΕΕΤΤ (του 2007) και φυσικά από τη γενικότερη νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων, καθώς και το δίκαιο προστασίας του καταναλωτή.

Αντίθετα λοιπόν απ' ότι γράφεται και υποστηρίζεται στον τύπο, δεν πρόκειται για παράνομες εμπορικές δραστηριότητες, αλλά για έναν νέο κλάδο στις υπηρεσίες περιεχομένου. Χωρίς να λείπουν βεβαίως και οι εξαιρέσεις στις οποίες διαπιστώνεται παραβίαση διατάξεων και στις οποίες επιλαμβάνονται οι αρμόδιες αρχές και τα δικαστήρια.

Η Παναγία Σουμελά και η θρησκευτική ελευθερία

Άκουσα το πρωί τον πρωθυπουργό της Τουρκίας που προσπαθούσε να εξηγήσει στο λαό τους λόγους για τους οποίους η χώρα επέτρεψε στους ορθόδοξους να τελέσουν λειτουργία σε έναν ιστορικό ναό. Τους έλεγε "και τι χάσαμε που αφήσαμε 1.500 με 2.000 άτομα να κάνουν τη λειτουργία τους; Όποιος έχει δυνατή πίστη δεν φοβάται την θρησκευτική ελευθερία." Αν και πρόκειται για καθαρά ωφελιμιστική επιχειρηματολογία ("τι χάσαμε;"), το επιχείρημα ότι η πίστη δεν περιφρουρείται με απαγορεύσεις είναι αρκετά πειστικό και νομίζω ότι θα έπειθε ακόμη και τους πιο ευσεβείς πιστούς κάθε πλευράς.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, λειτουργώντας σε ένα εξ ορισμού διεθνοποιημένο περιβάλλον, χωρίς τις ειδικές εξουσιαστικές δυνάμεις μια "επικρατούσας θρησκείας", έχει αντιληφθεί ότι η πολιτική του πρέπει να βασίζεται στην εφαρμογή των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η Τουρκία είναι μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης κι έχει υπογράψει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, με αποτέλεσμα την νομική δέσμευσή της για τήρηση της θρησκευτικής ελευθερίας. Το ίδιο και η Ελλάδα. Και οι δύο χώρες όμως έχουν καταδικαστεί για παραβιάσεις της θρησκευτικής ελευθερίας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Μάλιστα η πρώτη απόφαση στην ιστορία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που διαπίστωσε παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας εκδόθηκε εις βάρος της Ελλάδας (υπόθεση Κοκκινάκη).

Φυσικά, η τήρηση ή παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων γνωρίζει την μετάφρασή της στα πολιτικά συμφραζόμενα της εκάστοτε συγκυρίας: μία άρνηση της Τουρκίας στην αίτηση του Οικουμενικού Πατριάρχη θα την είχε οδηγήσει όχι μόνο στο Ευρωπαϊκο Δικαστήριο, αλλά και μερικά χρόνια πιο μακριά από την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν είπε κανείς ότι η κάθε χώρα εφαρμόζει τα ανθρώπινα δικαιώματα από καλή θέληση ή λόγω της αφοσίωσής της στις αρχές του ανθρωπισμού ή επειδή έχει καλούς νομικούς συμβούλους. Αλλά αυτό ουδόλως αφορά τους πιστούς που τους δόθηκε η δυνατότητα να ασκήσουν το ανθρώπινο δικαίωμα της θρησκευτικής λατρείας σε έναν χώρο με το ιστορικό και θρησκευτικό φορτίο της Παναγίας Σουμελά. Η επιχειρηματολογία με βάση τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι τελικά πολύ πιο αποτελεσματική σε σχέση με τις απογυμνωμένες ιστορικές αξιώσεις που ενεργοποιούν εθνικά ανακλαστικά και πολιτικές αντιστάσεις. Γι' αυτό όσοι εγκαλούν τον νομικό λόγο (ως "λεγκαλισμό", δηλαδή μια εμμονική επίκληση διατάξεων) θα πρέπει να επανεξετάσουν την κανονιστική του επιβολή στην επίτευξη αποτελεσμάτων υπέρ της ελευθερίας.

Από την άλλη πλευρά, περιμένω και πάλι τον ακρο-ελευθεριακό αντίλογο που θα πει ότι δεν πρόκειται για μια νίκη της ελευθερίας, αλλά για μια μετάλλαξη των δεσμών που συνεπάγεται η κάθε θρησκεία. Γι' αυτούς ελευθερία θα ήταν πολύ απλά η κατάργηση της "ισότητας" του να επιλέξεις ποιες θρησκευτικές χειροπέδες θέλεις να φορέσεις. Όπως δηλαδή αρνούνται την ισότητα στο γάμο ανεξαρτήτως φύλου, επειδή ο γάμος είναι ένας αναχρονιστικός θεσμός, έτσι αρνούνται να αναγνωρίσουν κάποια εξέλιξη στη λειτουργία ενός μειονοτικού δόγματος σε ένα κοσμικό κράτος. Η ανάλυση αυτή, η οποία κατ' αποτέλεσμα επαναφέρει μια φονταμενταλιστική αντίληψη, δεν μπορεί παρά να υποδεικνύει τελικά την κατάργηση της θρησκευτικής ελευθερίας, όπως και την κατάργηση του δικαιώματος στο γάμο. Πραγματική ελευθερία όμως είναι το δικαίωμα επιλογής: μόνο έχοντας αυτό το δικαίωμα μπορεί κάποιος ελεύθερα να επιλέξει να μην είναι πιστός ή να μην παντρευτεί. Για να φτάσεις όμως σε αυτό πρέπει να περάσεις από την ανοχή στην ορθόδοξη λειτουργία στην Τουρκία, όπως και από το ανοιχτό και ελεύθερο Τζαμί στην Αθήνα.


Παρασκευή, Αυγούστου 13, 2010

Η πρώτη ελληνική δικαστική απόφαση για "κλοπή ταυτότητας"

Όταν κάποιος άγνωστος έχει χρησιμοποιήσει παρανόμως τα στοιχεία ταυτότητας ενός ατόμου και έχει προκαλέσει κάποιου είδους απάτη σε βάρος του, οι αρχές είναι σχεδόν απίθανο να εντοπίσουν τον δράστη. Το φαινόμενο της "κλοπής ταυτότητας" (identity theft) ξεπερνά κατά πολύ τις κλασικές περιπτώσεις πλαστογραφίας και συνδέεται με την παράνομη χρήση προσωπικών δεδομένων. Καθώς εισερχόμαστε όμως στην περιοχή της προστασίας προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη δεν αφορά μόνο τον δράστη, αλλά και την εταιρία που δέχθηκε τα στοιχεία ταυτότητας, εφόσον αποδειχθεί ότι υπήρχε πλημμελής έλεγχος της ακρίβειας των πιστοποιητικών που προσκομίζει ο δράστης. Στην απόφαση που ακολουθεί, υποστηρίχθηκε ότι η σύναψη σύμβασης υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας από άτομο που δεν ήταν ο κάτοχος των στοιχείων ταυτότητας που προσκόμισε, εγείρει ζητήματα ευθύνης της ίδιας της εταιρίας που δέχθηκε τα στοιχεία, ως προς τον έλεγχο ομοιότητας ανάμεσα στην υπογραφή στο δελτίο ταυτότητας και την υπογραφή που έθεσε ο άγνωστος στο σώμα της σύμβασης. Πρόκειται για προδικαστική απόφαση, αφού ως προς την ουσία (αποδείξεις) το δικαστήριο διέταξε επανάληψη της διαδικασίας, αλλά ως προς το νομικό μέρος είναι η πρώτη φορά που γίνεται δεκτή η εν λόγω νομική βάση, δηλαδή το θεσμικό πλαίσιο για την προστασία προσωπικών δεδομένων στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, για να διερευνηθεί η ευθύνη της εταιρίας και να εξεταστεί η αποζημίωση του θύματος. Σημειωτέον ότι ο εν λόγω Ν.3471/2006 προβλέπει ως ελάχιστο αποζημίωσης για ηθική βλάβη το ποσό των 10.000 ευρώ.



ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ

Αριθμός Αποφάσεως 1015/2010

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ

Αποτελούμενο από τον Ειρηνοδίκη *** και την γραμματέα ***

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18-3-2010 για να δικάσει την υπόθεση μεταξή

Του ενάγοντος *** που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Βασίλειου Σωτηρόπουλου

Κατά της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία *** που εδρεύει *** και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της ***.

Συζητήθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο η από 15-5-2009 αγωγή που κατατέθηκε με αριθμό ***.
Προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα στη σειρά της από το πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση οι διάδικοι ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις έγγραφες προτάσεις τους.

AΦΟΥ

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην κρινόμενη αγωγή του ο ενάγων ισχυρίζεται ότι υπαίτια οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης χωρίς προηγουμένως να προβούν στην ταυτοποίηση του προσώπου του ενάγοντος με το άγνωστο πρόσωπο, που εμφανίσθηκε μπροστά τους, αρκούμενοι μόνο στην επίδειξη και προσκόμιση φωτοτυπίας της αστυνομικής ταυτότητας αυτού (του ενάγοντος) και όχι του ίδιου του δελτίου της αστυνομικής ταυτότητας αυτού και χωρίς να εξακριβώσουν την εμφανή διαφορετικότητα (πλαστότητα) της υπογραφής, κατάρτισαν συμβόλαιο κινητής τηλεφωνίας πολλαπλών συνδέσεων (οικογενειακό πακέτο) στο όνομα αυτού (του ενάγοντος). Ότι παρότι ( ο ενάγων ), όταν αντιλήφθηκε το παραπάνω γεγονός μόλις έλαβε τον πρώτο λογαριασμό ειδοποίησε και ενημέρωσε αμέσως την εναγομένη, οι προστηθέντες υπάλληλοι της τελευταίας και πάλι δεν εκπλήρωσαν τις δεσμεύσεις τους για άμεση ακύρωση του συμβολαίου αλλά προέβησαν στην έκδοση και χρέωση και επόμενων λογαριασμός. Αιτείται δε επικαλούμενος την ευθύνη της εναγομένης κατά τις διατάξεις του Ν.3471/2006 και του Ν.2472/1997 αρθ 3,4 και 13, ισχυριζόμενος ότι η εναγομένη με τις παραπάνω πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων υπαλλήλων της επέτρεψε την παράνομη και αθέμιτη επεξεργασία των στοιχείων του ενάγοντα ως προσωπικών του δεδομένων, να διαγραφούν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αυτού, που περιλαμβάνονται στο αρχείο της εναγομένης, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 10.000 ευρώ, εντόκως από της επιδόσεως της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή για το αντικείμενο της οποίας καταβλήθηκε, μετά από τηλεφωνική πρόσκληση του ενάγοντος κατ' άρθ 227 του ΚΠολΔ το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τα με αριθμο *** γραμμάτια, αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατ' αρθ 7,9,11,14 παρ.1, 22-25 του ΚΠολΔ, κατά την προβλεπόμενη στο αρθ 14 του Ν.3471/2006 διαδικασία των αρθ 664-776 του ΚΠολΔ για τις εργατικές διαφορές. Κρίνεται δε νόμιμη και στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 932 ΑΚ, αρθ 3,13 του Ν.3471/2006 , αρθ 3,4,5,10,13 και 14 του Ν.2472/1997, 907, 908, 946 και 176 του ΚΠολΔ και πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω.

Στην προκειμένη περίπτωση ενόψει των ισχυρισμών των διαδίκων πρέπει κατά την κρίση του Δικαστηρίου να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης κατ' άρθ 254 του ΚΠολΔ προκειμένου να συμπληρωθούν οι αποδείξεις [...].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων
Αναβάλλει την έκδοση της οριστικής απόφασης
Διατάζει την επανάληψη της συζήτησης [...].

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στο Μαρούσι στις 30-7-2010.

Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Γιατί το Σύμφωνο Συμβίωσης δεν καλύπτει όλα τα δικαιώματα

Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους απάντησε σε σχετικό ερώτημα του Ι.Κ.Α. ότι στην έννοια της "οικογένειας", κατά το κοινωνικοασφαλιστικό δίκαιο, δεν εντάσσονται τα άτομα που έχουν συνάψει σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης, σε αντίθεση με τα άτομα που έχουν συνάψει γάμο. Το ΝΣΚ στην ανάλυσή του όμως δεν περιορίστικε στην απλή ανάγνωση των διατάξεων της κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας, όπου οι δικαιούχοι κατονομάζονται ρητώς ώστε να είναι συγκεκριμένα τα άτομα που προστατεύονται, αλλά επιχείρησε να πείσει και ότι όσοι έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης δεν αποτελούν "οικογένεια", γενικώς. Η ερμηνεία του γενικού όρου "οικογένεια" από το ΝΣΚ δεν είναι ορθή, δεδομένου ότι ο Άρειος Πάγος έχει αναγνωρίσει δικαίωμα λήψης σύνταξης ακόμη και σε επιβιώσαντα σύντροφο προ της εισαγωγής του θεσμού του συμφώνου συμβίωσης. Εξάλλου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει εξηγήσει ότι η οικογένεια είναι μια de facto κατάσταση, για την ύπαρξη της οποίας δεν χρειάζεται να συντρέχουν γραφειοκρατικές διατυπώσεις. Διότι ο σεβασμός στην οικογενειακή ζωή αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα και δεν περιορίζεται σε ληξιαρχικές πράξεις.

Δεν είναι η πρώτη φορά που το ΝΣΚ ασχολήθηκε με δικαιώματα που απορρέουν από το σύμφωνο συμβίωσης. Με τη γνωμοδότηση 393/2009 έκρινε ότι δεν δικαιούται διπλωματικό διαβατήριο το άτομο που έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης με διπλωματικό υπάλληλο [βλ. εδώ]. Μολονότι εκεί το ΝΣΚ είχε αναγνωρίσει ότι πρόκειται για μια "εναλλακτική μορφή οικογένειας", πάλι οι τυπικές διατάξεις της νομοθεσίας για τα πρόσωπα που δικαιούνται διπλωματικό διαβατήριο δεν περιλάμβαναν ρητώς όσους έχουν σύμφωνο συμβίωσης με τους διπλωματικούς υπαλλήλους, οπότε και το ΝΣΚ δεν μπορούσε να είχε κρίνει διαφορετικά.

Τι συμβαίνει λοιπόν με το σύμφωνο συμβίωσης; Αν διαβάσει κανείς τις διατάξεις του Ν.3719/2008 που εισάγουν αυτό το νέο θεσμό οικογενειακού δικαίου στην Ελλάδα, διαπιστώνει ότι δεν πρόκειται για ένα υποκατάστατο του γάμου. Η θεμελιώδης διαφορά του είναι ότι το σύμφωνο συμβίωσης αποτελεί μια αμιγώς ιδιωτική συμφωνία, όπου τα μόνο δικαιώματα που αποκτούν οι συνάπτοντες τη συμφωνία είναι επίσης ιδιωτικού (αστικού) δικαίου, χωρίς αποτελέσματα στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Δηλαδή με αυτό ρυθμίζονται μόνο περιουσιακά και κληρονομικά θέματα, αλλά όχι φορολογικά, εργατικά κα κοινωνικοασφαλιστικά ζητήματα. Ο νομοθέτης εισήγαγε μια αυστηρώς ιδιωτικού δικαίου μορφή σύμβασης, την οποία θα μπορούσε και χωρίς το νόμο να είχαν συνάψει οι ενδιαφερόμενοι, εάν δεν υπήρχαν διάφορες ενστάσεις αντίθεσης στα χρηστά ήθη (αλλά και στο κληρονομικό δίκαιο) που θα μπορούσαν να είχαν υποβληθεί από τους συγγενείς των ενδιαφερομένων, κυρίως μετά θάνατον.

Το νομοσχέδιο που έχει δημοσιοποιήσει εδώ και χρόνια η νέα κυβέρνηση διαφοροποιεί όμως συνολικά το θεσμό του συμφώνου συμβίωσης, επιφέροντας αποτελέσματα και στο χώρο του δημοσίου δικαίου, με σκοπό να καλυφθούν αυτά τα κενά. Επίσης σε αυτό το νομοσχέδιο θα υπάρχει η δυνατότητα σε ομόφυλα ζευγάρια να συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης. Όμως, δεν επιτρέπεται η απο κοινού υιοθεσία και δεν αναφέρεται τίποτα για τα δικαιώματα παρένθετης μητρότητας και τεχνητής γονιμοποίησης.

[Για ένα crash-test των δύο προτάσεων περί συμφώνου συμβίωσης βλ. εδώ]

Ωστόσο, όσο κι αν το σύμφωνο συμβίωσης "έρθει" πιο κοντά στα χαρακτηριστικά του γάμου, θα αποτελεί πάντοτε έναν διαφορετικό θεσμό οικογενειακού δικαίου. Στο οικογενειακό δίκαιο, όπου η κοινωνική ηθική εμπλέκεται με κανονιστικές διατάξεις και αντανακλώνται διεργασίες που ο νομοθέτης επιβάλλει την επίσπευσή τους (λ.χ. ισότητα των φύλων, κατά τη δεκαετία του 1980), η ορολογία και το θεσμικό κύρος παίζει μεγάλο ρόλο. Γι' αυτό και το Δικαστήριο του Κονέτικατ έκρινε το 2008 ότι ακόμη κι αν το σύμφωνο συμβίωσης έχει όλα τα δικαιώματα του γάμου, αλλά αποκλείει από την ίδια τη σύναψη γάμου τα ομόφυλα ζευγάρια, είναι αντισυνταγματικό διότι παραβιάζει την αρχή της ισότητας, απαγορεύοντας σε μια κοινωνική ομάδα να αποκτήσει πρόσβαση σε ένα θεσμό αυξημένου κοινωνικού κύρους όπως ο γάμος (βλ. εδώ την απόφαση).


Δευτέρα, Αυγούστου 09, 2010

Υπέρ της απελευθέρωσης του δικηγορικού επαγγέλματος

Ας διευκρινίσουμε πρώτα ότι το δικηγορικό επάγγελμα δεν είναι κλειστό, με την έννοια ότι κάθε απόφοιτος νομικής ύστερα από πρακτική άσκηση και επιτυχία σε σχετικές εξετάσεις αποκτά άδεια εξάσκησης επαγγέλματος. ´´Κλειστό´´ είναι το επάγγελμα του συμβολαιογράφου, για το οποίο προκηρύσσεται συγκεκριμένος αριθμός θέσεων ανά περιοχή και διενεργείται διαγωνισμός για το διορισμό.

Στο δικηγορικό επάγγελμα υπάρχουν ορισμένες δικλείδες για να διασφαλιστούν κάποιες συνδικαλιστικές αξιώσεις. Θα ξεχωρίσω δύο από αυτές. Η πρώτη δικλείδα είναι ότι για να παρασταθεί δικηγόρος σε δικαστήριο περιοχής εκτός της έδρας του συλλόγου στον οποίο ανήκει πρέπει να τον νομιμοποιήσει με την ταυτόχρονη παράστασή του κι ένας δικηγόρος εντός έδρας. Αυτό σημαίνει ότι αν ένας πολίτης από την περιφέρεια θέλει να εκπροσωπηθεί από τον δικηγόρο του σε δικαστήριο της πρωτεύουσας πρέπει να πληρώσει υποχρεωτικά κι έναν Αθηναίο δικηγόρο (εκτός αν η υπόθεση είνει ποινική). Αυτό προφανώς γίνεται για να επιλέγουν οι πολίτες δικηγόρους από τις έδρες των δικαστηρίων και να αποτρέπονται οι δικηγόροι από άλλες περιοχές να διεισδύουν στην τοπική πελατεία. Τυπικά δεν νομίζω ότι είναι αντίθετο με τους νομικούς κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού. Είναι όμως ένα τεχνητό εμπόδιο για να διατηρηθεί μια δικηγορική αγορά περιχαρακωμένη με μόνο κριτήριο τα τοπικά όρια και την προώθηση μιας κακώς νοούμενης πολιτικής για την οικονομική εξασφάλιση των τοπικών δικηγόρων. Έτσι εισάγεται ένας οικονομικός περιορισμός στο δικαίωμα του πολίτη να επιλέγει χωρίς εμπόδια τον νομικό του παραστάτη. Είναι ένα μέτρο κατά της αξιοκρατίας: δεν υπάρχει κανένας λόγος να αμοίβεται ένας τοπικός δικηγόρος μόνο και μόνο επειδή ανήκει στον τοπικό δικηγορικό σύλλογο κι όχι επειδή έχει κριθεί άξιος να αναλάβει μία υπόθεση.

To άλλο μέτρο είναι η υποχρεωτική προκαταβολή μιας ελάχιστης δικηγορικής αμοιβής ανά κατηγορία δικαστηρίου, η οποία αποδεικνύεται με την προσκόμιση σχετικού γραμματίου του δικηγορικού συλλόγου στον δικάζοντα δικαστή. Έτσι διασφαλίζεται ότι ο δικηγόρος έχει προπληρωθεί για τις υπηρεσίες του με ένα ελάχιστο αξιοπρεπές ποσό και είναι φορολογικά ελέγξιμη η καταβολή της αμοιβής του. Στην πράξη όμως κι αυτά καταργούνται: οι πελάτες δεν προπληρώνουν και οι δικηγόροι βάζουν από την τσέπη τους τα γραμμάτια, οι ελάχιστες αμοιβές είναι τελικά εξευτελιστικές και ο φορολογικός έλεγχος μπορεί να γίνεται καλύτερα με τις ίδιες τις δικαστικές αποφάσεις που επιδικάζουν δικαστικά έξοδα ή και με κλασικότερους τρόπους. Το καλύτερο σύστημα δεν είναι οι κατώτατες αμοιβές ανά δικαστήριο αλλά η χρονοχρέωση και σίγουρα η συμφωνία εντολέα - δικηγόρου.

Ένα τρίτο ζήτημα είναι η διευκόλυνση της λειτουργίας δικηγορικών εταιριών. Εδώ ο αντίλογος είναι η υπαλληλοποίηση του δικηγόρου και η είσοδος μεγάλων εταιριών του εξωτερικού. Δεν συμμερίζομαι τους κινδύνους για δύο λόγους. Το ελληνικό νομικό σύστημα είναι τόσο ιδιότυπο ώστε καμία εταιρία να μπορεί να δραστηριοποιηθεί χωρίς αποφοίτους ελληνικών πανεπιστημίων ή έστω δικηγόρους που έκαναν πρακτική άσκησηστην Ελλάδα. Ο άλλος λόγος είναι πιο ουσιαστικός και σχετίζεται όντως με την αξιοκρατία και τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Έχει γίνει αντιληπτό ότι πλέον το μέλλον δεν βρίσκεται στη γενική δικηγορία του ´´όλα τα σφάζω ´´ αλλά στην επιστημονική εξειδίκευση. Όσο πιο εξειδικευμένος είναι ένας νομικός τόσο πιο περιζήτητος γίνεται. Όμως η εξειδίκευση δεν ευνοεί ατομικά γραφεία αλλά είναι πιο βιώσιμη όταν λειτουργεί σε συλλογικά σχήματα με κατανομή αρμοδιοτήτων. Έτσι ένας δικηγόρος έχει την ευχέρεια να ασκήσει όντως το πεδίο των ενδιαφερόντων του σε μια εταιρία παρά σε ένα ατομικό γραφείο. Αυτό απέχει πάρα πολύ από την υπαλληλοποίηση όπου ασχολείσαι με μηχανικά ή ανούσια αντικείμενα. Πρέπει βέβαια να έχεις αυτενεργήσει ώστε να μπορείς να προβάλλεις την επιστημονική σου εξειδίκευση και να διαπραγματευτείς μία αντίστοιχη θέση.

Αυτά τα μέτρα θεωρώ ότι θα βοηθήσουν τους δικηγόρους να ασκήσουν πιο ευέλικτα και πιο επιτυχημένα τα καθήκοντά τους. Ο όρος απελευθέρωση είναι λίγο καταχρηστικός βέβαια. Αλλά κάτι μου λέει ότι σε εκατό χρόνια οποιαδήποτε συζήτηση που αφορά την ελευθερία σήμερα θα είναι τόσο ξεπερασμένη και θα προκαλεί μειδιάματα όσο όταν διαβάζουμε σήμερα παλιά κείμενα για την αναγνώριση δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες.

Πέμπτη, Αυγούστου 05, 2010

Δικαστική ανατροπή δημοψηφίσματος ως αντισυνταγματικού

Μια κεντρική αρχή κάθε σύγχρονης δημοκρατίας είναι το κράτος δικαίου, το οποίο βρίσκεται στον αντίποδα της πλειοψηφικής αρχής. Δημοκρατικό δεν είναι μόνο αυτό που επιλέγουν οι πλειοψηφίες, αλλά και αυτό που βρίσκεται σε συμφωνία με δομικές παραδοχές του δικαιικού συστήματος, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα. Γι ´ αυτό και θέματα που άπτονται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν πρέπει να αποτελούν ύλη δημοψηφίσματος ή άλλων πλειοψηφικών αποφασιστικών μηχανισμών, διότι αν το αποτέλεσμα είναι αντίθετο στις βασικές αυτές νομικές αρχές, τότε καθίσταται ακυρώσιμο από τους δικαιοκρατικούς θεσμούς όπως τα δικαστήρια.

Στις 4.11.2008 στις ΗΠΑ ήταν ημέρα εθνικών εκλογών από τις οποίες εξελέγη ο Μπαράκ Ομπάμα. Ταυτόχρονα, σε διάφορες Πολιτείες γίνονταν δημοψηφίσματα για διάφορα θέματα. Στην Καλιφόρνια το θέμα του δημοψηφίσματος ήταν η Πρόταση 8, μία προτεινόμενη τροπολογία του τοπικού συντάγματος, βάσει της οποίας η έννοια του γάμου περιορίζεται αποκλειστικά στις ενώσεις ετερόφυλων. Η Καλιφόρνια είχε ήδη νομιμοποιήσει το γάμο ομοφύλων και 18.000 ζευγάρια είχαν ήδη παντρευτεί. Αυτό κινητοποίησε συντηρητικές ομάδες που επιθυμούσαν την κατάργηση του γάμου ομοφύλων και η στρατηγική που χάραξαν ήταν να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα με ένα δημοψήφισμα ώστε η απαγόρευση να αποκτήσει αυξημένη νομική ισχύ. Η προεκλογική εκστρατεία για την Πρόταση 8 ήταν η ακριβότερη που έγινε στην ιστορία των ΗΠΑ και τελικά οι Καλιφορνέζοι ψήφισαν υπέρ της συνταγματικής απαγόρευσης γάμου ομοφύλων σε ποσοστό 52%, ενώ κατά της απαγόρευσης ψήφισε το 48%. Έτσι το Σύνταγμα έπρεπε να αναθεωρηθεί ώστε να απαγορευτούν οι γάμοι αφού αυτό αποφάσισε η πλειοψηφία των πολιτών.

Όμως, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος προσεβλήθη δικαστικά απο δύο ομόφυλα ζευγάρια και τελικά ο δικαστής έκρινε ότι όντως η - συνταγματική πια - απαγόρευση είναι αντίθετη στην αρχή της ισότητας αλλά και στην αρχή της ορθής διοικητικής συμπεριφοράς (due process, ένας νομικός κανόνας αντίστοιχος με τη δική μας αρχή της χρηστής διοίκησης). Δηλαδή ένας δικαστής έκρινε αντισυνταγματική μια συνταγματική διάταξη, η οποία μάλιστα είχε την αυξημένη πολιτική νομιμοποίηση ενός δημοψηφίσματος. Διότι κανένα δημοψήφισμα και τελικά κανένα σύνταγμα δεν μπορεί να καταλύει θεμέλια του νομικού πολιτισμού όπως η αρχή της ισότητας. Με αυτή την έννοια το οριζόντιο αποτέλεσμα αυτής της απόφασης δεν αφορά μόνο το αμερικάνικο δίκαιο, αλλά γενικά την θεωρία του συνταγματικού δικαίου και την ιεραρχιση των νομικών κανόνων. Η υπόθεση όπως φαίνεται θα αχθεί και ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, οπότε το συνταγματικό θέμα θα κριθεί και σε τελικό επίπεδο.

Είναι μία θεμελίωση που πρέπει να λάβει υπόψη και ο Έλληνας νομοθέτης όταν θεσπίσει τον νόμο για την ενεργοποίηση του θεσμού του δημοψηφίσματος. Και είναι μια χαρακτηριστική υπόθεση στην οποία η πλειοψηφία των πολιτών έκρινε λάθος, διότι σε αντίθεση με την πολιτική, στην επιστήμη υπάρχει σωστό και λάθος,

Τετάρτη, Αυγούστου 04, 2010

Eιδικότερα για τη ρύθμιση της "ελληνόφωνης" μπλογκόσφαιρας

Στο δημοσίευμα που αφορά κυβερνητική πρόθεση για νομοθέτηση στο χώρο των blogs διαβάζουμε την αναφορά σε "ελληνόφωνες" ιστοσελίδες. Όπως υποστήριξα και προχτες (βλ. εδώ) το μέτρο θα εισάγει αθέμιτη διάκριση με κριτήριο τη γλώσσα, πράγμα που θα το καθιστά από μόνο του αντισυνταγματικό.

Το πρόβλημα όμως της επί τούτου ρύθμισης της "ελληνόφωνης" μπλογκόσφαιρας είναι πιο ουσιαστικό, διότι παρακάμπτει και ορισμένες θεμελιώδεις αρχές της εδαφικής εφαρμογής του ποινικού δικαίου (αλλά και του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου), με αποτέλεσμα την πρόκληση σύγχυσης και την υποστήριξη των γνωστών θεωριών ότι η υιοθέτηση μιας κατάληξης σε ".com" ή ".org" (ή οτιδήποτε άλλο εκτός από .gr) εκτρέπει την εφαρμογή του Ελληνικού δικαίου από το blog που μπορεί να διαχειρίζεται ένας Έλληνας.

Πρώτ' απ' όλα, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι άλλο είναι το εφαρμοστέο δίκαιο και άλλο το αρμόδιο δικαστήριο. Μπορεί ένα αλλοδαπό δικαστήριο να δικάσει με βάση το Ελληνικό δίκαιο, όπως και ένα Ελληνικο δικαστήριο να δικάσει με βάση το αλλοδαπό δίκαιο.

Έπειτα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι άλλο είναι τα θέματα απόδειξης (ποιος είναι ο δράστης;) από το ποιο δίκαιο διέπει μια διαφορά (όταν δηλαδή δεν έχουμε προβλήματα εντοπισμού του δράστη). Δεν είναι όλα τα blogs "ψευδώνυμα" και το μεγαλύτερο ανέκδοτο που έχω ακούσει είναι όταν bloggers δηλώνουν ότι θα μεταφερθούν σε ".com" για να αποφύγουν την εφαρμογή του Ελληνικού δικαίου. Αφού δεν τίθεται καν θέμα άρσης απορρήτου σε μια τέτοια περίπτωση, είναι τουλάχιστον αστείο να λες ότι θα πάρω τα μπογαλάκια μου για να γλιτώσω από την ελληνική νομοθεσία. Εκτός αν μιλάμε για κάποιου είδους νομοθεσία πέρα από αυτές του δημοσιεύματος.

[Παρένθεση: πριν από 20 χρόνια περίπου, το περιοδικό TIME, το οποίο ισχυριζόταν ότι δεν είχε χάσει ποτέ του δίκη για συκοφαντική δυσφήμηση, δημοσίευσε το γνωστό πρωτοσέλιδο "η λεηλασία της Ελλάδος", με φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο δικηγόρος του Ανδρέα Παπανδρέου έλαβε εντολή να κινηθεί δικαστικά εναντίον του περιοδικού. Έκρινε τότε ότι τον εξυπηρετούσε καλύτερα να φέρει την υπόθεση στα βρετανικά δικαστήρια ( ένας από τους τόπους διανομής του περιοδικού), αντί για τα δικαστήρια των ΗΠΑ (έδρα της εταιρίας). Τελικά το ΤΙΜΕ αναγκάστηκε να συρθεί σε εξωδικαστικό συμβιβασμό, για να μη χάσει τη δίκη: μέχρι τότε σκεφτόταν μόνο με βάση το δίκαιο των ΗΠΑ και δεν είχαν υπολογίσει τον βρετανικό κίνδυνο.]

Το Ελληνικό Ποινικό δίκαιο λοιπόν εφαρμόζεται σε ημεδαπούς, οπουδήποτε κι αν τελέσουν ένα αδίκημα, εφόσον το αδίκημα αυτό τιμωρείται κι από το δίκαιο της χώρας τέλεσης. Αυτό σημαίνει ότι και μόνη η ιδιότητά σου ως ημεδαπού, σε καθιστά υπόλογο με βάση την Ελληνική νομοθεσία, εφόσον δεν είναι αντίθετη στην αλλοδαπή νομοθεσία φυσικά [Άρθρο 6 ΠΚ]. Άρα, είτε χρησιμοποιείς .gr είτε .com είναι το ένα και το αυτό. Κι επειδή η συζήτηση γίνεται για την συκοφαντική δυσφήμηση, δεν γνωρίζω και πολλές χώρες που δεν προβλέπουν στο ποινικό τους δίκαιο το συγκεκριμένο αδίκημα. Στις ΗΠΑ μπορεί να υπάρχει αναστροφή του βάρους απόδειξης όσον αφορά τα δημόσια πρόσωπα, αλλά το αδίκημα προβλέπεται.

Θα μπορούσε να πει κάποιος ελληνόφωνος blogger ότι δεν έχει Ελληνική υπηκοότητα. Και πάλι όμως, εφόσον ο δράστης είναι αλλοδαπός, αλλά το θύμα είναι ημεδαπός, εφαρμογή έχει το Ελληνικό ποινικό δίκαιο, εφόσον και πάλι το κακούργημα ή πλημμέλημα τιμωρείται από τον εκεί νόμο [άρθρο 7].

Εξάλλου, ακόμη κι αν ο δράστης είναι αλλοδαπός, οι Ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, εφόσον τελέστηκαν στο έδαφος της επικράτειας [Άρθρο 5 ΠΚ].

Ο μύθος λοιπόν της ασυλίας σε περίπτωση αλλαγής εδαφικής εγκατάστασης των μέσων, αναπαράγεται εδώ και χρόνια. Το δυσάρεστο είναι ότι αυτή η παραπληροφόρηση συντηρείται ιδίως από ανθρώπους που είναι ενεργοί στο Διαδίκτυο και που κατά τεκμήριο θα μπορούσαν να έχουν ψάξει αυτά που λένε, πριν εκφραστούν. Δυστυχώς όμως δεν μπαίνουν στον κόπο. Αρκεί να πούμε την αποψάρα μας, είτε ισχύει - είτε όχι, κι όποιον πάρουν τα σκάγια.

Αυτές τις ημέρες με αφορμή τα δημοσιεύματα για την υιοθέτηση ρυθμίσεων στο Διαδίκτυο έχω κάνει πάρα πολλές συζητήσεις με νομικούς, με ανθρώπους της πληροφορικής, της δημοσιογραφίας, της επικοινωνίας, τόσο στο Διαδίκτυο όσο και εκτός. Διαπιστώνω μια υστερική προσέγγιση από διάφορες πλευρές, ότι "θα μας φιμώσουν", αλλά "θα τους δείξουμε εμείς" και λοιπά. Πας να συζητήσεις εάν η συκοφαντική δυσφήμηση είναι "ιδιαιτέρως σοβαρό έγκλημα" (που κατά το Σύνταγμα θα δικαιολογούσε νομοθέτηση της άρσης του απορρήτου) και αυτομάτως καθίστασαι ύποπτος, προδότης, εγκάθετος, προσωποποίηση μιας εκκολαπτόμενης φασιστικής νομοθεσίας και λοιπά. Μηδενική αντοχή στο διάλογο, ελάχιστες γνώσεις για την λειτουργία του νόμου, υπεροπτικό ύφος σε στυλ "εσύ δεν ξέρεις τα τεχνικά" και γενικά μια τάση για αποδόμηση. Eμένα με ενδιαφέρουν τα συγκεκριμένα επιχειρήματα όπως "αφού δεν επιτρέπεται άρση του απορρήτου για κλοπή ή απάτη, γιατί να προβλέπεται λ.χ. για δυσφήμηση;". Αλλά οι συζητήσεις δυστυχώς δεν φτάνουν μέχρι εκεί, σταματούν στη φοβική αποκήρυξη οποιουδήποτε μέτρου. Λες και πρόβλημα δεν υπάρχει.

Θεωρώ ότι χρέος μας ως σκεπτόμενοι και δημόσια εκφραζόμενοι πολίτες είναι να εκθέτουμε τα συγκεκριμένα δεδομένα, να παρουσιάζουμε τις επιλογές, να τις κριτικάρουμε, να συζητάμε. Αυτό επιδιώκω και μέσα από το e-lawyer. Οι κραυγές, ο εξυπνακίστικος σνομπισμός και οι υστερίες είναι μια μορφή λιποταξίας στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αφήστε τις πόζες, τις αερολογικές θεωρίες, μελετήστε και προτείνετε απτές λύσεις. Μόνο ένας τέτοιος λόγος μπορεί να αναπτύξει κανονιστική δύναμη, που να δεσμεύει δηλαδή πολιτικά το νομοθέτη, όλα τα υπόλοιπα είναι περιττά και επιζήμια.



Τρίτη, Αυγούστου 03, 2010

Ειδικότερα για το μέτρο της "ονομαστικοποίησης" ιστοσελίδων

Για το θέμα της ανωνυμίας των bloggers φαίνεται να διατυπώνονται τρεις διαφορετικές απόψεις - τάσεις: (α) υπέρ της απόλυτης ανωνυμίας με άρση απορρήτου μόνο για τα κακουργήματα που ήδη προβλέπει ο ν.2225/94, (β) υποχρεωτική δήλωση ενός υπεύθυνου διαχείρισης για κάθε blog και (γ) προσθήκη της συκοφαντικής δυσφήμησης στους νόμιμους λόγους άρσης του απορρήτου. Υπήρχε και η άποψη της γνωμοδότησης Σανιδά, ότι η ανωνυμία του συντάκτη δεν εμπίπτει στην σφαίρα του απορρήτου των επικοινωνιών, αλλά δεν νομίζω ότι η γνώμη αυτή αντέχει σε έλεγχο συνταγματικότητας ή ότι υποστηρίζεται σοβαρά από κάποια πλευρά.

Διαβάζω σε διάφορες συζητήσεις ότι ιδιαίτερης υποστήριξης γνωρίζει ως μέτρο η υποχρεωτική δήλωση υπεύθυνου διαχείρισης των ιστοσελίδων. Πρόκειται για ένα μέτρο που υπάρχει και στις εφημερίδες/περιοδικά, οι οποίες σύμφωνα με το νόμο υποχρεούνται να δηλώνουν έναν φυσικό πρόσωπο με κατοικία στην Ελλάδα, το οποίο να μην καλύπτεται από ασυλίες (όπως η βουλευτική), προκειμένου ουσιαστικά να μπορούν να ενεργοποιηθούν εναντίον του οι ποινικές διατάξεις. Σύµφωνα µε το άρθρο Μόνο παράγραφος 3 του Ν.1178/1981 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει:

“Ο ιδιοκτήτης πάσης εφηµερίδος ή περιοδικού υποχρεούται να ορίζη εκδότην και διευθυντήν φυσικά πρόσωπα έχοντα την µόνιµον κατοικίαν και διαµονήν των εν Ελλάδι και µη καλυπτόµενα οπωσδήποτε υπό ασυλίας, ετεροδικίας ή άλλου λόγου αίροντος το αξιόποινον ή παρακωλύοντος την ποινικήν τούτου δίωξιν. Η σύµπτωσις αµφοτέρων των ως άνω ιδιοτήτων εις το αυτό πρόσωπον επιτρέπεται.Ποινική ευθύνη εις βάρος του ιδιοκτήτου του εντύπου υφίσταται µόνον εάν συντρέχουν εν τω προσώπω του αι ιδιότητες του εκδότου ή του διευθυντού ή εφ' όσον δεν έχει ορίσει εκδότην.Ο ορισµός του εκδότου ή του διευθυντού εµφαίνεται µόνον εκ της αναγραφής του επί του φύλλου του εντύπου. Εν η περιπτώσει ο ιδιοκτήτης δεν έχει ορίσει εκδότην ή διευθυντήν συγκεντρούντα τα ως άνω στοιχεία ή ούτος (ο ιδιοκτήτης) καλύπτεται υπό λόγων ή περιπτώσεων καθιστώντων αδύνατον ή δυσχερή την ποινικήν τούτου δίωξιν ή καταδίκην, το δικαστήριον δεν κωλύεται να αναζητήση τον πράγµατι υπεύθυνον αξιοποίνου πράξεως µη δεσµευόµενον υπό των περί πλασµατικής ευθύνης διατάξεων του παρόντος, ως και του άρθρου 46 του περί τύπου νόµου, ισχύοντος εν προκειµένω κατά τα λοιπά.Εις περίπτωσιν καθ' ην δεν έχει ορισθή εκδότης, ως εκδότης τεκµαίρεται ο ιδιοκτήτης.Εάν ο ιδιοκτήτης ηµερησίου ή περιοδικού εντύπου είναι άγνωστος, την ευθύνην φερουν τα εν εδαφ. γ του άρθρ. 46 του ΑΝ 1092/1938 "περί τύπου" αναφερόµενα πρόσωπα.”


Αυτό το μέτρο, το οποίο είναι αντίθετο και στο Κοινοτικό Δίκαιο (ελευθερία εγκατάστασης εργαζομένων) έχει αποτύχει και στα συμβατικά μέσα ενημέρωσης, διότι πολύ απλά, δεν επιβάλλεται κύρωση για τις εφημερίδες που δεν τηρήσουν την υποχρέωση. Είναι lex imperfecta: ατελής νόμος. Αποτέλεσμα είναι στις ποινικές διαδικασίες που δεν έχουμε υπεύθυνο να δικάζεται όλη η συντακτική ομάδα ενός εντύπου, όπως έγινε με γνωστή κυριακάτικη εφημερίδα η οποία δημοσίευσε τις φωτογραφίες στην υπόθεση Ζαχόπουλου: στο ποινικό σκέλος καταδικάστηκε όλη η συντακτική ομάδα.

Η πρόταση του να δηλώνεται υποχρεωτικά υπεύθυνος διαχειρισης μου θυμίζει έντονα το επίσης άστοχο μέτρο της ονομαστικοποίησης των καρτοκινητών τηλεφώνων, το οποίο καθιστά εκ των προτέρων ύποπτους όλους τους κατόχους κινητών και προσκρούει σε θεμελιώδη δικαιώματα (βλ. εδώ σχετική ανάλυση). Επίσης μου θυμίζει την γενική υποχρέωση των εταιριών τηλεπικοινωνιών για υποχρεωτική διατηρηση όλων των δεδομένων κίνησης και θέσης για έξι μήνες, μήπως τυχόν και φανούν χρήσιμα στις διωκτικές αρχές. Για μένα αυτά τα μέτρα θεωρούν εξ αρχής όλους υπόπτους. Παραβιάζοντας έτσι το τεκμήριο της αθωότητας. Αν κάποιος παρανομεί, ας γίνεται άρση του απορρήτου του, ώστε να εντοπιστεί ποιος είναι ο συγκεκριμένος δράστης. Όλοι οι υπόλοιποι δεν φταίνε σε τίποτε, για να υποχρεούνται να αποχωρίζονται του δικαιώματός τους στην ιδιωτικότητα, ως προληπτικό μέτρο. Η χρήση ψευδωνύμου γενικά δεν είναι εξ ορισμού παράνομη για να απαγορεύεται. Αντίθετα, αποτελεί έκφανση της ελευθερίας της έκφρασης. Ουδείς θα μπορούσε να επιβάλλει νομικά στον Οδυσσέα Ελύτη να υπογράφει τα ποιήματά του ως Οδυσσέας Αλεπουδέλης, διότι αυτό θα συνιστούσε μια αθέμιτη παρέμβαση στην καλλιτεχνική του ελευθερία.

Ειδικότερα για το θέμα της ψευδώνυμης δημόσιας έκφρασης, πρέπει να υπογραμμιστεί σε όλους τους τόνους, ότι αποτελεί στοιχείο θεμελιώδους δικαιώματος. Έχω κάθε δικαίωμα να εκφράζομαι δημόσια χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο, χωρίς δηλαδή να υπογράφω με το πραγματικό μου όνομα αυτό που λέω. Έχω δικαίωμα να δημοσιεύω ποίηση με ψευδώνυμο, να εμφανίζομαι στο κοινό με ψευδώνυμο, να μην ξέρει κανείς το πραγματικό μου πρόσωπο πέρα από το έργο που δίνω ο ίδιος στη δημοσιότητα. Αυτό θα πει "πληροφοριακός αυτοπροσδιορισμός" και ο φυσικός του χώρος είναι κατά μείζονα λόγο το Διαδίκτυο. Κανείς δεν μπορεί να επιβάλλει σε έναν καλλιτέχνη, έναν συγγραφέα, έναν δημοσιογράφο ή ένα πολίτη να υπογράφει το έργο του με το όνομα: δεν είναι φορολογική δήλωση, είναι ελευθερία της έκφρασης. Δεν υπάρχει δεοντολογικός κανόνας που να επιβάλλει την υπογραφή, ούτε καν στη δημοσιογραφία. Το μόνο που υπάρχει - στα συμβατικά μέτρα - είναι η νομική διάταξη που αναφέρει ότι εφόσον ο συντάκτης δημοσιεύματος είναι άγνωστος, η αστική ευθύνη μεταβιβάζεται στην ιεραρχία του μέσου ενημέρωσης (αρχισυντάκτης, εκδότης, ιδιοκτήτης). Στα συμμετοχικά διαδικτυακά μέσα όμως, τέτοια αναγωγή δεν υπάρχει a priori, διότι σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο για την Κοινωνία της Πληροφορίας, η ευθύνη για τους παρόχους διαδικτυακού χώρου δημιουργείται μόνον όταν επισημανθεί το παράνομο περιεχόμενο κι όχι εξ αρχής (π.δ. 131/2003). Έτσι η Google γίνεται αστικώς υπεύθυνη για τον ψευδώνυμο blogger, μόνο όταν της έχει επισημανθεί το παράνομο περιεχόμενο και από πρόθεση αρνείται να το απομακρύνει από το Διαδίκτυο. Γι' αυτό η αξιοποίηση των Όρων Χρήσης μπορεί να καταστεί πολύ πιο άμεση και αποτελεσματική από τις δικαστικές διενέξεις, οι οποίες πάντως δεν αποφεύγονται όταν οι πάροχοι αρνούνται να απομακρύνουν το περιεχόμενο που ανάρτησαν οι χρήστες των υπηρεσιών τους - bloggers.

Γι' αυτό μου φαίνεται λάθος να υποστηρίζεται ένα μέτρο το οποίο θα υποχρεώνει τους ανθρώπους που βρήκαν τον τρόπο να εκφράζονται ελεύθερα μέσα στο πλαίσιο ιδιωτικότητας που τους παρέχει η διαδικτυακή ψευδωνυμία. Διότι είναι και ανεφάρμοστο: αν δεν δηλώσουν υπεύθυνο διαχείρισης, τι θα κάνει η Κυβέρνηση; Θα κόψει την πρόσβαση στην Google λες και είμαστε στην Κίνα; Ο στόχος είναι η λογοδοσία τυχόν παραβατών ενώπιον της Δικαιοσύνης. Εφόσον υπάρχει ένα μέτρο το οποίο είναι ηπιότερο και δεν αφορά το σύνολο του διαδικτυακού πληθυσμού, αλλά ειδικότερα όσους ελέγχονται για πιθανή παραβίαση της νομοθεσίας, τότε η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει την απόρριψη του μέτρου της υποχρεωτικής ονομαστικοποίησης των blogs. Έτσι λοιπόν, μια νομοθετική ρύθμιση που θα επέβαλε την υποχρεωτική ονομαστικοποίηση θα ήταν μια παρέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης, η οποία όμως δεν αποτελεί μέτρο αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία (άρθρο 10 παρ. 2 ΕΣΔΑ) και ως εκ τούτου θα συνιστά μέτρο που παραβιάζει το αντιστοιχο ανθρώπινο δικαίωμα.



Δευτέρα, Αυγούστου 02, 2010

Ρυθμίσεις για τα blogs που δεν πρέπει να περάσουν

1. Δήλωση υπευθύνου διαχείρισης

Ο νόμος περί τύπου επιβάλλει στα μμε να ορίζουν ως κατά νόμον υπέυθυνο ένα φυσικό πρόσωπο που κατοικεί στην Ελλάδα. Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι αυτό πρέπει να εφαρμοστεί και στις ιστοσελίδες, δηλαδη να δηλώνεται ένας υπεύθυνος διαχείρισης. Υποστηρίζω ότι αυτό δεν μπορεί να αφορά τις προσωπικές ιστοσελίδες όπου ο διαχειριστής ταυτίζεται με τον συντάκτη. Διότι συνιστά παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης: δεν μπορείς να επιβάλλεις στον άλλο να εκφράζεται αποκλειστικά και μόνο με το ονοματεπώνυμό του. Είναι σαν να υποχρέωνες τον Ελύτη να υπογράφει τα ποιήματά του ως Αλεπουδέλης. Επομένως: όχι γενική ονομαστικοποίηση, που αντιμετωπίζει εξ αρχής όλους ως υπόπτους, αφού υπάρχει το ηπιότερο και πιο στοχευμένο μέτρο της άρσης του απορρήτου.

2. Ειδικές ρυθμίσεις για ´´ελληνόφωνα blogs"

Αυτό από μόνο του θα εισήγαγε αθέμιτη διάκριση με κριτήριο τη γλώσσα πράγμα που είναι αντίθετο στο άρθρο 5 παρ 2 Συντάγματος και στα άρθρα 14 και 10 της ΕΣΔΑ. Αν ο σκοπός είναι ο ρεαλισμός ως προς το πεδίο εφαρμογης, δηλαδή να εστιάσει ο νομοθέτης στην ´´ελληνική μπλογκόσφαιρά´´ το κριτήριο της γλώσσας για τον προσδιορισμό της δικαιοδοσίας είναι εντελώς εσφαλμένο. Τα άρθρα 5,6 και 7 του ποινικού κώδικα ορίζουν με σαφήνεια ότι κριτήριο εφαρμογής των ελληνικών ποινικών νόμων δεν είναι μόνο το ελληνικό έδαφος αλλα διώκεται ακόμα και ημεδαπός στην αλλοδαπή αλλά και αλλοδαπός στην αλλοδαπή. Οπότε η γλώσσα δεν παίζει απολύτως κανένα ρόλο.

3. Αρμοδιότητα του ΕΣΡ για έλεγχο περιεχομένου

Το ΕΣΡ είναι κατά το Σύνταγμα αρμόδιο για την ποιοτική στάθμη των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών στην έννοια των οποίων δεν εντάσσονται τα blogs. Άρα η επέκταση της αρμοδιότητάς του θα γνώριζε συνταγματικής φύσεως ενστάσεις.

4. Εξαίρεση των blogs από την αρμοδιότητα της δικαιοσύνης

Επειδή ακούστηκε κι αυτό, μην ξεχνάμε ότι ο δημόσιος λόγος εκτός από ενάσκηση δικαιώματος αφορά και μορφή εξουσιαστικής επιβολής. Όπως κάθε εξουσία, δημόσια ή ιδιωτική, δεν πρέπει να παραμένει ανεξέλεγκτη. Άλλωστε το ίδιο το Σύνταγμα επιτρέπει στις δικαστικές αρχές την άρση του απορρήτου για τα ιδιαίτερα σοβαρά αδικήματα. Από εδώ κάπου πρέπει να ξεκινήσει ο δημόσιος διάλογος για το ποια από τα αδικήματα που τελούνται μέσω Διαδικτύου μπορούν να θεωρούνται ιδιαίτερα σοβαρα από το νομοθέτη.

Κυριακή, Αυγούστου 01, 2010

Επικείμενη νομοθετική ρύθμιση για την μπλογκόσφαιρα

Ελπίζω κάποτε οι κυβερνήσεις να παύσουν να νομοθετούν εν θερμώ και με εργαλειακή χρήση του νόμου (λ.χ κουκούλες, δήλωση καρτοκινητών μετά τη δραπέτευση Παλαιοκώστα κλπ). Αυτό δεν είναι νομοθέτηση, είναι φετιχοποίηση, τοτέμ και ταμπού.

Ο νόμος πρέπει να λειτουργεί ως εγγυητής των συνταγματικών ελευθεριών, εξειδικεύοντάς τις στους επιμέρους τομείς. Αν είχαμε δηλαδή πέρσι έναν ειδικό νόμο για τη διασφάλιση του απορρήτου στο Διαδίκτυο, δεν θα μπορούσε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ερμηνεύοντας το συνταγματικό άρθρο περί απορρήτου να έρθει με γνωμοδότηση και να πει ´´δεν υπάρχει απόρρητο για τους συντάκτες διαδικτυακών δημοσιευμάτων´´. Ο νόμος θα ήταν φραγμός σε τέτοιες αυθαιρεσίες παρέχοντας ασφάλεια δικαίου.
Αυτό είναι που λείπει σήμερα στο Διαδίκτυο: με τα δικαστήρια να ταλαντεύονται και να προσπαθούν να εφαρμόσουν τη γενική νομοθεσία ή την ειδική νομοθεσία περί τύπου, κανείς δεν ξέρει τι πρόκειται να αντιμετωπίσει, είτε είναι ενάγων είτε είναι εναγόμενος. Είτε θεωρεί ότι θίγεται, είτε θεωρεί ότι εκφράζεται σε θεμιτά πλαίσια.
Η ασφάλεια δικαίου είναι σημαντική συνιστώσα ενός δομικά δίκαιου συστήματος απονομής δικαιοσύνης που δεν αιφνιδιάζει τον πολίτη.
Από εκεί και πέρα, η μεγάλη πρόκληση είναι η τεχνολογική ουδετερότητα των ρυθμίσεων, ώστε το νομοθετικό προιόν να μην κινδυνεύει από πρόωρη γήρανση , όπως συνέβη ακόμα και με την κοινοτική νομοθεσία. Όταν ακόμη και σήμερα ερίζεται ο ορισμός του μπλογκ και ήδη κινούμαστε σε πολύ πιο αποκεντρωμένες δομές ροής πληροφόρησης κι επικοινωνίας, όπως οι υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης, οι κανόνες πρέπει να είναι αφαιρετικοί και ανοικτοί στις εξελίξεις, μέσα στο συνταγματικό πλαίσιο της ελευθερίας της έκφρασης αλλά και της προστασίας της ιδιωτικότητας. Αν και είναι ελάχιστα γνωστό, απ´ ό,τι διαβάζω σε απόψεις που διατυπώνονται χωρίς ιδιαίτερη έρευνα, το Σύνταγμα προβλέπει στο αρθρο 5Α το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας και κρατικής διευκόλυνσης στην παραγωγή, διάδοση και πρόσβαση των πληροφοριών που διακινούνται ηλεκτρονικά. Οι μπλόγκερς έπρεπε να είχαν κάνει προ πολλού ´´σημαίά´´ αυτή την πρωτοποριακή συνταγματική διάταξη που πολύ απλά επιβάλλει στο κράτος να λάβει όλα τα μέτρα ώστε η χρήση του Διαδικτύου συνεχώς να αναπτύσσεται υποκείμενη μόνο στους φραγμούς που επιδέχεται ένα θεμελιώδες δικαίωμα κι όχι κατά το μέτρο που αποφασίσει ο συγκυριακός νομοθέτης.

Αξίζει τον κόπο να προσεγγίσουμε δημιουργικά το χτίσιμο ενός θεσμικού πλαισίου για την διασφάλιση της ελευθερίας της έκφρασης στο Διαδίκτυο, δεδομένου ότι η φύση των ρυθμίσεων (λχ άρση απορρήτου) εκφεύγει των αρμοδιοτήτων της ΕΕ σε μεγάλο βαθμό. Οπότε ένα ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο που μπορεί να δημιουργηθεί σε επίπεδο μιας χώρας, αν είναι επιτυχημένο και σύμφωνο με τα διεθνή τεχνικά και νομικά πρότυπα, μπορεί να αποτελέσει ένα επίτευγμα που θα δώσει τον τόνο και στις άλλες χώρες και δικαιοδοσίες. Αρκεί να χρησιμοποιήσουμε τον νόμο ως εγγυητή ελευθεριών κι όχι ως ευκαιριακό μέτρο καταστολής.

Τρίτη, Ιουλίου 27, 2010

Οι ακτιβιστές της διαφάνειας

Τις τελευταίες δύο ημέρες τα διεθνή μέσα ενημέρωσης συγκλονίζονται από τη διαδικτυακή διαρροή στρατιωτικών εγγράφων που αφορούν τον πόλεμο των Η.Π. στο Αφγανιστάν. Πρόκειται για πάνω από 90.000 σελίδες εγγράφων που βλέπουν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας, λόγω διαβάθμισης, η οποία όμως - υποστηρίζεται - ότι δεν έπρεπε να υπάρχει κι ότι η κυβέρνηση έπρεπε να είχε δώσει σχετικές πληροφορίες στην δημοσιότητα. Οι αναλυτές αναφέρουν ότι δεν πρόκειται για τις πιο ενδιαφέρουσες πληροφορίες του κόσμου, αλλά περισσότερο για μία επίδειξη ισχύος από την πλευρά του Wikileaks, το οποίο με τη σειρά του αρνείται τις κατηγορίες ότι με την δημοσιοποίηση απορρήτων θέτει σε κίνδυνο τη ζωή πολιτών.

Ανεξάρτητα από το αν έπρεπε η κυβέρνηση των Η.Π. να έχει δώσει στη δημοσιότητα αυτές τις πληροφορίες, το βέβαιο είναι ότι έλαβε ένα μεγάλο μάθημα για την πολιτική που θα πρέπει να ακολουθήσει από εδώ και πέρα. Όσο κι αν προστατεύεις τις κρατικές πληροφορίες, είναι βέβαιο ότι πλέον υπάρχουν και τα μέσα, αλλά και οι άνθρωποι που πανεύκολα μπορούν να οδηγήσουν στη δημοσιότητα δεκάδες χιλιάδες σελίδες και μάλιστα με ελάχιστο οικονομικό κόστος.

Τί σημαίνει, όμως, βελτίωση πολιτικής διαφάνειας; Υπάρχουν δύο κατηγορίες: η κυβερνητική διαφάνεια και το δικαίωμα πρόσβασης στη δημόσια πληροφορία. Στην πρώτη περίπτωση, η κυβέρνηση Ομπάμα τα πάει καλά. Βλέπαμε προχθές με μια φίλη, το iphone app του Λευκού Οίκου και λέγαμε ότι αυτό είναι μια εφαρμογή διαφάνειας. Κατά το ήμισυ: ο Λευκός Οίκος επιλέγει τι θα δώσει στη δημοσιότητα και τι δεν θα δώσει (κυβερνητική διαφάνεια). Όσον αφορά τις πληροφορίες που δεν θα δώσει η κυβέρνηση στη δημοσιότητα, θα πρέπει να εξετάζεται η ενεργητική πτυχή του δικαιώματος πληροφόρησης: χορήγηση στους πολίτες που ζητήσουν το σχετικό υλικό (ή αποκλεισμός πρόσβασης, αλλά μόνο ως εξαίρεση στον κανόνα και μόνο ύστερα από αυστηρή και θεμελιωμένη στο νόμο αιτιολογία που κοινοποιείται στον αιτούντα). Η πρώτη κατηγορία πολιτικής διαφάνειας αφορά το "γραφείο τύπου" (όπου η ωραιοποίηση είναι αναπόφευκτη), η δεύτερη κατηγορία αφορά τους ενεργούς πολίτες, οι οποίοι σπεύδουν να υποβάλλουν αιτήσεις προκειμένου να αναζητήσουν πρόσβαση στις πληροφορίες.

Έξω από αυτές τις δύο πτυχές της θεσμικής διαφάνειας, υπάρχει η διαρροή. Είναι δεδομένο ότι η διαρροή όχι μόνο δεν αποτελεί "υποκατάστατο" της ελλείπουσας θεσμικής διαφάνειας, αλλά, βρίσκεται στην εντελώς αντίπερα όχθη. Είτε πρόκειται για διαρροή από το "γραφείο τύπου" (δηλαδή ηθελημένη διάδοση σε επιλεγμένους δημοσιογράφους), είτε παραβίαση του καθήκοντος εχεμύθειας από απλούς υπαλλήλους, έχουμε ένα φαινόμενο παθογένειας, όσον αφορά την "φυσική των πληροφοριών". Όταν μιλάμε για διαρροή, λείπει εξ ορισμού η αναφορά στην προέλευση της πληροφορίας, άρα αγνοείται και ο βαθμός ακρίβειάς της. Έπειτα, η διαρροή πάντοτε εξυπηρετεί κάποια άγνωστη σκοπιμότητα. Όχι κατ΄ανάγκη αρνητική σκοπιμότητα, αλλά η διαρροή δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός. Εάν η διαρροή γίνεται από το γραφείο τύπου σε επιλεγμένους δημοσιογράφους, παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης: οι "ημέτεροι" επωφελούνται με την επικερδή πληροφορία και την αποκλειστικότητα. Στην περίπτωση που η διαρροή αφορά πληροφορίες που αναφέρονται σε φυσικά πρόσωπα - και μάλιστα όχι σε δημόσια πρόσωπα - παραβιάζεται η νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων, η οποία επιβάλλει την ενημέρωση του υποκειμένου πριν την διάδοση των στοιχείων (αν όχι και τη συγκατάθεσή του). Όσο κι αν οι λόγοι "εθνικής ασφάλειας" όντως χρησιμοποιούνται προσχηματικά από τις δημόσιες υπηρεσίες, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ότι σε ορισμένες ευαίσθητες υποθέσεις, η δημοσιοποίηση ονομάτων όντως μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια προσώπων που έλαβαν μέρος σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Έτσι καταλήγουμε και στην παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων - όχι απλώς σε μια διαδικαστική παρατυπία. Όπως δεν είναι διαδικαστική παρατυπία λ.χ. η συλλογή πληροφοριών ύστερα από υποβολή του ατόμου σε βασανιστήρια.

Πρέπει να παραδεχθούμε ότι οι περισσότεροι που ασχολούμαστε με την παρακολούθηση της νομοθετικής παραγωγής έχουμε χρησιμοποιήσει ή και βασιστεί σε προϊόντα διαρροής - δεδομένου ότι οι διαδικασίες αυτές συνήθως ολοκληρώνονται στο αποφασιστικό μέρος τους πίσω από κλειστές πόρτες. Πρόσφατο παράδειγμα η ACTA, για την οποία δεν έχουν δημοσιοποιηθεί επισήμως και πολλά πράγματα, αλλά κυκλοφορούν διάφορες "εκδόσεις" της. Στον νομοθετικό κυκεώνα των Βρυξελλών, ακόμη και θεσμικά όργανα, όπως ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, προκειμένου να παρεμβαίνουν εγκαίρως, επικαλούνται ακόμη και σε επίσημα κείμενα διάφορες "εκδοχές" που εντοπίζονται σε ιστοσελίδες που φιλοξενούν διαρροές. Υπάρχουν βέβαια και οι έγκυροι φορείς "μη επίσημων" δημοσιεύσεων, όπως το statewatch.org, το οποίο έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του κοινού μέσα στα χρόνια, χωρίς να έχει θέσει σε κίνδυνο προσωπικά δεδομένα ή άλλες περιπτώσεις σοβαρού απορρήτου.

Η αρχή της διαφάνειας δεν είναι ένα αόριστο σύνθημα ή ένα πολιτικό σλόγκαν: αποτελεί νομικό όρο που έχει συγκεκριμένο πεδίο εφαρμογής και ασκείται με προσδιορισμένα θεσμικά εργαλεία. Τα οποία φυσικά και επιδέχονται βελτίωσης, αναθεώρησης (ή και εξ αρχής θέσπισης, όπως στην Ελλάδα), αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η διαφάνεια μπορεί να επιβάλλεται με οποιοδήποτε τίμημα. Η διαρροή κρατικών απορρήτων δεν αποτελεί τη λύση, αλλά υπενθυμίζει ότι το σύστημα προστασίας των εγγράφων έχει "τρύπες" (όπως και κάθε σύστημα). Η διαρροή δεν προτείνει βελτιώσεις, αλλά είναι μέρος της παθογένειας μιας κρυπτικής και μυστικοπαθούς διοίκησης. Γι' αυτό οι πραγματικοί ακτιβιστές της διαφάνειας δεν είναι αυτοί που επιβοηθούν τη διαρροή, δηλαδή μια παρα-εξουσία, αλλά εκείνοι που εξαντλούν όλα τα θεσμικά εργαλεία για τη διαμόρφωση μιας κουλτούρας διαφάνειας κι όχι απλώς για να βγάλουν το μεμονωμένο "λαβράκι".

Δευτέρα, Ιουλίου 26, 2010

Υποψήφιος Ευρωδικαστής ανταποκρίνεται στο ερωτηματολόγιο e-lawyer



Πριν μερικές μέρες, επ´ αφορμη της  ανακοίνωσης των τριών υποψηφιοτήτων της Ελλάδας για τη θέση του Δικαστή του ΕΔΔΑ, δημοσίευσα ένα ερωτηματολόγιο με τρέχοντα ζητήματα ανθρώπινων δικαιωμάτων, καλώντας ουσιαστικά τους υποψηφίους να τοποθετηθούν. Με ιδιαίτερη χαρά έλαβα σήμερα την πρώτη θετική ανταπόκριση, απο τον υποψήφιο Δικαστή κ. Πέτρο Στάγκο, με e-mail που παραθέτω εδώ.


´´Χάρηκα πολύ με τις ερωτήσεις που απευθύνατε στους 3 υποψήφιους για τη θέση του Έλληνα δικαστή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου. Μου διαβίβασε την ανάρτηση αυτή συνάδελφος σήμερα. Αγγίζουν, στο σύνολό τους, μερικά από τα πιο κρίσιμα ζητήματα του ευρωπαϊκού και του εθνικού δικαίου των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Όπως καλύτερα από εμένα γνωρίζετε, η εκλογή των δικαστών του ΕΔΔΑ γίνεται από ένα αμιγώς πολιτικό όργανο, την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, όπου οι εξ επαγγέλματος νομικοί δεν αποτελούν την πλειοψηφία των μελών του. Επομένως, είναι μάλλον απίθανο τέτοια ερωτήματα να τεθούν από το σώμα των εκλέκτόρων. Τούτο κάθε άλλο παρά στερεί το ερωτηματολόγιο σας από την αξία του. Δυστυχώς, από εδώ όπου από χθες βρίσκομαι (στο Λιτόχωρο, στους πρόποδες του Ολύμπου) δεν έχω την ευχαίρεια να δώσω τεκμηριωμένες απαντήσεις. Με την ανοχή και την κατανόηση σας, υπόσχομαι να το κάνω αμέσως μετά την επιστροφή μου στη Θεσσαλονίκη, λίγο μετά το 15Αύγουστο. Και πάλι σας συγχαίρω κ. Σωτηρόπουλε για την πρωτοβουλία σας, που μεταξύ άλλων αποδεικνύει πόσο γόνιμα μπορεί να συμβάλλει η "μπλογκόσφαιρα" στην ενημέρωση των πολιτών και στο δημόσιο διάλογο.
Πέτρος Στάγκος
ΥΓ.: Προσπάθησα να στείλω την απάντηση μου αυτή μέσω σχολίου, απευθείας στο E-lawyer. Δεν τα κατάφερα, γιατί δεν επαληθεύονταν τα στοιχεία που έδινα. Μάλλον δική μου η υπαιτιότητα. Κι εδώ στο Ιντερνετ Καφέ όπου βρίσκομαι, δίπλα από ρουκέτες και διαστημικούς ήχους που με πολιορκούν από τα παιχνίδια των παιδιών, δυσκολεύομαι ειν' αλήθεια να συγκεντρωθώ! Γι' αυτό και σας στέλνω το μήνυμα αυτό μέσω ηλεκτρον. ταχυδρομείου. Αν θέλετε ή αν μπορείτε αναρτείστε το ως σχόλιο.
Ευχαριστίες.
ΠΣ   

-- 
Πέτρος Στάγκος
 
Καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου και Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου, Καθηγητής Έδρας Jean Monnet στο
Ευρωπαϊκό Δίκαιο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου - Νομική Σχολή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
GR-54124 Θεσσαλονίκη 
 
Μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων, Συμβούλιο της Ευρώπης, Στρασβούργο
F-67075 Strasbourg ´´


Ας σημειωθεί ότι η πρώτη αυτή ανταπόκριση έγινε αυθόρμητα, δηλαδή χωρίς να έχω αποστείλει το προηγούμενο ποστ κατ´ ιδίαν στους υποψηφίους. Θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε και κατά πόσον θα ανταποκριθούν κι οι άλλοι δύο υποψήφιοι, αλλά κυρίως ποιες θα είναι οι απαντήσεις τους. 

Κυριακή, Ιουλίου 25, 2010

Τα ενημερωτικά blogs και το δίκαιο

Ο δημόσιος λόγος έχει διττή φύση: αφενός αποτελεί ατομικό δικαίωμα (ελευθερία της έκφρασης) κι αφετέρου συνιστά μέσο ενάσκησης εξουσίας. Δεν είναι τυχαίος ο αγώνας -ή και πόλεμος !- για την κατάκτηση ενός δημόσιου βήματος που θα έχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ακροατήριο. Ακόμα και η ίδια η κανονιστική δύναμη των νόμων εξαρτάται από τη δημοσιοποίησή τους. Ο Καντ δίδασκε ότι συστατικό της επιβολής του νόμου είναι η "γενική κοινοποίηση" του. Όταν κάτι έχει γίνει ευρύτατα γνωστό, το περιθώριο που έχεις να το αγνοήσεις είναι ελάχιστο και η άγνοια αυτή δυσχερώς δικαιολογείται μέσα σε μια οργανωμένη κοινωνία.

Στα παραδοσιακά μέσα έχουμε την κλασική ιεραρχική εξουσιαστική δομή, όπου η πληροφορία περνάει μέσα από διάφορα φίλτρα, τόσο σχετικά με τους κανόνες του δημοσιογραφικού επαγγέλματος (όπως η δεοντολογία) όσο και σχετικά με τα συμφέροντα της ιδιοκτησίας των επιχειρήσεων ενημέρωσης. Η δομή αυτή αλλάζει όταν εισέρχεται στο προσκήνιο το Διαδίκτυο, στην διαδραστική μορφή που απέκτησε την προηγούμενη δεκαετία: καθένας μπορεί με ελάχιστα τεχνικά μέσα να αποκτήσει ένα θεωρητικά παγκόσμιο δημόσιο βήμα, να ασκήσει το δικαίωμά του στην ελεύθερη έκφραση, αλλά και να ασκήσει μια ιδιότυπη μορφή εξουσίας: την διαμόρφωση της γνώμης του ακροατηρίου του, μεταδίδοντας είτε τις απόψεις του για διάφορα γεγονότα, είτε πληροφορίες και ειδήσεις. Η διείσδυση που απέκτησε το Διαδίκτυο έγινε ακόμη πιο ορατή, καθώς ακόμα και οι μεγάλες και οι πολυεθνικές επιχειρήσεις ενημέρωσης προσπαθούν να μεταβούν από τις κλασικές φόρμες (εφημερίδα, τηλεόραση, ραδιόφωνο, περιοδικό) στα νέα μέσα και τις εφαρμογές που παρέχονται με τα νέα εργαλεία που έφεραν το Διαδίκτυο όχι μόνο στο γραφείο και το σπίτι, αλλά και στις κινητές συσκευές κατά τις μετακινήσεις του κοινού. Το Διαδίκτυο είναι πολύ πιο ελκυστικό από τα παραδοσιακά μέσα. Το κοινό παύει πια να είναι ένα "τηλεοπτικό" - παθητικό κοινό, όπως είχε κατηγοριοποιηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά μπαίνει και το ίδιο στην λογική της μετάδοσης της πληροφορίας, μέσα από τις νέες εφαρμογές και την κουλτούρα ελεύθερης αναπαραγωγής, αναμετάδοσης, αλλά και συζήτησης των ειδήσεων μαζί με τους ψηφιακούς φίλους του. Πλέον δεν υπάρχει δηλαδή "ένας" παρουσιαστής ειδήσεων, αλλά όλοι όσοι έχουν ένα προφίλ σε υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης γίνονται κατά κάποιο τρόπο παρουσιαστές και σχολιαστές των ειδήσεων, απευθυνόμενοι στο δικό τους "κοινό", μικρό ή μεγάλο, το οποίο αλληλεπιδρά, σχολιάζει, επιδοκιμάζει, αποδοκιμάζει, ανατρέπει και συνεισφέρει τις δικές του πληροφορίες και απόψεις πάνω στην εκάστοτε προτεινόμενη είδηση.

Αυτό που εξακολουθεί πάντως να ισχύει είναι η λογική διάκριση ανάμεσα σε "είδηση" (δηλαδή πληροφορία για γεγονός που παρουσιάζεται ως αντικειμενικό συμβάν) και σε "σχόλιο" (δηλαδή σε περαιτέρω έκφραση γνώμης και αξιολόγησης επί των πραγματικών περιστατικών). Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική για την νομική αξιολόγηση μιας πληροφορίας, καθώς ο νόμος επιφυλάσσει διαφορετική νομική μεταχείριση για τους ισχυρισμούς που μεταδίδονται ως "ειδήσεις" και διαφορετική νομική μεταχείριση για τους ισχυρισμούς που μεταδίδονται ως "σχόλια", αξιολογικές κρίσεις. Κατά την πάγια διατύπωση του Ευρωπαϊκου Δικαστηρίου, ενώ το κατά πόσον συνέβη ένα γεγονός αποτελεί πληροφορία επαληθεύσιμη (έγινε ή δεν έγινε), οπότε μπορεί να κριθεί με βεβαιότητα πότε ο μεταδίδων λέει αλήθεια ή ψέματα (άρα εάν παρανομεί), όσον αφορά τις αξιολογικές κρίσεις (τα "σχόλια") υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία, γιατί εκεί βρίσκεται όλο το εύρος του ατομικού δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης. Ενώ δηλαδή αυτός που μεταδίδει ειδήσεις ασκεί μια μορφή εξουσίας, πληροφορώντας το κοινό - και άρα διαμορφώνοντας "κανονιστικά" την κοινή γνώμη, ανάλογα βέβαια και με τη αξιοπιστία του- εκείνος που αξιολογεί τις ειδήσεις είναι σαφές ότι καταθέτει την προσωπική, ατομική, υποκειμενική του στάση απέναντι στα δεδομένα. Ενώ ο πρώτος επιβοηθά το κοινό να ασκήσει το δικαίωμα στην πληροφόρηση, ο δεύτερος ασκεί ο ίδιος ένα δικαίωμα, ασκώντας κριτική και επιχειρώντας να πείσει για τις απόψεις του πάνω σε κάτι που ήδη θεωρείται στοιχείο του κοινωνικού γίγνεσθαι και κοινή γνώση.

Η νομική και θεωρητική διάκριση ανάμεσα σε είδηση και αξιολογική κρίση, στη πράξη είναι δυσχερής. Μολονότι στην δημοσιογραφική δεοντολογία η διάκριση είδησης - σχολίου αποτελεί κανόνα αυτοδέσμευσης των δημοσιογράφων, είναι δεδομένο και αποδεκτό ότι υπάρχουν κείμενα, εικόνες και πληροφορίες που συμπεριλαμβάνουν φυσικά και τα δύο στοιχεία: είδηση και σχόλια.

Τι μπορεί να ισχύσει λοιπόν για τα blogs; Νοείται κάθετος διαχωρισμός ανάμεσα σε "ενημερωτικά" και σε άλλα;

Μία πρώτη δικαστική απόφαση που επιλήφθηκε του θέματος είναι η 4908/2009 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (βλ. εδώ). Σε αυτήν οι δικαστές, αναζητώντας έναν ορισμό για τα blogs κατέληξαν στο ότι αυτά -ως τεχνική δομή- απευθύνονται στους ανθρώπους που επιδιώκουν να δημοσιοποιήσουν τις απόψεις τους για διάφορα θέματα. Έτσι το Δικαστήριο κατέληξε ότι σε αυτά τα blogs είναι λάθος να εφαρμοστεί ο νόμος περί Τύπου, ο οποίος αφορά τις επιχειρήσεις ενημέρωσης, οι οποίες κατά κύριο λόγο μεταδίδουν ειδήσεις. Οπότε αυτή η δικαστική απόφαση χάραξε κατά τη γνώμη μου μια νοητή γραμμή ανάμεσα στην "ενημερωτική" αφενός και στην "μη ενημερωτική" αφετέρου λειτουργία των blogs. Φυσικά, η γραμμή αυτή δεν επιδέχεται στεγανά, διότι κανείς δεν μπορεί να θεωρήσει ένα blog μόνο ενημερωτικό ή μόνο (λ.χ.) ψυχαγωγικό ή γνώμης. Η διάκριση είναι θεωρητική και αφορά την case by case ανάλυση του κάθε κρίσιμου ισχυρισμού, ο οποίος μπορεί να είναι είτε "είδηση" είτε "αξιολογική κρίση" και να τύχει της αντίστοιχης αντιμετώπισης. Ας σημειώσουμε επίσης ότι αυτή η απόφαση δεν αφορούσε "ψευδώνυμο" blog: προβλήματα μπορούν να ανακύψουν ακόμη κι όταν ο blogger υπογράφει τα κείμενά του. Η ανωνυμία δεν είναι το μόνο κίνητρο για να δημιουργήσει κανείς ένα blog: πιο σημαντική είναι η ελκυστικότητά τους ως δωρεάν πρόσβασης μέσου.

Το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τα λεγόμενα "ενημερωτικά" blogs είναι ότι οι φορείς τους χρησιμοποίησαν ένα μέσο που φαίνεται ότι έχει κατασκευαστεί για ατομική ή έστω συλλογική χρήση από πολίτες ("η δημοσιογραφία των πολιτών"), παρέχοντας και τις τεχνικές εγγυήσεις για αυξημένη προστασία του απορρήτου (a.k.a. "ανωνυμία" - ψευδωνυμία), ενώ οι ίδιοι δεν ανήκουν σε αυτή την αμιγή κατηγορία, αλλά προέρχονται από τον δημοσιογραφικό ή γενικότερα τον ερευνητικό χώρο. Αυτό δεν επιτρέπεται να εκληφθεί από μόνο του ως αρνητικό: οι δημοσιογράφοι έχουν κατά τεκμήριο πρόσβαση σε πληροφορίες και τεχνικές έρευνας που ενδεχομένως δεν διαθέτουν οι "απλοί" πολίτες. Επομένως, η ανωνυμία των blogs τους έδωσε τη δυνατότητα να αποκαλύψουν υποθέσεις που ενδιαφέρουν την κοινή γνώμη, ενώ δύσκολα θα έβρισκαν τη θέση τους στα "παραδοσιακά μέσα", όπου ο ιεραρχικός έλεγχος της εργοδοσίας και της ιδιοκτησίας θέτει τους δικούς του φραγμούς συμφερόντων και πολιτικής. Η στρέβλωση έγκειται όμως στο επόμενο στάδιο: οι δημοσιογράφοι και οι άλλοι επαγγελματίες που εισέρχονται στο blogging, ακόμη και δρώντας ανυπόγραφα (δεν απαγορεύεται από κάπου η δημοσίευση ανυπόγραφων κειμένων) θα έπρεπε μαζί με τις ερευνητικές τους ικανότητες, να επιδείξουν την τήρηση και των άλλων κανόνων που διέπουν την ορθή και αποτελεσματική ενάσκηση του δημόσιου λόγου. Oρισμένοι όμως, στα "ενημερωτικά" blogs, τους περιφρόνησαν χαρακτηριστικά. Δεν θα είχα καμία αντίρρηση για τη δημοσίευση πληροφοριών που αποκαλύπτουν ένα σκάνδαλο, το οποίο προφανώς και θα δυσφημεί (αναγκαστικά) κάποια πρόσωπα, εάν βέβαια έχουν τηρηθεί οι κανόνες που εγγυώνται την αντικειμενικότητα του κειμένου, το σεβασμό προς το κοινό, αλλά και την πεποίθηση ότι ο αυτο-σκοπός του δημοσιογράφου είναι η πληροφόρηση και όχι άλλα κίνητρα, ξένα προς το λειτούργημα και πλησιέστερα στην ενάσκηση μιας αυθαίρετης εξουσίας. Ποιος εμπόδισε τα λεγόμενα "ενημερωτικά" blogs πριν δημοσιεύουν μια είδηση, να επικοινωνούν με τα πρόσωπα που αφορά, να αναζητούν την δική τους άποψη, να σέβονται το τεκμήριο της αθωότητας, να μην παρεμβαίνουν σε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα που δεν αφορούν την κοινή γνώμη, να παρουσιάζουν σφαιρικά την είδηση, να παραπέμπουν στις δημοσιευμένες πηγές; Κανένας άλλος, εκτός από τα ίδια συμφέροντα των φορέων των blogs αυτών, οι οποίοι καταχρώνται την εξουσία και τα δικαιώματα που ασκούν. Δεν θα πρέπει όμως να θεωρήσουμε ότι η στρέβλωση καταργεί τον κανόνα. Τα λεγόμενα ενημερωτικά blogs μπορούν να ακολουθούν τους κανόνες του δημόσιου λόγου. Ενημερωτικό blog και δεοντολογία δεν είναι έννοιες ασύμβατες μεταξύ τους. Σε έναν "πόλεμο" βέβαια, δεν υπάρχουν κανόνες. Όταν όμως αυτός γίνεται για την κατάκτηση του κοινού, έχει κι αυτό μερίδιο ευθύνης - θα έλεγα μάλιστα σε ατομικό επίπεδο, εφόσον μιλάμε για clicks ηλεκτρονικών υπολογιστών. Κι εφόσον οι κανόνες παραβιάζονται σε βαθμό που τίθενται σε κίνδυνο τα ανθρώπινα δικαιώματα, τότε η Πολιτεία έχει υποχρέωση να επεμβαίνει (βλ. για παράδειγμα την απόφαση K.U κατά Φινλανδίας, περί υποχρέωσης της χώρας να αίρει το απόρρητο του Διαδικτύου όταν θίγεται ένα παιδί από την δημοσίευση μιας σεξουαλικής αγγελίας που περιέχει και τη φωτογραφία του). Η ελευθερία στο Διαδίκτυο δεν μπορεί να ασκείται εις βάρος όλων των άλλων ελευθεριών του ατόμου.

Εάν οι δημοσιογράφοι και οι άλλοι μετέχοντες της Κοινωνίας της Πληροφορίας που επιχειρούν να ασκήσουν ερευνητική δημοσιογραφία χρησιμοποιώντας την ανωνυμία ή την ελκυστικότητα και την δωρεάν προσβασιμότητα των blogs τηρούν όλους τους κανόνες του δημόσιου λόγου, δεν χρειάζεται να γίνει κανένας διάλογος για την άρση της ανωνυμίας, την υποχρεωτική δήλωση ιδιοκτήτη blog και όλων αυτών των μέτρων που θα περιορίσουν την ελευθερία της έκφρασης. Το μεγάλο ζήτημα είναι εάν αυτό μπορεί να γίνει συνειδητά και εκούσια, με τη δημιουργία μιας διαδικτυακής "συνειδησης" του χρήστη του Διαδικτύου για τον χρόνο που αποφασίζει να αφιερώσει στην μία ή στην άλλη ηλεκτρονική διεύθυνση.



Τετάρτη, Ιουλίου 21, 2010

Ερωτήσεις για τους 3 υποψήφιους Έλληνες Ευρωδικαστές

Ενόψει της λήξης της θητείας του κ. Χρήστου Ροζάκη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έχουν υποβληθεί από την Ελλάδα τρεις υποψηφιότητες από τις οποίες θα αναδειχθεί το νέο μέλος του ΕΔΔΑ. Οι υποψήφιοι είναι ο κ. Λίνος Αλέξανδρος Σισιλιάνος, ο κ. Πέτρος Στάνγκος και η κ. Μαρία Τσιρλή. Τα βιογραφικά τους έχουν αναρτηθεί στην σχετική ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης (βλ. εδώ). H επιλογή του Δικαστή θα γίνει με ψηφοφορία από την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε ένα debate ανάμεσα στους τρεις υποψήφιους Ευρωδικαστές, πάνω στα ζητήματα ανθρώπινων δικαιωμάτων που απασχολούν την Ευρωπαϊκή και Ελληνική κοινή γνώμη και που πιθανώς πρόκειται να τεθούν στην κρίση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Μερικές ερωτήσεις που θα ήθελα να θέσω στους υποψηφίους:

- Η έλλειψη μιας πρόβλεψης για την άρση του απορρήτου όσον αφορά αδικήματα λόγου (εξύβριση, δυσφήμηση) που τελούνται στο Διαδίκτυο είναι συμβατή με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ ή θα σας έβρισκε σύμφωνους μια διευρυμένη εφαρμογή της Κ.U. vs Finland ;

- H αναγνώριση της προσβασης στο Διαδίκτυο ως θεμελιώδες δικαίωμα θεωρείτε ότι μπορεί να υποστηριχθεί επαρκώς με την επίκληση των άρθρων 8 και 10 της ΕΣΔΑ ή μήπως αυτή η νομική βάση δεν μπορεί να αποτελέσει μια επαρκή πλατφόρμα για τον περιορισμό των επεμβάσεων σε αυτό το δικαίωμα για σκοπούς λ.χ. προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας με τη θεσμοθέτηση ενός νόμου όπως το three strikes;

- Η Οδηγία 2006/24/ΕΚ επιβάλλει στα κράτη της ΕΕ να θεσμοθετήσουν την υποχρεωτική διατήρηση των δεδομένων κίνησης και θέσης από τις εταιρίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, για σκοπούς καταστολής του εγκλήματος. Ο έλεγχος συμβατότητας αυτών των νομοθεσιών, εκ μέρους του ΕΔΔΑ, θα έπρεπε να φτάσει μέχρι και την εξέταση της σκοπιμότητας του μέτρου, κρίνοντας δηλαδή και την ίδια την Οδηγία 2006/24/ΕΚ ή μήπως θα πρέπει να περιοριστεί στο πλαίσιο της εφαρμογής της Οδηγίας με την εθνική νομοθεσία του κάθε κράτους μέλους;

- Η δημιουργία ενός κλειστού profile σε υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης, κατά τη γνώμη σας καθιστά τις συζητήσεις που γίνονται μέσα σε αυτό το πλαίσιο "δημόσιες" ή "ιδιωτικες"; Αποτελεί κριτήριο για την απάντησή σας ο (μικρός ή μεγάλος) αριθμός των προσώπων που έχουν πρόσβαση σε αυτό το κλειστο profile ή μήπως υπάρχει κάποιο "τεκμήριο" υπέρ της ιδιωτικότητας ή υπέρ της δημοσιότητας;

- Οι δεοντολογικές υποχρεώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ δεσμεύουν στον ίδιο βαθμό και τους bloggers ή αποτελεί κριτήριο η δημοσιογραφική ιδιότητα;

- Μέσα σε μία δεκαετία η Ελλάδα έχει καταδικαστεί τέσσερις φορές για την παραβίαση δικαιωμάτων που αφορούν μειονοτικά σωματεία. Συμφωνείτε με αυτές τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ ή θα μειοψηφούσατε αν μετείχατε στη σύνθεση των Τμημάτων;

- Η παρουσία της εικόνας του Εσταυρωμένου και του Ευαγγελίου σε δικαστικές αίθουσες είναι σύμφωνη με το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ;

- Το άρθρο 3 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ προστατεύει το δικαίωμα ψήφου των Ελλήνων που έχουν μόνιμη κατοικία στο εξωτερικό;

- Στην απόφαση Shalk & Kopf vs Austria το ΕΔΔΑ έκρινε για πρώτη φορά το κατά πόσον το άρθρο 12 επιβάλλει στα κράτη μέρη να αναγνωρίσουν δικαίωμα γάμου για ομόφυλα ζευγάρια. Σύμφωνα με την μειοψηφία, το άρθρο 8 θα επέβαλε στα κράτη την θεσμική αναγνώριση αυτών των σχέσεων, με τη μορφή του συμφώνου συμβίωσης. Θεωρείτε ότι το σύμφωνο συμβίωσης είναι μια θεσμική λύση που εγγυάται την ίση μεταχείρηση της ομόφυλης συμβίωσης σε σχέση με τα δικαιώματα των ετερόφυλων ζευγαριών;

- Η αλλαγή δελτίου ταυτότητας και όλων των πιστοποιητικών που αφορούν την προσωπική κατάσταση των transexual προϋποθέτει ιατρικές επεμβάσεις στο σώμα του ενδιαφερόμενου ή μήπως το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ επιβάλλει στα κράτη την διεκπεραίωση της αλλαγής με απλή υποβολή σχετικής αίτησης;

- Η αναγνώριση του δικαιώματος ιθαγένειας σε πρόσωπα που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα από αλλοδαπούς γονείς αποτελεί υποχρέωση της Ελλάδας που απορρέει από την ΕΣΔΑ;

- Η απόρριψη μήνυσης που βασίζεται στην αντιρατσιστική νομοθεσία από τα Ελληνικά Δικαστήρια εγείρει ζητήματα συμμόρφωσης της χώρας προς τα άρθρα 14 και 8 της ΕΣΔΑ όταν πρόκειται για ομάδες προσώπων;

- Το κοινωνικό δικαίωμα στη στέγαση των Ρομά, μπορεί να καταστεί "αγώγιμο" στο ΕΔΔΑ δυνάμει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ;


Οι απαντήσεις των υποψηφίων σε αυτά τα ερωτήματα, κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε να αποτελέσουν και το κριτήριο για την ψήφο της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης.



Δευτέρα, Ιουλίου 19, 2010

H πολιτογράφηση ως θεμελιώδες δικαίωμα

Η διαφοροποίηση ενός δικαιώματος του κοινού δικαίου, από ένα θεμελιώδες (ανθρώπινο) δικαίωμα έγκειται στο ότι ενώ το κοινό δικαίωμα μπορεί και να καταργηθεί ή να περιοριστεί από τον κοινό νομοθέτη, το θεμελιώδες δικαίωμα επιτρέπεται να περιοριστεί μόνο κατά το μέτρο που το ορίζει ο καταστατικός χάρτης. Μια άλλη διαφορά είναι ότι φορείς των ανθρώπινων δικαιωμάτων είναι κάθε πρόσωπο, ανεξάρτητα από το αν φέρει ή όχι την ιδιότητα του πολίτη.

Στην πρόσφατη απόφαση Kurić κ.α. κατά Σλοβενίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι ένα κράτος, διάδοχο μιας ομοσπονδίας που διαλύθηκε, εφόσον δεν πολιτογραφεί μόνιμους κατοίκους δεκαετιών, παραβιάζει το δικαίωμά τους για σεβασμό της ιδιωτικής ή/και οικογενειακής τους ζωής (βλ. απόφαση εδώ, δελτίο τύπου εδώ).

Είναι εντυπωσιακό πόσο το ΕΔΔΑ έχει επεκτείνει την έννοια της ιδιωτικότητας. Ενώ κάποτε το δικαίωμα αυτό αφορούσε το άσυλο της κατοικίας και της αλληλογραφίας, σταδιακά επεκτάθηκε στο χώρο της εργασίας, στη σφαίρα του βιώσιμου περιβάλλοντος γύρω από την κατοικία, στην κίνηση του ατόμου σε δημόσιους χώρους, την προστασία των προσωπικών δεδομένων στο Διαδίκτυο και, τελικά, στις σχέσεις του και την αλληλεπίδρασή του στην κοινωνία που βρέθηκε να κατοικεί μόνιμα. Στη συγκεκριμένη απόφαση βέβαια το ΕΔΔΑ υπενθυμίζει ότι η πολιτογράφηση δεν προβλέπεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ως ένα από τα τυποποιημένα δικαιώματά της, αλλά η αποστέρηση της ιδιότητας του πολίτη για τους συγκεκριμένους προσφεύγοντες είχε δυσμενείς συνέπειες στην απόλαυση άλλων και επιμέρους δικαιωμάτων τους, τα οποία σχετίζονται με την ιδιωτική ή και οικογενειακή τους ζωή. Επομένως, τελικά η μη εγγραφή τους στα σχετικά μητρώα και η αντιμετώπισή τους ως αλλοδαπών κρίθηκε ότι παραβίαζε το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

Πρόκειται για μια από τις πιο αναλυτικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ, καθώς ανατρέχει όλη την ιστορία της Σλοβενίας, προκειμένου να αναζητήσει το υπόβαθρο της ένδικης διαφοράς και αξιοποιεί κάθε πηγή υλικού, ακόμα και κείμενα του Επιτρόπου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ωστόσο, οι Ευρωδικαστές φαίνεται να λειτούργησαν ως μηχανισμός "εκτέλεσης" αποφάσεων του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Σλοβενίας που είχαν προηγουμένως λύσει το θέμα υπέρ των προσφευγόντων, αλλά οι τελευταίοι ακόμη δεν είχαν αποκατασταθεί στα δικαιώματά τους. Η κρίση λοιπόν ήταν λίγο - πολύ σίγουρη για το ΕΔΔΑ, πατώντας στο εθνικό δεδικασμένο.

Μεθοδολογικά όμως, εντοπίζω ένα δίπολο που επαναλαμβάνεται στην νομολογία του ΕΔΔΑ και από τις εξής δύο τάσεις:

(α) τα δικαιώματα της ΕΣΔΑ είναι συμπαγείς κανονιστικές σφαίρες που μπορούν να συνθλίψουν ακόμα και εθνικά Συντάγματα ή

(β) τα δικαιώματα αποτελούν δοχεία κανονιστικότητας που περικλείουν και ανάγουν σε διεθνές δίκαιο τις ειλημμένες αποφάσεις των εθνικών οργάνων, λίγο πολύ με όρους στατιστικής.

Στην απόφαση αυτή, το Άρθρο 8 λειτουργεί ως δοχείο που προσδίδει το κύρος διεθνούς δεδικασμένου στις αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Σλοβενίας. Αντίθετα, στην γνωστή απόφαση Lautsi κατά Ιταλίας, το άρθρο 9 έγινε κανονιστική σφαίρα που συνέθλιψε την παράδοση της ύπαρξης σταυρών στα σχολεία (και περιμένουμε την έκδοση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης του Δικαστηρίου, επί της έφεσης που άσκησε η Ιταλία επί του θέματος). Στην πρωτόδικη απόφαση για τους γάμους ομοφύλων, το άρθρο 12 (δικαίωμα στο γάμο) έγινε ένα δοχείο στατιστικών που "επιτρέπει" στα κράτη να αναγνωρίζουν δικαίωμα γάμου μόνο σε όποιους επιλέγουν τα ίδια. Παλαιότερα, όμως, το άρθρο 12 είχε αναγνωριστεί ως συμπαγής σφαίρα που συνέθλιψε την εθνική διάταξη περί απαγόρευσης σε γυναίκα να παντρευτεί τον πρώην πεθερό της.

Αυτό που λείπει είναι τα νομολογιακά (έστω) μεθοδικά κριτήρια, βάσει των οποίων το ΕΔΔΑ εντάσσει μια υπόθεση στην πρώτη ή στη δεύτερη δικαιοδοτική οπτική.


Τρίτη, Ιουλίου 13, 2010

Ένα νομοσχέδιο για το δημοψήφισμα

Ένα ιδιαίτερα θετικό μήνυμα ακούστηκε αυτές τις ημέρες στη Βουλή, από τον Πρωθυπουργό: η απόφαση για την εισαγωγή νομοθεσίας για τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων. Ο θεσμός προβλέπεται από το Σύνταγμα, αλλά δεν έχει γίνει χρήση του στα 35 χρόνια από τη θέσπιση του. Από την Ελληνική συνταγματική ιστορία γνωρίζουμε ότι το δημοψήφισμα χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για ζητήματα μορφής του πολιτεύματος και αποτέλεσε αντικείμενο εκμετάλλευσης από δικτατορικά καθεστώτα για την "νομιμοποίησή" τους. Ωστόσο, το Σύνταγμα του 1975 προβλέπει την διεξαγωγή δημοψηφίσματος για ένα γενικό φάσμα ζητημάτων, απαγορεύοντας πάντως την διεξαγωγή για δημοσιονομικά νομοσχέδια.

Ο θεσμός κατοχυρώνεται από το άρθρο 44, το οποίο προβλέπει δύο περιπτώσεις για τις οποίες μπορεί να γίνει δημοψήφισμα:

(α) κρίσιμο εθνικό θέμα

Διαδικασία: το Υπουργικό Συμβούλιο προτείνει την διεξαγωγή δημοψηφίσματος, αποφασίζει η Βουλή με απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών (151 ψήφοι) και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει το δημοψήφισμα με διάταγμά του.

(β) ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα (πλην δημοσιονομικών)

Διαδικασία: τα 2/5 των βουλευτών προτείνουν, τα 3/5 των βουλευτών αποφασίζουν και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει το δημοψήφισμα. Εδώ δηλαδή δεν εμπλέκεται θεσμικά το Υπουργικό Συμβούλιο. Για αυτή τη δεύτερη περίπτωση δημοψηφίσματος, το Σύνταγμα παραπέμπει στον κοινό νομοθέτη, εξουσιοδοτώντας τον να προσδιορίσει τη διαδικασία.

Χρονικός περιορισμός: μόνο δύο προτάσεις για δημοψηφίσματα σχετικά με νομοσχέδια εισάγονται ανά περίοδο Βουλής.

Δικαστικός έλεγχος: το κύρος του δημοψηφίσματος ελέγχεται από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 του Συντάγματος.

Ένας νόμος για την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος θα πρέπει λοιπόν να ρυθμίζει την διαδικασία που αναφέρει το ίδιο το Σύνταγμα και να διευκρινίζει το πιο καίριο ζήτημα: ποιος διατυπώνει το ερώτημα που θα απευθυνθεί στο εκλογικό σώμα: το όργανο που προτείνει, το όργανο που αποφασίζει ή το όργανο που προκηρύσσει το δημοψήφισμα; Ή μήπως το ερώτημα θα πρέπει να διατυπώνεται από μία επιτροπή με την συμμετοχή όλων των οργάνων;

Με ποιους όρους διαφάνειας θα επιτρέπεται η προεκλογική εκστρατεία υπέρ του "ναι" και του "όχι"; Θα επιτρέπεται και η εκστρατεία με πόρους του Δημοσίου ή αυτό θα αποτελεί λόγο ακύρωσης του αποτελέσματος;

Έπειτα, ο νόμος θα πρέπει να καθορίζει επίσης, με κάποια κριτήρια, την έννοια του "κρίσιμου εθνικού θέματος" και του "σοβαρού κοινωνικού ζητήματος", επισημαίνοντας σε κάθε περίπτωση ότι ένα δημοψήφισμα δεν είναι δυνατόν να αφορά ένα θέμα που άπτεται της εφαρμογής των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά και των μη αναθεωρήσιμων διατάξεων του Συντάγματος (άρθρο 110 Σ). Επίσης, ένα δημοψήφισμα δεν μπορεί να αφορά, κατά τη γνώμη μου, κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων χωρών. Όμοια, πρέπει να διευκρινισθει και η έννοια του "δημοσιονομικού" νομοσχεδίου. Εμπίπτει σε αυτό, λ.χ. η κύρωση διεθνούς σύμβασης δανεισμού της Χώρας; Εμπίπτει σε αυτό λ.χ. ένα κοινωνικοασφαλιστικό νομοσχέδιο;

Όλα αυτά θα πρέπει να είναι και ελέγξιμα δικαστικά, ώστε ο έλεγχος του "κύρους" από το Α.Ε.Δ. να επεκτείνεται και στον έλεγχο του "παραδεκτού" της κήρυξης δημοψηφίσματος. Ίσως μάλιστα για λόγους αποφυγής δικαστικών ανατροπών, θα έπρεπε το ερώτημα του δημοψηφίσματος, πριν γίνει η προκήρυξή του, να αποστέλλεται για επεξεργασία και προέλεγχο στο Α.Ε.Δ., ώστε να υπάρχει μια αρχική δικαστική απόφαση για το "παραδεκτό" ή μη του ίδιου του ερωτήματος.

Και φυσικά, ο νόμος θα πρέπει να προβλέπει και το τι ακολουθεί το δημοψήφισμα, ποιες είναι οι νομικές συνέπειές του, σε ποιες προθεμίες πρέπει να ενεργήσουν τα πολιτειακά όργανα για την εφαρμογή των συνεπειών του και κατά πόσον θα επιτραπεί ή οχι να επαναληφθεί ένα δημοψήφισμα για το ίδιο ακριβώς θέμα.


Δευτέρα, Ιουλίου 12, 2010

Οι δικαστές αρνούνται να απογραφούν

Με μια αιφνιδιαστική κίνηση αυταπάρνησης, οι δικαστές αποφάσισαν να συμβάλλουν στον αγώνα που δίνει η Χώρα για έξοδο απο την οικονομική κρίση, παραιτούμενοι απο τους βουλευτικής στάθμης μισθούς που εισπράττουν από το Ελληνικό Δημόσιο. Καταγγέλλοντας την απογραφή του πάσης φύσεως προσωπικού του δημόσιου τομέα με συντριπτικά επιχειρήματα συνταγματικής περιωπής, αποφάσισαν την αυτοεξαίρεσή τους από την Ενιαία Αρχή Πληρωμής και συνακόλουθα από τη μισθοδοσία τους από το Δημόσιο Ταμείο. Χωρίς τυμπανοκρουσίες, αλλά με την αυτοσυγκράτηση που αρμόζει σε κάθε γενναιόδωρη πράξη φιλανθρωπίας, απέφυγαν την ευθεία αναφορα στην παραίτησή τουs υπέρ της Πατρίδας, προτάσσοντας απλώς την αρχή της διάκρισης των λειτουργίων, που όπως όλες οι ορθολογικέs κατακτήσεις του Διαφωτισμου αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του Ελληνικού Κράτους, βάσει της οποίας, ακόμη κι αν το ήθελαν, δεν επιτρέπεται οι μισθολογικές τους καταστάσεις να ενταχθούν στους ίδιους ηλεκτρονικούς υπολογιστές με τις καταστάσεις του προσωπικού του δημόσιου τομέα που ως γνωστόν δεν ασκεί καμία από τις τρεις κρατικές λειτουργίες, κατά τις διδαχές του Μοντεσκιέ. Προκειμένου λοιπόν να μην δημιουργηθούν οι πρόσθετες δαπάνες που θα επέβαλε η οργάνωση ενός νέου πλγροφοριακού συστήματος αποκλειστικά γι αυτούς, οι δικαστές αποφάσισαν με αυτόν τον εύσχημο και υπαινικτικό τρόπο, υπενθυμίζοντας και τα πολιτειολογικά θεμέλια της Δημοκρατίας μας, να παραιτηθούν σιωπηρά από τη δημόσια μισθοδοσία. Σύμφωνα μάλιστα με δικαστικούς κύκλους, οι -άμισθοι πλέον- λειτουργοί της Θέμιδος προτίθενται να κάνουν ένα ακόμη βήμα για την ενίσχυση της παραγωγικότητάς τους, καθώς θα εισηγηθούν την κατ´ αποκοπή αμοιβή τους, ακολουθώντας το πρότυπο του συστήματος των δικηγορικών αμοιβών: κάθε διάδικος στο εξης θα προσκομίζει στο δικαστήριο γραμμάτιο προείσπραξης δικαστικής αμοιβής, που θα πρέπει να προκαταβάλει για την διενέργεια της δίκης. Τα ποσά θα καθορίζονται με βάση ενιαίο συντελεστη ανά βαθμό δικαιοδοσίας από τους κατά τόπους δικαστικούς συλλόγους και οι δικαστές θα αποδίδουν και 23% φ.π.α. Έτσι τα μηνιαία εσοδα των δικαστών αφενός δεν θα επιβαρύνουν τον κρατικό προυπολογισμο - αλλά μόνο όσους ζητούν δικαστική προστασία (οι άποροι θα απολαμβάνουν δωρεάν δικαστικές υπηρεσίες προσκομίζοντας σχετικό πιστοποιητικο) κι αφετέρου το οικονομικό κίνητρο της διεκπεράιωσης όσο το δυνατόν περισσότερων δικών θα επιλύσει το αρχετυπικό πρόβλημα της αργοδικίας και των καθυστερήσεων στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων. Ταυτόχρονα ο διαχωρισμός κρατικού ταμείου - Δικαιοσύνης θα ενισχύσει την αρχη της διάκρισης των λειτουργιών, αλλά και την ίδια την ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας , αφού πλέον το βιοτικό επίπεδο των δικαστών δεν θα εξαρτάται από συμφωνίες των υπουργών δικαιοσύνης και οικονομικών περί εφαρμογής ή μη δικαστικών αποφάσεων εξίσωσης προς τους βουλευτικούς μισθούς, αλλά από την αυθόρμητη προσέλευση των διαδίκων και την αυτοχρηματοδότηση του συστήματος απονομής Δικαιοσύνης.

Κάπου εδώ φαντάζομαι ότι, για να μη θεωρηθεί ότι αποφάσισα να αυτοκτονήσω επαγγελματικά, πρέπει να επισημάνω πωs όλα τα παραπάνω είναι μία σκωπτική "ανάγνωση" της ανακοίνωσης των δικαστών περί άρνησης συμμετοχής τους στην απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων. Συμφωνώ με τη νομική θεμελίωση της ανακοίνωσης, αλλά με την προσθήκη ότι το κύρος της Δικαιοσύνης διαφυλάσσεται μόνο με την έκδοση επιστημονικά ευσταθών δικαστικών αποφάσεων σε εύλογο χρόνο και ότι ο ουσιαστικός σεβασμός προς τους δικαστές είναι αξία που θα κερδίσουν μόνοι τους, πέρα από συνταγματικές διατάξεις που ουδείς πια αμφισβητεί.

Παρασκευή, Ιουλίου 09, 2010

Καταδίκη για αποστέρηση δικαιώματος ψήφου Ελλήνων του εξωτερικού

Δύο Έλληνες που κατοικούν μόνιμα στο εξωτερικό, ενόψει των εκλογών του 2007, ζήτησαν να ασκήσουν το δικαίωμα ψήφου τους στην ελληνική πρεσβεία. Η απάντηση που έλαβαν ήταν αρνητική, για "αντικειμενικούς λόγους" που οφείλονταν στην έλλειψη ρυθμιστικού θεσμικού πλαισίου (νομοθεσίας), παρ' όλο που το Σύνταγμα προβλέπει στο άρθρο 51 την δυνατότητα ψήφου για τους Έλληνες του εξωτερικού. Έτσι, οι δύο Έλληνες προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επικαλούμενοι παραβίαση του ανθρώπινου δικαιώματος για συμμετοχή σε ελεύθερες εκλογές (άρθρο 3 Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ).

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε δεκτή την προσφυγή τους, καταδικάζοντας την Ελλάδα για παραβίαση του δικαιώματος ψήφου (απόφαση Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος εναντίον Ελλάδας, βλ. και δελτίο τύπου). Παρ' όλο που συμφωνώ ότι η Ελλάδα παραβίασε το δικαίωμα συμμετοχής σε ελεύθερες εκλογές, διαφωνώ κάθετα με την αιτιολόγηση της απόφασης.

Το άρθρο 3 ("Δικαίωμα συμμετοχής σε ελεύθερες εκλογές") ορίζει ότι τα κράτη "αναλαμβάνουν την υποχρέωση να διενεργούν κατά λογικά διαστήματα ελεύθερες μυστικές εκλογές, υπό συνθήκες που επιτρέπουν την ελεύθερη έκφραση της λαϊκής βούλησης ως προς την εκλογή του νομοθετικού σώματος". Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό το άρθρο δεν εμπεριέχει την νομική υποχρέωση των Κρατών να διασφαλίζουν και το δικαίωμα ψήφου των εκλογέων που ζουν στο εξωτερικό. Οπότε, κανονικά θα έπρεπε να είχε αθωώσει την Ελλάδα. Όμως, επειδή το Ελληνικό Σύνταγμα αναφέρει στο άρθρο 51 το δικαίωμα ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού κι επειδή το Κράτος δεν έχει λάβει νομοθετιά και οργανωτικά μέτρα για την ενάσκηση του συνταγματικού δικαιώματος, η Ελλάδα καταδικάζεται για παραβίαση του άρθρου 3. Δηλαδή εάν το Σύνταγμα μας δεν το έλεγε, η Ελλάδα δεν θα είχε παραβιάσει την ΕΣΔΑ. Δηλαδή ερμηνεύουμε την ΕΣΔΑ σύμφωνα με το εκάστοτε εθνικό Σύνταγμα, ανατρέποντας την σχέση άμεσης εφαρμογής και υπεροχής του διεθνούς δικαίου έναντι του εσωτερικού δικαίου.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Ευρωπαίοι αλλά και οι εθνικοί δικαστές έχουν την υποχρέωση της "συναρμογής", κατά την έκφραση του αείμνηστου καθ. Γ. Παπαδημητρίου, των αυξημένης τυπικής ισχύος κειμένων που κατοχυρώνουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δηλαδή να μην αναζητούμε ιεραρχήσεις ανάμεσα σε Σύνταγμα, ΕΣΔΑ, ΔΣΑΠΔ, Χάρτη ΕΕ κλπ, αλλά να τα προσεγγίζουμε όλα ως αλληλοσυμπληρούμενα και ουσιαστικά ως ένα ενιαίο νομικό σώμα, χάριν της καθολικής υπεροχής των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Είναι άλλο όμως αυτό κι άλλο να λες ότι η Ελλάδα παραβιάζει την ΕΣΔΑ λόγω της πληρότητας του Συντάγματός της, ενώ η άλλη χώρα που επίσης δεν έχει ψήφο για κατοίκους εξωτερικού δεν παραβιάζει την ΕΣΔΑ, λόγω κενού του Συντάγματός της. Το λάθος σε αυτήν την απόφαση είναι δηλαδή ότι εξάγει την κρίση της από ένα σωρό μη νομικά δεσμευτικά για το ΕΔΔΑ κείμενα (Σύνταγμα, ψηφίσματα, διακηρύξεις, συγκριτικό δίκαιο), εκτός από το ίδιο το άρθρο 3 που καλείται να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει. Το ΕΔΔΑ λειτούργησε σαν ένα απλό εθνικό δικαστήριο: οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να είχαν προσφύγει στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, ζητώντας την αποζημίωση των 10.000 για προσβολή της προσωπικότητάς τους, επειδή δεν μπόρεσαν να ασκήσουν το συνταγματικό δικαίωμα που προβλέπεται από το άρθρο 51 του Συντάγματος. Με την αιτιολογία του ΕΔΔΑ, η επίκληση της ΕΣΔΑ είναι απλώς περιττή, όπως και η εμπλοκή του ίδιου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Απλώς θα είχαμε την απόφαση σε 5 χρόνια αντί για τρία.

Γι' αυτό η σωστή απόφαση θα έπρεπε να ξεκινάει από το άρθρο 1 της ΕΣΔΑ, κατά το οποίο τα κράτη του Συμβουλίου της Ευρώπης οφείλουν να διασφαλίζουν τα προβλεπόμενα ανθρώπινα δικαιώματα για κάθε πρόσωπο επί του οποίου έχουν δικαιοδοσία. Οι Έλληνες πολίτες που ζουν στο εξωτερικό εμπίπτουν ως προς το δικαίωμα ψήφου στην δικαιοδοσία της Ελλάδας, άρα η χώρα πρέπει να διασφαλίζει την ενάσκηση των δικαιωμάτων. Έπειτα, κατά το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ, η ενάσκηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων πρέπει να διασφαλίζεται χωρίς διακρίσεις λόγω διαφορετικής κατάστασης ("other status"/"autre situation"), όπως η κατοικία στο εξωτερικό. Κατά το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, οι εκλογές πρέπει να απηχούν την λαϊκή θέληση για το νομοθετικό σώμα. Σε αυτό το σημείο, η συμβολή του Στρασβούργου θα έπρεπε να αφορά την κομβική έννοια της "λαϊκής θέλησης", διακρίνοντας ανάμεσα (α) στο νομοθετικά προβλεπόμενο εκλογικό σώμα (που εξαιρούσε τους Έλληνες πολίτες του εξωτερικού) και (β) στο ευρύτερο συνταγματικό εκλογικό σώμα (πολίτες με δικαίωμα ψήφου) που απηχεί όντως την "θέληση του λαού". Διότι ο πολίτης δεν επιτρέπεται να χάνει το δικαίωμα ψήφου ανάλογα με το αν κατοικεί στο εσωτερικό ή το εξωτερικο της χώρας, καθώς τότε ο αποκλεισμός του δικαιώματος που οφείλεται στον τόπο κατοικίας του γίνεται κατά αθέμιτη διάκριση κι επιπρόσθετα περιορίζει κατά πολύ την έκταση της λαϊκής συμμετοχής στις εκλογές.

Κατά τη γνώμη μου το ΕΔΔΑ έπρεπε να διαγνώσει παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 ΠΠΠ ΕΣΔΑ. Ανεξάρτητα δηλαδή από το αν το Σύνταγμα προέβλεπε ή όχι την ψήφο στο εξωτερικό. Επίσης οι πολλές αναφορές στο συγκριτικό δίκαιο έχουν γίνει επικίνδυνες, γιατί σταδιακά αρχίζουν διάφορα μη δεσμευτικά (για το ΕΔΔΑ) κείμενα να αντιμετωπίζονται ως νοηματοδοτούντα την ΕΣΔΑ, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Τρανταχτό παράδειγμα, η υπόθεση με τους γάμους των ομόφυλων ζευγαριών, όπου ξαφνικά το εθνικό δίκαιο έγινε πιο σημαντικό από το άρθρο 12.

Άλλη μια απόφαση του Στρασβούργου που απογοητεύει, λόγω σύγχυσης κατά την εφαρμογή της νομικής μεθοδολογίας: οι δικαιοσυγκριτικές μελέτες δεν έχουν κανονιστικό περιεχόμενο όσο κι αν βοηθούν στην αντίληψη των εθνικών θέσεων για τα μεγάλα θεσμικά θέματα. Αν ήταν έτσι όμως δεν θα χρειαζόμασταν Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, θα αρκούσαν τα πανεπιστήμια και οι εργασίες των φοιτητών στις νομικές σχολές.


Τετάρτη, Ιουλίου 07, 2010

Η απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων για την απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων

Όπως είχα επισημάνει σε προηγούμενη ανάρτηση η διαδικασία της απογραφής των δημοσίων υπαλλήλων παρουσιάζει ορισμένα ζητήματα σχετικά με το δίκαιο της προστασίας προσωπικών δεδομένων (βλ. εδώ). Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα επελήφθη του ζητήματος και εξέδωσε επ' αυτού του θέματος την απόφαση 43/2010 (βλ. εδώ).

Η Αρχή εκκινεί από τη σωστή αφετηρία: εφόσον ο σκοπός της απογραφής, βάσει της σχετικής κοινής υπουργικής απόφασης είναι ο κεντρικός έλεγχος της μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων, θα πρέπει να συλλέγονται μόνον τα δεδομένα που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του συγκεκριμένου σκοπού. Η "αρχή του δεσμευτικά καθορισμένου σκοπού" στο δίκαιο της προστασίας προσωπικών δεδομένων αποτελεί έναν κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο ο σκοπός της συλλογής πρέπει να είναι εκ των προτέρων γνωστός και τα δεδομένα που συλλέγονται πρέπει να είναι μόνον όσα είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του συγκεκριμένου σκοπού. Επομένως, τα περιττά δεδομένα δεν πρέπει να συλλέγονται. Επιπλέον, η Αρχή καθορίζει ορισμένα τεχνικά πρότυπα ασφάλειας για την τήρηση των δεδομένων (κρυπτογράφηση, αποτροπή κακόβουλων επιθέσεων κλπ).

Σύμφωνα με δημοσίευμα, προηγήθηκε συνεδρίαση της Αρχής με στελέχη του υπουργείου Εσωτερικών (βλ. εδώ). Στο ίδιο το κείμενο της απόφασης όμως, η Αρχή δεν αναφέρει την παρουσία αυτών των υπηρεσιακών παραγόντων, ούτε τα επιχειρήματα που έθεσαν στην Αρχή για να υπερασπιστούν τις επιλογές της Κ.Υ.Α. Επίσης, στην απόφαση δεν αναφέρονται ονομαστικά τα μέλη της Αρχής που μειοψήφισαν σε επιμέρους θέματα.

Επομένως, για τη νομική διάσωση της απογραφής, τηρουμένων των διατάξεων της απόφασης, υπάρχουν κατ' αρχήν δύο λύσεις: είτε συμμόρφωση της διαδικασίας προς τις εντολές της Αρχής με απαλειφή των περιττών δεδομένων, ενόψει του συγκεκριμένου σκοπού (μισθοδοσία), είτε νομοθετική διεύρυνση του σκοπού της απογραφής με προσθήκη διατυπωμένη έτσι ώστε να "χωράει" και όσα δεδομένα κρίθηκαν περιττά με βάση την τρέχουσα νομοθετική εξουσιοδότηση.

Υπάρχει όμως και μια τρίτη, πιο ευέλικτη λύση. Μπορούν να διατηρηθούν ακριβώς τα ίδια πεδία συλλεγόμενων δεδομένων, αρκεί η συμπλήρωση των "περιττών" (για τη μισθοδοσία) δεδομένων να καταστεί μη υποχρεωτική. Με μια μικρή προσθήκη στην διαδικασία της απογραφής, θα μπορούσαν να συλλέγονται τα υπόλοιπα δεδομένα (λ.χ. βαθμοί πτυχίων κλπ) όχι πια λόγω της Κ.Υ.Α., αλλά προαιρετικά, με βάση την συγκατάθεση των δημοσίων υπαλλήλων. Η συγκατάθεση είναι ένας νόμιμος λόγος συλλογής προσωπικών δεδομένων, εφόσον βέβαια έχει προηγηθεί η σχετική αναλυτική ενημέρωση για την τύχη των στοιχείων που πρόκειται να χορηγήσει το άτομο (άρθρα 2 στ και 5 παρ. 1 Ν.2472/1997). Και φυσικά θα πρέπει να υπάρχουν οι σχετικές εγγυήσεις ότι η συμπλήρωση θα είναι όντως προαιρετική, χωρίς επιπτώσεις για όσους δεν κάνουν χρήση του δικαιώματος συγκατάθεσης. Έτσι θα παρακαμφθεί και η παλαιότερη κρίση της Αρχής ότι η συγκατάθεση στη συλλογή δεδομένων των εργαζομένων δεν αποτελεί νόμιμο λόγο επεξεργασίας (Οδηγία 115/2001).


Η αδιαφανής επιλογή των ανώτατων δικαστών

Ο δικαστής στις δημοκρατικές χώρες αποφασίζει με βάση το νόμο και την συνείδησή του. Ενώ ο "νόμος" είναι αντικειμενικά προσβάσιμο κείμενο - άρα προβλέψιμες οι συνέπειες της εφαρμογής του - η "συνείδηση" του δικαστή είναι μια άγνωστη περιοχή - άρα απρόβλεπτη η επιρροή της στην λήψη των αποφάσεων. Αυτό το κενό, ειδικά για τους ανώτατους δικαστικούς σχηματισμούς, καλύπτεται με την εξέταση των υποψήφιων ανώτατων δικαστών από τα εθνικά κοινοβούλια. Αυτές τις ημέρες "ανακρίνεται" εξαντλητικά η κ. H. Kagan, υποψήφια για μια θέση του αμερικάνικου Supreme Court. Οι απαντήσεις της σε καίρια συνταγματικά θέματα των Η.Π.Α. (οπλοφορία, gay rights, σχέσεις κυβέρνησης - ανεξάρτητων αρχών) γνωρίζει ευρύτατη δημοσιότητα και κριτική από τον αμερικάνικο τύπο (βλ. εδώ άρθρο της Washington Post).

Στη Ελλάδα, μας ανακοινώθηκε ότι διορίστηκαν νέοι αντιπρόεδροι των ανώτατων δικαστηρίων (βλ. εδώ άρθρο της Ναυτεμπορικής). Σύμφωνα με το Σύνταγμα, η επιλογή γίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο (άρθρο 90 παρ. 5), ενώ σύμφωνα με το Ν.3841/2010, στην διαδικασία παρεμβάλλεται και διαδικασία ακρόασης και σύνταξης Γνώμης από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής. Αυτές οι ρυθμίσεις έχουν γνωρίσει την αντίδραση ανώτατων δικαστικών, οι οποίοι τις έχουν θεωρήσει αντισυνταγματικές, με το σκεπτικό ότι έτσι αλλοιώνεται το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος που ορίζει μόνο αρμόδιο το Υπουργικό Συμβούλιο (κι οχι τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής) για την επιλογή.

Πάντως, οι νέοι αντιπρόεδροι των ανώτατων δικαστηρίων ορίστηκαν χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιου είδους διάλογος ή παρουσίασή τους σε μια ανοικτή και δημόσια διαδικασία. Πέρα από το βιογραφικό τους που δόθηκε στη δημοσιότητα, υπάρχει σαφέστατα το ζήτημα της γενικότερης αξιολόγησης της προσωπικότητάς τους. Για παράδειγμα, στον κατάλογο των υποψηφίων αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου μετείχαν δικαστές οι οποίοι σε υπόθεση βιβλίου για τους Εβραίους είχαν ψηφίσει κατά τρόπον ο οποίος ακυρώνει νομολογιακά την εφαρμογή του Ν.927/1979, ενώ στον κατάλογο των υποψηφίων δεν περιλαμβάνονταν δικαστές που τάχθηκαν με τη μειοψηφία. Χωρίς να αξιολογώ εδώ την ψήφο των δικαστών, σίγουρα το ζήτημα είναι καίριας σημασίας για τα συνταγματικά δικαιώματα της ίσης μεταχείρισης κι αυτό θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης των υποψηφίων.

Για την κατάρτιση των υποψηφιοτήτων δεν είχε δημοσιευθεί, απ' όσο γνωρίζω, πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος (όπως έχει γίνει για τη θέση του Έλληνα δικαστή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου). Ούτε εκλήθησαν οι υποψήφιοι ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου, ώστε να παρακολουθήσουμε μέσω της απευθείας μετάδοσης της συνεδρίασης, την ακρόασή τους. Διαβάζουμε ότι η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου είναι ομόφωνη. Που βασίζεται άραγε αυτή η ομοφωνία, σε ποια στοιχεία βασίστηκαν οι Υπουργοί;

Δεν μπορεί να αμφιβάλλει κανείς ότι η επιλογή αρκετών γυναικών για τη θέση των αντιπροέδρων είναι μια θετική επιλογή, στη κατεύθυνση της ισότητας και της ευρύτερης "εκπροσώπησης" του πληθυσμού. Όλοι οι διορισθέντες άλλωστε είναι δικαστικοί με δεκαετίες προϋπηρεσίας και είναι πολύ θετικό ότι κάποιοι ξεκίνησαν την καριέρα τους από Ειρηνοδίκες. Η διαδικασία επιλογής τους όμως, δεν έγινε με το βαθμό διαφάνειας που έχει καθορίσει η Κυβέρνηση ως γενική πολιτική για την κατάληψη των δημόσιων θέσεων. Ποιες είναι οι θέσεις αυτών των δικαστών για τα μεγάλα θεσμικά θέματα που θα κληθούν να δικάσουν, όπως ας πούμε οι σχέσεις του εθνικού δικαίου με το ευρωπαϊκό, ο δικαστικός έλεγχος του Μνημονίου, οι καταδίκες της Ελλάδας για παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων σχετικά με την θρησκευτική ελευθερία, την ελευθερία της έκφρασης, τα δικαιώματα των μειονοτήτων; Αυτά όλα γιατί θα πρέπει να τα μάθουμε εκ των υστέρων, ως δικαστικές αποφάσεις, χωρίς να έχουμε εκ των προτέρων μια γενική και δημόσια τοποθέτησή τους;


Καταδίκη συγγραφέα - δημοσιογράφου για συκοφαντικές αναρτήσεις του σε βάρος της Ρένας Δούρου

 Με την απόφαση 1394/2026 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε  συγγραφέας - δημοσιογράφος για αναρτήσεις του στο FACEBOOK ...